Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι αποσπασματικές ούτε τυχαίες. Δεν έχουμε μπροστά μας μια σειρά από ασύνδετα γεγονότα, αλλά την εφαρμογή ενός ευρύτερου γεωπολιτικού και ενεργειακού σχεδιασμού, μέσα στον οποίο κάθε χώρα προσπαθεί να εξασφαλίσει τη θέση της για τις επόμενες δεκαετίες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και οι μεγάλες ενεργειακές εταιρείες αντιμετωπίζουν πλέον ως έναν ενιαίο γεωπολιτικό και επιχειρησιακό χώρο τη θαλάσσια περιοχή που ξεκινά από τις ακτές της Συρίας, του Λιβάνου, του Ισραήλ και της Γάζας και εκτείνεται προς την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Ελλάδα, τη Λιβύη, τη Μάλτα, την Ιταλία και τη Σικελία.
Αυτός ο χώρος μπορεί να περιγραφεί ως ο ενεργειακός και γεωπολιτικός χώρος της Λεβαντίνης ή, ευρύτερα, ως το σχέδιο «Λεβάντε».
Η ύπαρξη σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου δεν αποτελεί πλέον θεωρία. Τα κοιτάσματα Ζορ στην αιγυπτιακή ΑΟΖ, Ταμάρ και Λεβιάθαν στην ισραηλινή ΑΟΖ, καθώς και η Αφροδίτη και άλλα κοιτάσματα στην κυπριακή ΑΟΖ, αποδεικνύουν ότι η περιοχή διαθέτει ενεργειακό πλούτο τεράστιας στρατηγικής σημασίας.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι θαλάσσιες ζώνες δεν έχουν οριοθετηθεί πλήρως μεταξύ όλων των παράκτιων κρατών. Και όπου δεν υπάρχουν καθαρές οριοθετήσεις, ανοίγει ο δρόμος για αυθαίρετες διεκδικήσεις, στρατιωτικές πιέσεις και τετελεσμένα.
Η χαμένη ευκαιρία Ελλάδας και Κύπρου
Η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε εγκαίρως σε συμφωνίες οριοθέτησης με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο. Δεν προχώρησε, όμως, σε οριοθέτηση με την Ελλάδα.
Αυτό δεν συνέβη επειδή δεν το επιθυμούσε η Κύπρος. Οι κυβερνήσεις των Αθηνών ήταν εκείνες που απέφυγαν να προχωρήσουν.
Εάν η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία είχαν οριοθετήσει εγκαίρως τις θαλάσσιες ζώνες τους, η Τουρκία θα ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Θα δυσκολευόταν να εμφανίσει τον εαυτό της ως χώρα με δικαιώματα σε μια θαλάσσια περιοχή η οποία γεωγραφικά παρεμβάλλεται μεταξύ της Κρήτης, της Ρόδου, του Καστελλορίζου και της Κύπρου.
Αντί γι’ αυτό, αφήσαμε κενό χώρο. Και στην εξωτερική πολιτική κάθε κενό καλύπτεται από τον αντίπαλο.
Έτσι φτάσαμε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019. Η Τουρκία δεν φοβήθηκε να υπογράψει μια κατάφωρα παράνομη συμφωνία με τη Λιβύη. Αντίθετα, η Ελλάδα φοβήθηκε να υπογράψει μια καθ’ όλα νόμιμη συμφωνία με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Αυτό το παράδοξο συμπυκνώνει ολόκληρη την παθογένεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: εμείς διστάζουμε να ασκήσουμε νόμιμα δικαιώματα, ενώ η Τουρκία δεν διστάζει να κατασκευάσει ανύπαρκτα δικαιώματα και στη συνέχεια να τα επιβάλει με απειλές.
Η διαρκής πολιτική των υποχωρήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν εξαγοράζει την ειρήνη. Αντίθετα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις της επόμενης κρίσης.
Το κρίσιμο μέτωπο της Αλβανίας
Η Ελλάδα δεν έχει ολοκληρώσει ούτε την οριοθέτηση με την Αλβανία. Κατά την άποψή μου, αυτό το ζήτημα έπρεπε να είχε αποτελέσει κορυφαία εθνική προτεραιότητα.
