breaking newsΔιεθνή

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη

Μια εικόνα που κυκλοφορεί στην Τουρκία παρουσιάζει τα τηλεοπτικά κανάλια, τις εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των τουρκικών αρχών από το 2015 μέχρι και τις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τα ονόματα είναι χαρακτηριστικά: Kanaltürk, Bugün TV, Zaman, Today’s Zaman, Cihan, Samanyolu, TELE1 και, πλέον, Halk TV.

Συνολικά, η συγκεκριμένη καταγραφή περιλαμβάνει 26 ονομασίες. Δεν πρόκειται, όμως, αποκλειστικά για οριστικά κλεισμένα μέσα ενημέρωσης. Ο κατάλογος συνδυάζει επιχειρήσεις που έκλεισαν με κυβερνητικά διατάγματα, σταθμούς που καταλήφθηκαν από διορισμένους διαχειριστές και περιπτώσεις στις οποίες διεκόπη η ανεξάρτητη ειδησεογραφική λειτουργία.

Η πραγματική έκταση των παρεμβάσεων είναι μεγαλύτερη.

Μόνο τον Ιούλιο του 2016, μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, η τουρκική κυβέρνηση διέταξε το κλείσιμο 45 εφημερίδων, 16 τηλεοπτικών σταθμών, 23 ραδιοφώνων, 15 περιοδικών και 29 εκδοτικών οίκων και εταιρειών διανομής. Το Committee to Protect Journalists (CPJ) κατήγγειλε τότε το πρωτοφανές εύρος των εκκαθαρίσεων στον χώρο της ενημέρωσης.

Από τη Zaman στη Samanyolu: Η μεγάλη εκκαθάριση του 2016

Η πρώτη μεγάλη φάση των παρεμβάσεων άρχισε πριν από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016.

Ήδη από το 2015, οι τουρκικές αρχές είχαν παρέμβει στη λειτουργία τηλεοπτικών και δημοσιογραφικών οργανισμών που θεωρούνταν συνδεδεμένοι με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

Ακολούθησε, τον Μάρτιο του 2016, η επιβολή δικαστικά διορισμένων διαχειριστών στην εφημερίδα Zaman και στην αγγλόφωνη έκδοσή της, Today’s Zaman. Αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν στις εγκαταστάσεις, ενώ δημοσιογράφοι απομακρύνθηκαν ή παραιτήθηκαν.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις έκτακτες εξουσίες της για να κλείσει μεγάλο αριθμό μέσων, επικαλούμενη δεσμούς τους με οργανώσεις τις οποίες κατηγορούσε για τρομοκρατική δράση.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν τα Kanaltürk, Bugün, Millet, Samanyolu TV, Samanyolu Haber, Can Erzincan TV και Cihan News Agency.

Το ίδιο μοτίβο επεκτάθηκε και σε κουρδικά μέσα ενημέρωσης. Τον Οκτώβριο του 2016, νέες αποφάσεις οδήγησαν στο κλείσιμο τουλάχιστον 15 ακόμη ειδησεογραφικών οργανισμών, μεταξύ των οποίων κουρδικά πρακτορεία και εφημερίδες.

Η τουρκική κυβέρνηση υποστήριζε ότι ενεργούσε για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και την αντιμετώπιση οργανώσεων που θεωρούσε υπεύθυνες για την απόπειρα ανατροπής της.

Ανθρωπιστικές οργανώσεις και διεθνείς ενώσεις δημοσιογράφων επισήμαιναν, ωστόσο, ότι οι μαζικές αποφάσεις, η περιορισμένη δικαστική προστασία και η γενικευμένη επίκληση της τρομοκρατίας δημιουργούσαν σοβαρούς κινδύνους για την ελευθερία της ενημέρωσης.

Οκτώβριος 2026: Το Halk TV εκτός ζωντανής μετάδοσης

Η υπόθεση επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση στις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τουρκικές αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν τα ξημερώματα στις εγκαταστάσεις του Halk TV στην Κωνσταντινούπολη. Ο τηλεοπτικός σταθμός, γνωστός για την αντιπολιτευτική του γραμμή, τέθηκε υπό τη διοίκηση διορισμένου διαχειριστή και οι ζωντανές μεταδόσεις του διακόπηκαν.

