Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής», ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής ανέλυσε τις εξελίξεις γύρω από τη σύγκρουση με το Ιράν, τις επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ, την αποδυνάμωση της δυτικής επιρροής και τις άμεσες συνέπειες που μπορεί να έχει το νέο διεθνές περιβάλλον για την Ελλάδα και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Ο έμπειρος διπλωμάτης υποστήριξε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται πλέον σε στρατηγικό αδιέξοδο, καθώς επιχείρησε να προκαλέσει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα στρατιωτικά και πολιτικά μέσα.
Όπως σημείωσε, μια πραγματική επιχείρηση ανατροπής της ιρανικής ηγεσίας θα απαιτούσε την αποστολή δεκάδων ή ακόμη και εκατοντάδων χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών στο έδαφος, κάτι που η Ουάσιγκτον δεν τόλμησε να πράξει.
«Οι Ιρανοί δεν είδαν τον Τραμπ ως σωτήρα»
Ο Γιώργος Αϋφαντής απέρριψε ως ανεδαφική την εκτίμηση ότι οι βομβαρδισμοί και η εξωτερική πίεση θα οδηγούσαν αυτομάτως τον ιρανικό λαό σε εξέγερση κατά της κυβέρνησής του.
Με χαρακτηριστικά σκωπτικό τρόπο, ανέφερε ότι δεν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες πως οι Ιρανοί θα έβλεπαν τον Ντόναλντ Τραμπ ως «σωτήρα» και θα κατέβαιναν στους δρόμους για να ανατρέψουν το καθεστώς.
Αντιθέτως, σύμφωνα με τον πρέσβη ε.τ., η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι όταν ένας λαός δέχεται εξωτερική επίθεση, συνήθως συσπειρώνεται γύρω από την ηγεσία του, ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρές εσωτερικές αντιθέσεις.
Για τον λόγο αυτό, εκτίμησε ότι οι απειλές για νέους βομβαρδισμούς γεφυρών, ενεργειακών εγκαταστάσεων και εργοστασίων ηλεκτροπαραγωγής δύσκολα μπορούν να οδηγήσουν στην κατάρρευση της ιρανικής κυβέρνησης.
Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να ενισχύσουν την εθνική συσπείρωση και να αυξήσουν την οργή της ιρανικής κοινωνίας απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το αδιέξοδο της Δύσης
Ο κ. Αϋφαντής διεύρυνε την κριτική του, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά συνολικά τη Δύση.
«Δείχνουν το αδιέξοδο της Δύσης», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εμφανίζει κάποια συγκροτημένη εναλλακτική στρατηγική και περιορίζεται ουσιαστικά στην παρακολούθηση των αμερικανικών επιλογών.
Ως διαφορετική προσέγγιση παρουσίασε την πολιτική που είχε ακολουθηθεί επί Μπαράκ Ομπάμα, με σταδιακή άρση των κυρώσεων και επανένταξη του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η οικονομική ενσωμάτωση θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να μεταβάλει τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στην Τεχεράνη, χωρίς στρατιωτική επέμβαση. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι μια τέτοια πολιτική απαιτεί χρόνο και υπομονή, χωρίς να εγγυάται την εγκατάσταση μιας φιλοαμερικανικής κυβέρνησης.
Η ενέργεια ως όπλο του Ιράν
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις δυνατότητες που διαθέτει το Ιράν να πιέσει την παγκόσμια οικονομία μέσω της ενέργειας.
Ο Γιώργος Αϋφαντής προειδοποίησε ότι μια μείωση της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς ακόμη και κατά 20% θα προκαλούσε τεράστιες αναταράξεις, εκτόξευση των τιμών και σοβαρή πίεση στις δυτικές κοινωνίες, ιδιαίτερα ενόψει του χειμώνα.
Το κρίσιμο ερώτημα, όπως είπε, είναι πόσο μπορούν να αντέξουν οι δυτικές οικονομίες και κοινωνίες ένα παρατεταμένο διάστημα πανάκριβης ενέργειας, πληθωρισμού και οικονομικής δυσπραγίας.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι η κρίση κλονίζει και το αίσθημα ασφαλείας των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου, όπως το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι χώρες αυτές, όπως επισήμανε, είχαν οικοδομήσει την οικονομική και πολιτική σταθερότητά τους πάνω στην πεποίθηση ότι η ασφάλειά τους ήταν εγγυημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι τελευταίες εξελίξεις, όμως, δείχνουν ότι αυτή η εγγύηση δεν είναι πλέον απόλυτη.
Αυτό μπορεί να επηρεάσει και τη ροή των πετροδολαρίων προς τις δυτικές τράπεζες και οικονομίες, οδηγώντας σε περίοδο ύφεσης και περαιτέρω περιορισμού της πολιτικής αποτελεσματικότητας της Δύσης.
«Ο Ερντογάν θα το αποπειραθεί»
Περνώντας στα ελληνοτουρκικά, ο πρέσβης ε.τ. εμφανίστηκε ιδιαίτερα ανήσυχος, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίζει τις τουρκικές διακηρύξεις ως πραγματικούς στρατηγικούς στόχους και όχι ως επικοινωνιακά συνθήματα.
«Οι Τούρκοι δεν βάζουν στόχους μόνο για να κερδίζουν εκλογές. Πρέπει και να τους υλοποιούν», τόνισε.
Ως παραδείγματα ανέφερε τη δράση της Τουρκίας στη Συρία, στο Αζερμπαϊτζάν, στην Αρμενία και στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου, κατά την εκτίμησή του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να πραγματοποιήσει όσα είχε εξαγγείλει.