Η ενταξιακή πορεία της Αλβανίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά προηγουμένως και η ένταξή της στο ΝΑΤΟ, έδιναν στην Ελλάδα ισχυρά διαπραγματευτικά εργαλεία. Θα έπρεπε να είχε καταστεί σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος χωρίς επίλυση της οριοθέτησης.
Μια διεθνής δικαστική απόφαση που θα αναγνώριζε τα δικαιώματα της Κέρκυρας και των Διαποντίων Νήσων θα είχε ευρύτερη σημασία. Θα αποτελούσε ισχυρό νομικό προηγούμενο απέναντι στον τουρκικό ισχυρισμό ότι τα ελληνικά νησιά δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η συμφωνία με την Ιταλία είναι χρήσιμη, αλλά αποτελεί πολιτική συμφωνία. Μια απόφαση διεθνούς δικαστηρίου θα είχε διαφορετικό ειδικό βάρος, ακριβώς επειδή θα εδραζόταν σε δικαιοδοτική κρίση.
Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν φαίνεται να καθορίζει τις προτεραιότητές της με βάση ένα μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο.
Η Λιβύη ως όργανο της Άγκυρας
Η Λιβύη έχει προσφύγει στο παρελθόν σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα και έχει αποδεχθεί αποφάσεις για θαλάσσιες οριοθετήσεις με γειτονικές χώρες. Σήμερα, όμως, εμφανίζεται να αγνοεί ακόμη και τη δική της νομική ιστορία και να υιοθετεί τις ακραίες θέσεις της Τουρκίας.
Ο χάρτης που κατέθεσε στον ΟΗΕ δημιουργεί προβλήματα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στη Μάλτα, στην Ιταλία, στην Τυνησία και στην Αίγυπτο. Όλες αυτές οι χώρες αντέδρασαν επισήμως.
Οι πιο εξωφρενικές λιβυκές διεκδικήσεις στρέφονται κατά της Ελλάδας. Φτάνουν σε ορισμένα σημεία σε απόσταση περίπου οκτώ ναυτικών μιλίων από τις ακτές της Κρήτης, σαν να μην υπάρχουν η Κρήτη, η Γαύδος και η Γαυδοπούλα.
Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφορά ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης. Πρόκειται για πλήρη άρνηση της γεωγραφίας και του διεθνούς δικαίου.
Η κυβέρνηση της Τρίπολης εξαρτάται στρατιωτικά από την Τουρκία. Επομένως, είναι εξαιρετικά δύσκολο να δεχθεί μια συνολική δικαστική επίλυση με την Ελλάδα, εφόσον μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να ακυρώσει στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Είναι πιθανότερο να επιδιώξει μια μερική οριοθέτηση μόνο στο δυτικό τμήμα, αφήνοντας εκτός την περιοχή του παράνομου μνημονίου. Η Ελλάδα οφείλει να χειριστεί το ζήτημα με μεγάλη προσοχή, ώστε οποιαδήποτε μερική συμφωνία να μην εμφανιστεί ως έμμεση νομιμοποίηση των τουρκικών θέσεων.
Παράλληλα, όμως, μια διεθνής απόφαση που θα αναγνώριζε πλήρη ή πολύ ισχυρή επήρεια στην Κρήτη θα ενίσχυε καθοριστικά την ελληνική θέση και θα υπονόμευε τη βάση του τουρκολιβυκού κατασκευάσματος.
Η Κύπρος και η ευρωπαϊκή διάσταση
Στο Κυπριακό υπάρχουν ορισμένες εξελίξεις που πρέπει να αξιολογηθούν θετικά, χωρίς όμως να τρέφουμε αυταπάτες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει ότι παραμένει δεσμευμένη στην επανένωση της Κύπρου και ότι η λύση πρέπει να είναι συμβατή με τις αρχές, τις αξίες και το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Εξίσου σημαντική είναι η θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει να αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετά την επίλυση του Κυπριακού.
Αυτό το σημείο είναι κρίσιμο, διότι λειτουργεί ως απάντηση σε όσους επιδιώκουν τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αντικατάστασή της από ένα νέο, αβέβαιο κρατικό μόρφωμα.
Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθώ να θεωρώ προβληματικό το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι χρησιμοποιούν διαρκώς τη λέξη «επανένωση», αποφεύγοντας τη λέξη «απελευθέρωση».
