Τον κίνδυνο οι ελληνικοί χειρισμοί να εκλαμβάνονται από την Άγκυρα ως περιθώριο για νέες διεκδικήσεις υπογράμμισε ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, Ιωάννης Μάζης, στην παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική». Συνδέοντας τις πιέσεις νότια της Κρήτης με το Καστελλόριζο, την Κάσο και τις εκκρεμότητες στις θαλάσσιες οριοθετήσεις, περιέγραψε μια τουρκική τακτική διαρκούς διεύρυνσης της ατζέντας.
Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι κάθε κίνηση που η τουρκική πλευρά ερμηνεύει ως υποχώρηση καταγράφεται και επανέρχεται ως εργαλείο πίεσης. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν προδικάζει νέα ελληνική υποχώρηση. Προειδοποίησε ότι και μόνο η προσδοκία μιας τέτοιας εξέλιξης μπορεί να ενθαρρύνει όσους προβάλλουν διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας.
Οι ανησυχίες για την αμερικανική πρεσβεία και την ενέργεια
Στην αρχή της συζήτησης, με αφορμή ερώτηση για την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την αμερικανική διπλωματική εκπροσώπηση στην Αθήνα, ο καθηγητής σημείωσε ότι μια παρατεταμένη περίοδος λειτουργίας της πρεσβείας με επιτετραμμένο, αντί πρέσβη, προκαλεί δυσχέρεια στις κινήσεις. Αναφέρθηκε σε ενδεχόμενο διάστημα τριών έως έξι μηνών.
Έδωσε, ωστόσο, ιδιαίτερο βάρος στην εξέλιξη του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου και στα επιχειρηματικά συμφέροντα που θα εμπλακούν. Το ερώτημα που έθεσε ήταν κατά πόσον θα πρόκειται για ελληνικά συμφέροντα ή για συμφέροντα άλλης προέλευσης, με στενότερες σχέσεις με την Τουρκία.
Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για το ενδεχόμενο επιρροής του Τομ Μπάρακ στην επιλογή του επόμενου διπλωματικού εκπροσώπου των ΗΠΑ στην Αθήνα, αναφερόμενος στην έντονη δραστηριότητά του στην περιοχή.
Για τον Μάζη, το κρίσιμο ζήτημα προηγείται της εσωτερικής εκλογικής συζήτησης: ποιο γεωστρατηγικό περιβάλλον θα παραλάβει η επόμενη ελληνική κυβέρνηση και ποια περιθώρια δράσης θα διαθέτει. Ανεξαρτήτως κυβερνητικού σχήματος, σημασία έχει πόσους «βαθμούς ελευθερίας» θα έχει η Αθήνα στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων.
Λιβύη: Ο προβληματισμός για τη διαδοχή Σάλεχ
Απαντώντας σε ερώτηση για τις λιβυκές κινήσεις σχετικά με τις έρευνες νότια της Κρήτης, ο καθηγητής εξέφρασε ανησυχία για την προοπτική διαδοχής του Αγκίλα Σάλεχ. Επικαλούμενος τις πληροφορίες που διαθέτει, εκτίμησε ότι η διάδοχη κατάσταση θα έχει στενότερες σχέσεις με την Τουρκία.
Συνέδεσε την εκτίμησή του με τη γεωγραφία του τουρκολιβυκού μνημονίου, το οποίο χαρακτήρισε παράνομο, και με την περιοχή άσκησης επιρροής της ανατολικής λιβυκής ηγεσίας. Κατά την ανάλυσή του, η ενίσχυση των σχέσεων αυτής της πλευράς με την Άγκυρα δημιουργεί πρόσθετο λόγο προβληματισμού για την Ελλάδα.
Σε ερώτηση για το αν οι λιβυκές ενέργειες επιδιώκουν να αποθαρρύνουν επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια νότια της Κρήτης, απάντησε καταφατικά, εντάσσοντας αυτή την επιδίωξη στην ευρύτερη τουρκική στάση.
Η κριτική για τη συμφωνία με την Αίγυπτο
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για τη μερική οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου. Υποστήριξε ότι η αποδοχή μειωμένης επήρειας της Κρήτης και η μη ολοκλήρωση της οριοθέτησης πέραν του 28ου μεσημβρινού άφησαν περιθώριο αξιοποίησης από την τουρκική πλευρά.
Κατά τη δική του εκτίμηση, η Άγκυρα αντιμετωπίζει αυτούς τους χειρισμούς ως ένδειξη υποχωρητικότητας και τους χρησιμοποιεί για να ενθαρρύνει λιβυκές διεκδικήσεις. Περιγράφοντας παραστατικά το μήνυμα που θεωρεί ότι μεταφέρει η Τουρκία προς τη Λιβύη, ανέφερε: «Διεκδικήστε, εμείς εδώ είμαστε. Οι Έλληνες θα υποχωρήσουν».
Έσπευσε, όμως, να ξεκαθαρίσει: «Εγώ δεν λέω ότι θα υποχωρήσουμε τελικώς. Όχι».
Η προειδοποίησή του αφορά την εικόνα που σχηματίζει η απέναντι πλευρά και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά της. Υποστήριξε ότι μια εξαρχής αποτρεπτική στάση θα περιόριζε τη δυνατότητα δημιουργίας νέων εντάσεων.
«Τι ακριβώς κάνουμε» στο Καστελλόριζο;
Ο Μάζης έθεσε επίσης το ζήτημα της αμφισβήτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας γύρω από το Καστελλόριζο, διερωτώμενος ποια έμπρακτη απάντηση δίνει η Αθήνα.
«Γιατί το έχουμε ξεχάσει αυτό; Τι ακριβώς κάνουμε εκεί για να δείξουμε ότι δεν το επιτρέπουμε;» ήταν το ερώτημά του.
Περιέγραψε τον πολλαπλασιασμό των ανοικτών θεμάτων ως μέρος της τουρκικής τεχνικής. Με διαδοχικές πιέσεις σε διαφορετικές περιοχές, εξήγησε, δημιουργείται μια ατζέντα στην οποία η ελληνική πλευρά καλείται συνεχώς να απαντά.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε την κριτική του για το όριο της επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο, για τους χειρισμούς στην Κάσο —τους οποίους χαρακτήρισε οπισθοχώρηση— και για τη Διακήρυξη των Αθηνών.
Η ένστασή του για τη Διακήρυξη ήταν ότι, κατά την άποψή του, προχώρησε ενώ παρέμεναν ανοικτά το casus belli, η «Γαλάζια Πατρίδα» και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Το μήνυμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η Άγκυρα αξιολογεί σωρευτικά τις ελληνικές αποφάσεις και προσαρμόζει ανάλογα την πίεσή της.