
Η παρουσία της φέτας στα ευρωπαϊκά ράφια αποτελεί εδώ και χρόνια πεδίο σκληρού ανταγωνισμού, με εταιρείες εκτός Ελλάδας να διεκδικούν μερίδιο σε μια αγορά που παραδοσιακά ανήκει στην ελληνική παραγωγή.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η γερμανική εταιρεία GAZI GmbH, η οποία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους διακινητές λευκών τυριών στην Ευρώπη, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις για τη χρήση του όρου “φέτα”.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την κατάσταση δεν βρίσκονται μόνο οι πιέσεις της αγοράς, αλλά και οι διαχρονικές αστοχίες της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, που απέτυχε να θωρακίσει αποτελεσματικά το προϊόν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ελλιπής αξιοποίηση των μηχανισμών προστασίας ΠΟΠ, η καθυστερημένη αντίδραση σε περιπτώσεις καταχρηστικής χρήσης της ονομασίας και η απουσία σταθερής στρατηγικής στις διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. έχουν επιτρέψει σε ξένες εταιρείες να εδραιώσουν την παρουσία τους, υπονομεύοντας την αυθεντικότητα και την προστιθέμενη αξία της ελληνικής φέτας.
Η GAZI ιδρύθηκε το 1982 στη Γερμανία από τον Cemalettin Gazi και σήμερα αποτελεί μέρος ενός ισχυρού βιομηχανικού ομίλου με τεράστια παραγωγική βάση. Δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, με βασικά προϊόντα τα λεγόμενα τυριά άλμης, τα οποία προωθούνται συχνά ως “feta” ή “Greek style”. Η παραγωγή της φτάνει σε εντυπωσιακά επίπεδα, έως και 250.000 κιλά ημερησίως, μετατρέποντάς την σε βιομηχανική δύναμη που κατακλύζει τα ευρωπαϊκά ράφια.
Η φέτα ΠΟΠ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης) δεν είναι απλώς ένα τυρί. Είναι κατοχυρωμένο προϊόν που πρέπει να παράγεται αποκλειστικά στην Ελλάδα, από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα, με συγκεκριμένες παραδοσιακές μεθόδους. Ωστόσο, εταιρείες όπως η GAZI εκμεταλλεύονται “γκρίζες ζώνες” της αγοράς, χρησιμοποιώντας σε κάποιες χώρες τον όρο “feta”, ενώ σε άλλες καταφεύγουν σε ονομασίες όπως “white cheese”, αποφεύγοντας νομικά εμπόδια αλλά διατηρώντας το εμπορικό όφελος.
Το μεγαλύτερο σοκ έρχεται από τις τιμές. Στη Γερμανία, η φέτα πωλείται από περίπου 4,99€ έως 12,29€/κιλό, με μέσο όρο γύρω στα 7,5 – 8€/κιλό. Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα, το ίδιο προϊόν μπορεί να φτάσει ακόμα και τα 16€/κιλό. Με απλά λόγια, ο Έλληνας καταναλωτής πληρώνει έως και διπλάσια τιμή για το εθνικό του προϊόν, την ώρα που οι ξένες αγορές απολαμβάνουν χαμηλότερο κόστος.
Οι διαφορές δεν σταματούν στην τιμή. Τα προϊόντα τύπου GAZI βασίζονται σε βιομηχανική παραγωγή, με στόχο τη μαζικότητα και το χαμηλό κόστος. Αντίθετα, η αυθεντική ελληνική φέτα ΠΟΠ στηρίζεται σε αυστηρές προδιαγραφές και παραδοσιακές μεθόδους, κάτι που επηρεάζει άμεσα τη γεύση, την ποιότητα και τη διατροφική αξία.
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά προϊόντα που όμως συχνά εμφανίζονται ως “ίδια” στα μάτια του καταναλωτή.
karditsastakra