breaking newsΔιεθνή

Μπαλτζώης: Οι ΗΠΑ ηττήθηκαν στρατηγικά – Το Ιράν έστειλε μήνυμα ισχύος

Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή και πολυσύνθετη παρέμβαση στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής, ο Ιωάννης Μπαλτζώης επιχείρησε να αποδομήσει το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα γύρω από τη σύγκρουση με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι μέχρι στιγμής οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ όχι μόνο δεν πέτυχαν τους βασικούς στρατηγικούς τους στόχους, αλλά αντιθέτως βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη πραγματικότητα στο πεδίο, στη διπλωματία και στη διεθνή εικόνα τους.

Ο ίδιος μίλησε για μια γενικευμένη «ομίχλη» γύρω από τις εξελίξεις, σημειώνοντας πως η Ευρώπη εμφανίστηκε αποσβολωμένη και ουσιαστικά χωρίς ρόλο, την ώρα που οι Αμερικανοί ακολούθησαν, όπως είπε, μια λανθασμένη τακτική τύπου «take it or leave it», δηλαδή μια λογική ωμής επιβολής όρων χωρίς πραγματική διπλωματική ευελιξία. Κατά τον Μπαλτζώη, αυτή η προσέγγιση δεν μπορούσε να οδηγήσει σε σταθερό αποτέλεσμα, ειδικά απέναντι σε έναν αντίπαλο όπως το Ιράν, που είχε προετοιμαστεί σοβαρά και έδειξε υψηλό επίπεδο στρατιωτικού σχεδιασμού.

Στο επίκεντρο της ανάλυσής του έβαλε δύο Αμερικανούς πανεπιστημιακούς, τον καθηγητή Τεντ Πόστολ του MIT και τον Τζον Μίρσχαϊμερ, λέγοντας ότι και οι δύο, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι μέχρι στιγμής ο κερδισμένος της σύγκρουσης είναι το Ιράν. Ο Μπαλτζώης υπογράμμισε ότι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή πρόκειται για φωνές από το εσωτερικό της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης και όχι για φιλοϊρανικές προσεγγίσεις.

Αναφερόμενος στον Πόστολ, σημείωσε ότι ο καθηγητής θεωρεί τον ιρανικό στρατιωτικό σχεδιασμό «άψογο», εκτιμώντας πως η Τεχεράνη κατάφερε να αμυνθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δεχθεί το καταστροφικό πλήγμα που επεδίωκαν οι αντίπαλοί της στο πυρηνικό και βαλλιστικό της πρόγραμμα. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, το Ιράν πέτυχε από την αρχή μια στρατηγική νίκη, προκαλώντας σημαντική ζημιά σε κρίσιμα αμερικανικά ραντάρ και συστήματα αεράμυνας, δημιουργώντας, όπως είπε ο Μπαλτζώης, μια μορφή «τύφλωσης» στα αντίπαλα δίκτυα επιτήρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ανέφερε ότι υπήρξαν πληροφορίες για κινεζική και ρωσική συνδρομή, ειδικά στο επίπεδο των δορυφορικών δεδομένων και των παρεμβολών, κάτι που –αν ισχύει– δίνει άλλη διάσταση στην αναμέτρηση. Ειδική αναφορά έκανε και στην κατάρριψη αεροσκαφών, υποστηρίζοντας ότι οι απώλειες των Αμερικανών ήταν εξαιρετικά σοβαρές και σε μια περίπτωση οι μεγαλύτερες μετά το Βιετνάμ σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο Ιωάννης Μπαλτζώης επέμεινε ιδιαίτερα και στο θέμα των αμερικανικών βάσεων στον Κόλπο, τονίζοντας πως υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Κατά την ανάλυσή του, εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο γεωπολιτικό ερώτημα: αν τα κράτη του Κόλπου θα δεχθούν εκ νέου να φιλοξενήσουν βάσεις που υποτίθεται ότι τους προστατεύουν, αλλά στην πράξη λειτουργούν και ως μαγνήτης επιθέσεων. Με άλλα λόγια, η παρουσία των αμερικανικών βάσεων μπορεί πλέον να θεωρείται από ορισμένους όχι εγγύηση ασφάλειας, αλλά πηγή κινδύνου.