Ο κ. Αϋφαντής προειδοποίησε ότι το ίδιο πρέπει να αναμένεται και σε σχέση με τη «Γαλάζια Πατρίδα».
«Πιστεύουμε ότι δεν θα το αποπειραθεί ο Ερντογάν. Θα το αποπειραθεί», δήλωσε κατηγορηματικά.
Η αναβάθμιση της Τουρκίας και η σύνοδος του ΝΑΤΟ
Ο πρώην πρέσβης υποστήριξε ότι η Τουρκία εξήλθε από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ με σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο και με ενισχυμένη διεθνή θέση.
Άσκησε μάλιστα δριμεία κριτική στην παρουσία των δυτικών ηγετών και του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία, σχολιάζοντας ιδιαίτερα την τελετουργία και τη χρήση του εμβατηρίου των γενιτσάρων.
Κατά την εκτίμησή του, η εικόνα αυτή αποτύπωσε έναν συμβολικό σεβασμό προς την τουρκική ισχύ, ο οποίος δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την αξιολόγηση των συσχετισμών.
Παράλληλα, αμφισβήτησε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες και οι σύμμαχοι της Ελλάδας θα συγκρουστούν πραγματικά με την Άγκυρα, σε περίπτωση που η Τουρκία επιχειρήσει να παρεμποδίσει έργα ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως το ηλεκτρικό καλώδιο στην περιοχή της Κάσου.
Όπως είπε, δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένει η Αθήνα ότι χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία ή η Ιταλία θα σταθούν αυτόματα απέναντι στον Ερντογάν για να υπερασπιστούν τις ελληνικές θέσεις.
Κριτική στην ελληνική αδράνεια
Ο Γιώργος Αϋφαντής απέδωσε μεγάλο μέρος του σημερινού προβλήματος στην αδράνεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Υποστήριξε ότι η Αθήνα θα έπρεπε να έχει συνδέσει εγκαίρως όσα επιθυμεί η Τουρκία στο ΝΑΤΟ και στις σχέσεις της με τη Δύση με την εγκατάλειψη της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την ανάκληση του τουρκικού casus belli κατά της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα θα μπορούσε είτε να ακυρώσει στην πράξη το casus belli, ασκώντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα, είτε να το αντιμετωπίσει διπλωματικά, ανταλλάσσοντας τη συναίνεσή της σε ζητήματα που ενδιαφέρουν την Άγκυρα με πραγματικές τουρκικές υποχωρήσεις.
Αντί γι’ αυτό, όπως υποστήριξε, η κυβέρνηση επικαλείται σήμερα τη δική της προηγούμενη αδράνεια για να δικαιολογήσει νέες παραχωρήσεις.
«Ναι στα F-35, αλλά με όρους»
Ιδιαίτερα σκληρός ήταν ο σχολιασμός του για το ενδεχόμενο ελληνικής αποδοχής της επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Ο κ. Αϋφαντής επέκρινε τη θέση σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα δεν μπορεί να εμποδίσει μια τρίτη χώρα να αγοράσει όπλα από μια τέταρτη και, συνεπώς, θα πρέπει να συναινέσει, θέτοντας απλώς κάποιους όρους.
Με μια εξαιρετικά ωμή παρομοίωση, χαρακτήρισε αυτή τη λογική ως αποδοχή ενός τετελεσμένου «υπό όρους», θέλοντας να υπογραμμίσει ότι οι εγγυήσεις και οι περιορισμοί δεν αναιρούν τον βασικό κίνδυνο που θα δημιουργηθεί για την ελληνική ασφάλεια.
Τόνισε ότι το ζήτημα δεν είναι ένα μακρινό διεθνές γεγονός που αφορά άλλους, αλλά μια εξέλιξη με άμεση σχέση με την εθνική κυριαρχία, την αποτρεπτική ισχύ και την ασφάλεια της Ελλάδας.
«Βάζουμε την κυριαρχία της χώρας στο σφυρί»
Ο πρέσβης ε.τ. συνέδεσε την εξωτερική πολιτική με τη συνολικότερη οικονομική και ενεργειακή στρατηγική της χώρας.
Εκτίμησε ότι, εάν η Ελλάδα είχε προχωρήσει έγκαιρα στην αξιοποίηση των εγχώριων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, θα διέθετε σήμερα μεγαλύτερη οικονομική αντοχή, φθηνότερη ενέργεια, αυξημένη γεωπολιτική αξιοπιστία και μεγαλύτερη ελκυστικότητα για επενδύσεις.
Αντίθετα, κατήγγειλε ότι η χώρα διαθέτει εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών χωρίς τις αναγκαίες δυνατότητες αποθήκευσης, με αποτέλεσμα μέρος της παραγόμενης ενέργειας να χάνεται ή να εξάγεται και να επιστρέφει ακριβότερα στην ελληνική αγορά.
Κλείνοντας, προειδοποίησε ότι μια κυβέρνηση που εμφανίζεται πρόθυμη να συζητήσει απαιτήσεις οι οποίες αφορούν την εθνική κυριαρχία δύσκολα μπορεί να πείσει ότι θα επιδείξει αποφασιστικότητα στα υπόλοιπα μεγάλα προβλήματα της χώρας.
«Όταν βάζεις την κυριαρχία της χώρας στο σφυρί, υπό διαπραγμάτευση, και συζητάς τις απαιτήσεις του άλλου, δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα», ήταν το αιχμηρό συμπέρασμα της παρέμβασής του.