Στην Κύπρο δεν υπάρχει μια απλή διακοινοτική παρεξήγηση. Υπάρχει εισβολή, στρατιωτική κατοχή, εκτοπισμός πληθυσμού και παράνομος εποικισμός. Η λύση δεν μπορεί να αγνοεί την πραγματική φύση του προβλήματος.
Η αντίδραση της Τουρκίας στον διορισμό Ευρωπαίου απεσταλμένου αποδεικνύει ότι η Άγκυρα ενοχλείται από την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Τουρκία επιδιώκει διαπραγμάτευση μεταξύ «δύο κρατών» και «δύο κυρίαρχων ίσων πλευρών».
Με άλλα λόγια, επιδιώκει τη νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων της εισβολής.
Ο αγωγός Τουρκίας–κατεχομένων
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και ψευδοκράτους για την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου από τις τουρκικές ακτές προς τα κατεχόμενα.
Το έργο προβλέπεται να αποτελείται από δύο παράλληλους αγωγούς και να έχει αμφίδρομη λειτουργία. Αυτό σημαίνει ότι δεν σχεδιάζεται απλώς για να μεταφέρει φυσικό αέριο από την Τουρκία στα κατεχόμενα, αλλά ενδεχομένως και για να μεταφέρει μελλοντικά ενεργειακούς πόρους από την Κύπρο προς την Τουρκία.
Εδώ αποκαλύπτεται ο ευρύτερος σχεδιασμός της Άγκυρας. Η Τουρκία θέλει να καταστεί ο υποχρεωτικός ενεργειακός διάδρομος της Ανατολικής Μεσογείου. Θέλει τα κοιτάσματα της Κύπρου, του Ισραήλ και της ευρύτερης περιοχής να διοχετεύονται μέσω τουρκικού εδάφους.
Η κατασκευή του αγωγού αποτελεί επίσης προσπάθεια περαιτέρω ενσωμάτωσης των κατεχομένων στην Τουρκία και εδραίωσης των τετελεσμένων της εισβολής.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία εμποδίζει την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Δηλαδή η Άγκυρα θεωρεί ότι δικαιούται να συνδέεται με μια παράνομη κατοχική διοίκηση, αλλά η Ελλάδα δεν δικαιούται να συνδεθεί ενεργειακά με ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Απέναντι σε αυτή την πρόκληση δεν αρκούν γενικόλογες δηλώσεις ότι «το έργο θα γίνει». Απαιτούνται συγκεκριμένες πράξεις, συμμαχίες και κόστος για εκείνον που επιχειρεί να το εμποδίσει.
Η τουρκική προσέγγιση προς την Αίγυπτο
Η Τουρκία καταβάλλει συστηματική προσπάθεια να προσεγγίσει την Αίγυπτο. Η προσέγγιση αυτή έχει δύο βασικούς πυλώνες: την οικονομία και την αμυντική βιομηχανία.
Τουρκικές επιχειρήσεις έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στην Αίγυπτο, αξιοποιώντας το χαμηλότερο κόστος παραγωγής και τη μεγάλη αιγυπτιακή αγορά. Παράλληλα, η Τουρκία προσφέρει στην Αίγυπτο στρατιωτικό υλικό, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, συμπαραγωγές και μεταφορά τεχνολογίας.
Η Άγκυρα δεν ενεργεί από φιλανθρωπία. Επιδιώκει να αποσπάσει την Αίγυπτο από το υφιστάμενο πλέγμα συνεργασιών της Ανατολικής Μεσογείου και να εξασφαλίσει έναν ισχυρό εταίρο.
Ο απώτερος στόχος είναι να πεισθεί το Κάιρο να επανεξετάσει ή ακόμη και να ακυρώσει τη συμφωνία οριοθέτησης με την Κυπριακή Δημοκρατία και να προχωρήσει σε συμφωνία με την Τουρκία.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιδιώκει συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης με τη Συρία και τον Λίβανο. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να περικυκλώσει διπλωματικά την Κύπρο και να ανατρέψει τον σημερινό συσχετισμό.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχουν την πολυτέλεια να παρακολουθούν παθητικά.
Το ΝΑΤΟ και η νέα αλυσίδα εξάρτησης
Οι τελευταίες εξελίξεις στο ΝΑΤΟ δείχνουν ότι η Συμμαχία μετασχηματίζεται. Οι εσωτερικές διαφορές μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαίων δεν επιλύθηκαν. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει αφενός την αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών-μελών και αφετέρου τη δημιουργία μιας νέας αλυσίδας παραγωγής και προμήθειας οπλικών συστημάτων.
