breaking newsΔιεθνή

Γιατί το CNN βλέπει περισσότερο συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν παρά επιστροφή σε πλήρη σύγκρουση;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιν διαμορφώνουν πλέον μια εξαιρετικά στενή διαπραγματευτική εξίσωση, με τα περιθώρια για παρατεταμένη σύγκρουση να περιορίζονται αισθητά και για τις δύο πλευρές. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα ανάλυσης του CNN, σύμφωνα με την οποία η οικονομική πίεση, οι στρατιωτικές απώλειες και οι πολιτικές ανάγκες τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Τεχεράνης ενισχύουν το σενάριο ενός συμβιβασμού, όσο πλησιάζει η λήξη της κατάπαυσης του πυρός.

Ο πρώτος γύρος των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ, παρά τη μαραθώνια διάρκειά του, φαίνεται πως δεν είχε μόνο διερευνητικό χαρακτήρα, αλλά λειτούργησε και ως εργαλείο ενίσχυσης της αμερικανικής διαπραγματευτικής θέσης. Το γεγονός ότι ακολούθησε σχεδόν άμεσα ναυτικός αποκλεισμός ιρανικών λιμανιών δείχνει, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, ότι ο Λευκός Οίκος είχε ήδη έτοιμο σχέδιο κλιμάκωσης της πίεσης προς το Ιράν.

Αν και οι οικονομικές συνέπειες ενός τέτοιου αποκλεισμού δεν αποτυπώνονται από τη μια μέρα στην άλλη, η μερική ακόμη επιτυχία του αρκεί για να επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη πιεσμένη ιρανική οικονομία. Παράλληλα, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην Τεχεράνη, καθώς επηρεάζουν και συμμάχους της, με κυριότερη την Κίνα, που διατηρεί σημαντική εξάρτηση από τις ιρανικές πετρελαϊκές εξαγωγές.

Την ίδια στιγμή, και ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να έχει τους δικούς του λόγους για να επιδιώκει συμφωνία. Η αύξηση του πληθωρισμού και η άνοδος στις τιμές των καυσίμων προκαλούν πολιτική πίεση στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, με τον Αμερικανό πρόεδρο να αναζητεί μια εξέλιξη που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί.

Από την πλευρά της Τεχεράνης, η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη απ’ όσο αφήνει να φανεί η επίσημη ρητορική. Παρά την εικόνα ανθεκτικότητας που επιχειρεί να προβάλλει, το Ιράν έχει υποστεί σοβαρές στρατιωτικές και πολιτικές απώλειες έπειτα από δεκάδες ημέρες βομβαρδισμών, οι οποίοι φέρονται να έπληξαν περισσότερους από 13.000 στόχους. Σημαντικό πλήγμα έχουν δεχθεί και οι Φρουροί της Επανάστασης, ενώ η απουσία δημόσιας εμφάνισης του Μοτζταμπά Χαμενεΐ, που θεωρείται πιθανός διάδοχος του ανώτατου ηγέτη, τροφοδοτεί νέα ερωτήματα για την κατάσταση στο εσωτερικό της ιρανικής εξουσίας.

Το βασικό στοιχείο, πάντως, είναι ότι η ισχύς της Τεχεράνης μοιάζει να στηρίζεται περισσότερο στην ικανότητά της να αντέχει παρά να επιβάλλεται στρατιωτικά. Αυτή η αντοχή της έχει μέχρι σήμερα επιτρέψει να διατηρεί επιρροή στην περιοχή, όμως πλέον οι περιφερειακές πιέσεις και η γεωπολιτική απομόνωση κάνουν την εξίσωση πιο σκληρή.