Ξεχωριστό βάρος έδωσε και σε μια τεχνολογική πτυχή της σύγκρουσης, αναφέροντας ότι ιρανικά drones αξιοποίησαν, σύμφωνα με όσα παρέθεσε, τερματικά Starlink χαμηλού κόστους, αγορασμένα εμμέσως από την παγκόσμια αγορά, και τα ενσωμάτωσαν σε επιθετικά μέσα που λάμβαναν δεδομένα και κατευθύνσεις με τρόπο που οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν εύκολα να μπλοκάρουν. Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτή τη διάσταση, λέγοντας ότι το Ιράν χρησιμοποίησε την ίδια τη δυτική τεχνολογική υποδομή εναντίον της Δύσης.

Στο διπλωματικό επίπεδο, ο Μπαλτζώης επικαλέστηκε την ανάλυση του Τζον Μίρσχαϊμερ, σύμφωνα με την οποία η αποδοχή ενός ιρανικού πλαισίου δέκα σημείων από την αμερικανική πλευρά συνιστά ένδειξη ταπείνωσης και απογοήτευσης για την Ουάσινγκτον. Όπως ανέφερε, όταν αυτός που υποτίθεται ότι χάνει θέτει όρους στον θεωρητικά νικητή, τότε κάτι έχει πάει στρατηγικά στραβά. Με βάση αυτή τη λογική, υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ δεν πέτυχαν κανέναν από τους τέσσερις βασικούς τους στόχους: ούτε αλλαγή καθεστώτος, ούτε τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, ούτε διάλυση του βαλλιστικού προγράμματος, ούτε διακοπή της στήριξης των ιρανικών δικτύων επιρροής στην περιοχή.

Η παρέμβασή του δεν περιορίστηκε μόνο στο μέτωπο Ιράν–ΗΠΑ. Προχώρησε και σε μια πιο ευρεία εκτίμηση για το δυτικό στρατόπεδο, λέγοντας πως η Ευρώπη παρακολουθεί αμήχανη, ενώ το ΝΑΤΟ κινδυνεύει να εισέλθει σε φάση βαθιάς αποδυνάμωσης. Επικαλούμενος ξανά τον Μίρσχαϊμερ, ανέφερε πως μέχρι το τέλος της θητείας Τραμπ η Συμμαχία ενδέχεται να έχει χάσει την ουσιαστική της συνοχή, με τον Αμερικανό πρόεδρο να αναζητά, όπως είπε, εξιλαστήριο θύμα στην Ευρώπη για τη στρατηγική αποτυχία στο Ιράν.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά του σε δηλώσεις προσώπων από το αμερικανικό πολιτικό και θεσμικό σύστημα. Ο Μπαλτζώης μίλησε για την κριτική της Χίλαρι Κλίντον, η οποία φέρεται να αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να σχεδιάστηκε μια τέτοια επιχείρηση χωρίς να έχει υπολογιστεί από την αρχή το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Παράλληλα, επικαλέστηκε και δημόσια τοποθέτηση του πρώην διευθυντή της CIA, Τζορτζ Μπρέναν, ο οποίος, κατά τον ίδιο, έθεσε ακόμη και θέμα 25ης Τροπολογίας για τον Ντόναλντ Τραμπ, δηλαδή ζήτημα ακαταλληλότητας άσκησης καθηκόντων.

Στο τέλος της τοποθέτησής του, ο Ιωάννης Μπαλτζώης ξεκαθάρισε ότι για το Ιράν δεν υπάρχει «έξοδος κινδύνου», με την έννοια ότι πρόκειται για μια χώρα που πολεμά στο έδαφός της και δεν έχει άλλη επιλογή από το να αντέξει. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, σημείωσε ότι υπάρχει δρόμος απεμπλοκής, αλλά περνά μέσα από σοβαρές υποχωρήσεις και πολύ περισσότερο ρεαλισμό. Μίλησε ουσιαστικά για μια έμμεση παραδοχή ήττας, η οποία, όπως είπε, ίσως καλυφθεί με μια συμφωνία που θα παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία.

Σαν παρασκηνιακή αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια, ο Μπαλτζώης αναφέρθηκε και στον ρόλο του Καλιμπάφ, λέγοντας ότι η παρουσία του στις επαφές εντυπωσίασε την αμερικανική πλευρά και έχει αρχίσει να γεννά σκέψεις ακόμη και για το ενδεχόμενο να αποτελέσει πρόσωπο μιας νέας φάσης στο ιρανικό πολιτικό σύστημα.

Το γενικό συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η εικόνα που επιχειρεί να παρουσιαστεί στη Δύση απέχει πολύ από όσα, κατά την εκτίμησή του, έχουν συμβεί πραγματικά στο πεδίο. Και σε αυτή τη φάση, όπως υποστήριξε, ο μεγάλος χαμένος δεν είναι η Τεχεράνη, αλλά η αμερικανική στρατηγική αξιοπιστία.

Back to top button