Τα κράτη μπορεί να παράγουν υποσυστήματα και εξαρτήματα, όμως τα κρίσιμα τεχνολογικά στοιχεία, το λογισμικό και ο κεντρικός έλεγχος θα παραμένουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια πυραμίδα εξάρτησης. Τα κράτη αισθάνονται ότι συμμετέχουν στην παραγωγή και αποκτούν οικονομικά οφέλη, αλλά στην πραγματικότητα συνδέονται όλο και στενότερα με την αμερικανική τεχνολογία, τις αμερικανικές άδειες και τις αμερικανικές πολιτικές αποφάσεις.
Η ίδια λογική επεκτείνεται σε χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ευρύτερο δίκτυο ασφαλείας απέναντι στην Κίνα, ένα είδος ασιατικού ΝΑΤΟ.
Τα όπλα δεν είναι μόνο μέσα πολέμου. Είναι μέσα πολιτικής δέσμευσης.
Τα F-35 και ο πραγματικός έλεγχος
Το F-35 δεν είναι απλώς ένα μαχητικό αεροσκάφος. Είναι ένα ολόκληρο τεχνολογικό, επιχειρησιακό και πολιτικό οικοσύστημα.
Η χώρα που το αποκτά εντάσσεται στα αμερικανικά πρότυπα λειτουργίας, συντήρησης, λογισμικού και επιχειρησιακού σχεδιασμού. Εξαρτάται από ενημερώσεις, κωδικούς, ανταλλακτικά, δεδομένα και εγκρίσεις.
Με μια έννοια, στο πιλοτήριο του F-35 δεν κάθεται μόνο ο πιλότος της χώρας που το αγόρασε. Κάθεται, μέσω του λογισμικού και των συστημάτων ελέγχου, και ένας Αμερικανός.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση πιθανής πώλησης F-35 στην Τουρκία. Το αεροσκάφος διαθέτει κρίσιμα εξαρτήματα ισραηλινής κατασκευής, ενώ η επιχειρησιακή του υποστήριξη εξαρτάται από ένα δίκτυο στο οποίο συμμετέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Επομένως, ακόμη και αν η Τουρκία αποκτήσει F-35, δεν σημαίνει ότι θα μπορεί να τα χρησιμοποιεί όπως θέλει και εναντίον όποιου θέλει. Θα μπορεί να τα χρησιμοποιεί μέσα στα όρια που θα επιτρέπει το ευρύτερο σύστημα ελέγχου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να εφησυχάζει. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να κατανοήσει τι αγοράζει, ποιες εξαρτήσεις δημιουργεί και τι είδους εθνική αμυντική στρατηγική χρειάζεται.
Εθνική στρατηγική και αμυντική ανεξαρτησία
Το ζήτημα των τουρκικών S-400 συνδέεται ακριβώς με αυτή τη σύγκρουση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν μόνο ένα τεχνικό πρόβλημα συμβατότητας. Αντιμετωπίζουν την προσπάθεια μιας χώρας του ΝΑΤΟ να διαφοροποιήσει τις πηγές εξοπλισμού της και να περιορίσει την αμερικανική επιρροή.
Κάθε χώρα, φυσικά, πρέπει να αξιολογεί τις συμμαχίες και τις προμήθειές της με βάση τα πραγματικά εθνικά της συμφέροντα. Η πλήρης εξάρτηση από μία μόνο πηγή μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική παγίδα.
Η λύση δεν είναι η απομόνωση ούτε η εγκατάλειψη των συμμαχιών. Η λύση είναι η οικοδόμηση εθνικής αμυντικής βιομηχανίας, η ανάπτυξη εγχώριας τεχνολογίας, η διαφοροποίηση των προμηθειών και η διατήρηση της δυνατότητας αυτόνομης λήψης αποφάσεων.
Η Ελλάδα πρέπει επιτέλους να πάψει να λειτουργεί ως παθητικός πελάτης και προβλέψιμος σύμμαχος.
Χρειάζεται εθνικό σχέδιο που θα συνδέει τη διπλωματία, την οικονομία, την ενέργεια, την αμυντική