Το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα δυσμενές περιφερειακό περιβάλλον, καθώς έχει εμπλακεί στρατιωτικά με αρκετές χώρες του Κόλπου. Το Ιράκ εμφανίζεται διχασμένο ως προς τη στάση που θα κρατήσει, ενώ το Πακιστάν, το οποίο λειτουργεί ως διαμεσολαβητής, διατηρεί αμυντική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία. Το στοιχείο αυτό δείχνει καθαρά ότι τα περιθώρια ελιγμών της Τεχεράνης είναι πλέον πιο περιορισμένα απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων βρίσκεται και το θέμα των Στενών του Ορμούζ, ένα μέτωπο με τεράστια γεωοικονομική σημασία. Η επαναλειτουργία τους φαίνεται να αποτελεί βασικό σημείο σύγκλισης, καθώς ο αμερικανικός αποκλεισμός λιμανιών έχει περιορίσει τη δυνατότητα της Τεχεράνης να αξιοποιεί το συγκεκριμένο πέρασμα ως μοχλό πίεσης.

Παράλληλα, κρίσιμο παραμένει και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Οι δύο πλευρές εμφανίζονται να πλησιάζουν σε μια ιδέα προσωρινής αναστολής του εμπλουτισμού ουρανίου, αλλά με διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Η Τεχεράνη προτείνει περίοδο πέντε ετών, ενώ η Ουάσιγκτον επιδιώκει δέσμευση 20ετίας. Στο τραπέζι βρίσκεται και το ζήτημα των περίπου 400 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%, υλικό που θεωρείται κρίσιμο, αν και εκτιμάται ότι δεν είναι άμεσα αξιοποιήσιμο για την κατασκευή πυρηνικού όπλου υπό τις σημερινές συνθήκες επιτήρησης από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Μεταξύ των πιθανών λύσεων που εξετάζονται είναι η απομάκρυνση του υλικού μέσω της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, η μεταφορά του στη Ρωσία, η πώλησή του ή ακόμη και η μείωση του βαθμού εμπλουτισμού του, όλα μέσα από έναν μηχανισμό επαλήθευσης που επιδιώκει η Ουάσιγκτον.

Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της στάσης του Ισραήλ, το οποίο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αβεβαιότητας. Η Τεχεράνη θέλει να εξασφαλίσει ότι οι σύμμαχοί της, κυρίως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, δεν θα δεχθούν νέες επιθέσεις. Η Χεζμπολάχ έχει δείξει ότι διατηρεί επιχειρησιακές δυνατότητες, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση του Λιβάνου βρίσκεται σε άμεσες συνομιλίες με το Ισραήλ για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Ωστόσο, η Βηρυτός δεν έχει κατορθώσει να προχωρήσει στον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, κάτι που διατηρεί την περιοχή σε εύθραυστη ισορροπία.

Σύμφωνα με την ανάλυση, τα βασικά εμπόδια για μια συμφωνία δεν είναι τόσο τεχνικά όσο πολιτικά. Ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη μπορούν να εμφανιστούν ότι υποχωρούν πλήρως. Και οι δύο πλευρές χρειάζονται ένα αποτέλεσμα που θα μπορεί να παρουσιαστεί στο εσωτερικό τους ως νίκη. Ο Τραμπ ειδικά επιδιώκει μια συμφωνία που να μπορεί να συγκριθεί ευνοϊκά με εκείνη του 2015, επί Μπαράκ Ομπάμα, την οποία ο ίδιος είχε ακυρώσει στην πρώτη του θητεία.

Παρά ταύτα, το μεγάλο ερώτημα δεν αφορά μόνο το αν θα υπάρξει συμφωνία, αλλά και το τι Ιράν θα αφήσει πίσω του αυτός ο πόλεμος. Η εκτεταμένη φθορά υποδομών, η πίεση στο εσωτερικό της χώρας και η ενίσχυση των σκληροπυρηνικών κύκλων ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά τη μελλοντική στρατηγική της Τεχεράνης. Ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία που θα περιορίζει την ιρανική πυρηνική δυνατότητα, πολλοί εκτιμούν ότι τα γεγονότα των τελευταίων μηνών θα ενισχύσουν στο εσωτερικό του καθεστώτος την πεποίθηση ότι το Ιράν χρειάζεται ακόμη ισχυρότερη αποτρεπτική ισχύ.

Back to top button