Σύγχυση και αντικρουόμενα μηνύματα επικρατούν γύρω από το ενδεχόμενο απευθείας επαφής ανάμεσα στη Βηρυτό και την Ιερουσαλήμ, σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία για τη Μέση Ανατολή. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε τα ξημερώματα της Πέμπτης μέσω Truth Social ότι οι ηγέτες του Ισραήλ και του Λιβάνου επρόκειτο να συνομιλήσουν εντός της ημέρας, κάνοντας λόγο για την πρώτη τέτοια επαφή έπειτα από περίπου 34 χρόνια και παρουσιάζοντάς την ως προσπάθεια να δημιουργηθεί «λίγος χώρος ανάσας» ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Ωστόσο, λίγο μετά την τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου, από τη λιβανική πλευρά ήρθε ψυχρό μήνυμα. Αξιωματούχος του προεδρικού γραφείου του Λιβάνου δήλωσε στα διεθνή μέσα ότι δεν υπάρχει καμία πληροφόρηση για επικείμενη τηλεφωνική συνομιλία ανάμεσα στους ηγέτες των δύο χωρών, ούτε για νέα συνάντηση Λιβανέζων και Ισραηλινών αξιωματούχων στην Ουάσιγκτον. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει το κλίμα αβεβαιότητας που συνοδεύει κάθε κίνηση στο συγκεκριμένο μέτωπο.
Την ίδια ώρα, από το Ισραήλ το μήνυμα ήταν διαφορετικό. Η Γκίλα Γκαμλιέλ, μέλος του υπουργικού συμβουλίου ασφαλείας, δήλωσε στο ισραηλινό ραδιόφωνο ότι ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επρόκειτο να συνομιλήσει με τον πρόεδρο του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν, δίνοντας έτσι μεγαλύτερο βάρος στο σενάριο μιας σπάνιας, υψηλού επιπέδου επαφής. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία επίσημης και κοινής επιβεβαίωσης από τις δύο κυβερνήσεις κράτησε την εικόνα θολή.
Το παρασκήνιο αυτής της υπόθεσης συνδέεται με τις επαφές που προηγήθηκαν στην Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με το Reuters, οι συνομιλίες στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ σηματοδότησαν την πρώτη υψηλού επιπέδου συνάντηση μεταξύ των κυβερνήσεων Ισραήλ και Λιβάνου από το 1993, με τους πρεσβευτές των δύο χωρών στην αμερικανική πρωτεύουσα να συμφωνούν στην έναρξη απευθείας ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για εξέλιξη με βαρύ συμβολισμό, καθώς οι επαφές αυτού του επιπέδου είναι εξαιρετικά σπάνιες.
Παρά τη διπλωματική κινητικότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιμένουν ότι ο Λίβανος δεν αποτελεί μέρος των διαπραγματεύσεων με το Ιράν για τη δεκαπενθήμερη κατάπαυση του πυρός. Κορυφαίος Αμερικανός αξιωματούχος ξεκαθάρισε ότι μια πιθανή εκεχειρία ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χεζμπολάχ δεν ζητήθηκε από την Ουάσιγκτον και δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των συνομιλιών με την Τεχεράνη, αν και ο Τραμπ θα έβλεπε θετικά έναν τερματισμό των εχθροπραξιών στον Λίβανο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμφωνίας ειρήνης.
Αυτό το αμερικανικό μήνυμα έχει τη σημασία του, γιατί δείχνει ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί να κρατήσει διακριτές, τουλάχιστον σε επίσημο επίπεδο, τις δύο κρίσεις: από τη μία τον πόλεμο και τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, και από την άλλη την ένταση στο μέτωπο Ισραήλ–Λιβάνου. Στην πράξη, όμως, τα δύο πεδία αλληλοεπηρεάζονται, καθώς η σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ έχει ενταθεί στο φόντο του ευρύτερου πολέμου στην περιοχή.
Το Ισραήλ, άλλωστε, δεν έχει σταματήσει τις επιχειρήσεις του. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις συνεχίζουν τις επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ, με έμφαση στη Μπιντ Τζμπέιλ του νότιου Λιβάνου, την οποία χαρακτήρισε βασικό προπύργιο της οργάνωσης. Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι το Ισραήλ ξεκίνησε σπάνιες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τον Λίβανο, θεωρώντας ότι η στρατιωτική πίεση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια πιο μόνιμη διευθέτηση.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το Πακιστάν εμφανίζεται να αποκτά όλο και πιο ενεργό ρόλο ως διαμεσολαβητής. Ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού Ασίμ Μουνίρ μετέβη στην Τεχεράνη για να στηρίξει τις προσπάθειες ανανέωσης των συνομιλιών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, ενώ σύμφωνα με πακιστανικές και διεθνείς πηγές παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέου γύρου επαφών, χωρίς όμως να έχει ακόμη καθοριστεί ημερομηνία ή τόπος.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι υπάρχει έντονη διπλωματική κινητικότητα, αλλά όχι ακόμη καθαρό και σταθερό έδαφος. Ο Τραμπ επιχειρεί να εμφανίσει μια νέα δυναμική αποκλιμάκωσης, όμως η λιβανική διάψευση και η συνεχιζόμενη στρατιωτική δράση του Ισραήλ δείχνουν ότι η απόσταση ανάμεσα στις ανακοινώσεις και στην πραγματικότητα παραμένει μεγάλη. Οι απευθείας επαφές Ισραήλ–Λιβάνου, εφόσον τελικά σταθεροποιηθούν, μπορεί να ανοίξουν μια νέα σελίδα. Προς το παρόν, όμως, αυτό που κυριαρχεί είναι η ασάφεια, η δυσπιστία και η προσπάθεια όλων των πλευρών να κερδίσουν χρόνο και θέση μέσα σε μια εξαιρετικά ρευστή περιφερειακή κρίση.