Οι εισαγγελικές αρχές συνέδεσαν την επιχείρηση με έρευνα για οικονομικά αδικήματα που αφορούσαν τον ιδιοκτήτη του σταθμού, Καφέρ Μαχίρογλου. Εκείνος αρνήθηκε τις κατηγορίες και απέδωσε την επέμβαση σε πολιτικά κίνητρα.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε ενώ το Halk TV κάλυπτε συστηματικά την υπόθεση του φυλακισμένου δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου και τις εξελίξεις στην τουρκική αντιπολίτευση.

Η Human Rights Watch χαρακτήρισε την ανάληψη ελέγχου του σταθμού ακόμη μία παρέμβαση εις βάρος ανεξάρτητης δημοσιογραφικής φωνής.

Δεν είναι η μοναδική πρόσφατη περίπτωση.

Σύμφωνα με την ανεξάρτητη τουρκική δημοσιογραφική πλατφόρμα Bianet, από τον Μάρτιο του 2025 μέχρι τον Οκτώβριο του 2026, συνολικά δέκα τηλεοπτικοί σταθμοί πέρασαν σε καθεστώς διοίκησης από κρατικά διορισμένους διαχειριστές.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα Flash Haber TV, Ekotürk TV, Habertürk TV, Show TV, Bloomberg HT, HT Spor, Show Türk, Show Max, TELE1 και Halk TV.

Εδώ υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά: αρκετοί από τους σταθμούς συνέχισαν να μεταδίδουν πρόγραμμα υπό τη νέα διοίκηση. Στο TELE1, όμως, ανεστάλησαν οι ζωντανές ειδησεογραφικές μεταδόσεις, ενώ στο Halk TV διακόπηκε η ζωντανή εκπομπή μετά την αστυνομική επέμβαση.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ένας σταθμός εξακολουθεί να εκπέμπει. Είναι ποιος αποφασίζει για τη διοίκησή του, ποιος ελέγχει τη δημοσιογραφική γραμμή και κατά πόσον οι δημοσιογράφοι έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται χωρίς κρατική πίεση.

Η φίμωση περνά και στο διαδίκτυο

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στις τηλεοπτικές συχνότητες και στον έντυπο Τύπο.

Τον Οκτώβριο του 2026, η Τουρκία βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο διεθνών αντιδράσεων για περιορισμούς στην πρόσβαση σε ανεξάρτητες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων.

Περισσότερες από 20 οργανώσεις υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων η Human Rights Watch και η ARTICLE 19, κάλεσαν τις ψηφιακές πλατφόρμες να αντισταθούν σε δικαστικές εντολές αποκλεισμού περισσότερων από 1.200 λογαριασμών.

Οι λογαριασμοί αφορούσαν δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον αποκλεισμό της ανεξάρτητης ειδησεογραφικής ιστοσελίδας T24.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη διεθνή αξιολόγηση της χώρας.

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

163η / 180

Τουρκία, 2026 – Reporters Without Borders

Η Freedom House αναφέρει επίσης ότι μεγάλο μέρος των τουρκικών μέσων ανήκει σε επιχειρηματικούς ομίλους με κυβερνητικές διασυνδέσεις, ενώ οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν διώξεις, πρόστιμα, περιορισμούς και συλλήψεις.

Ο Ερντογάν καταγγέλλει το Ισραήλ και τη Δύση για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα όταν εξετάσει κανείς τη διεθνή ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης.

Ο Ερντογάν εμφανίζεται συστηματικά ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταγγέλλοντας άλλες χώρες για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και για περιορισμούς των ελευθεριών.

Πρώτος στόχος των κατηγοριών του είναι το Ισραήλ.

Στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, κατηγόρησε την ισραηλινή κυβέρνηση για εγκλήματα στη Γάζα, επικρίνοντας παράλληλα την αδυναμία των διεθνών οργανισμών να προστατεύσουν τους Παλαιστινίους.

Το Ισραήλ απορρίπτει τις τουρκικές κατηγορίες περί γενοκτονίας.

Η τουρκική προεδρία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου.

Τον Δεκέμβριο του 2025, η Διεύθυνση Επικοινωνίας της Προεδρίας εξέδωσε βιβλίο με τίτλο Murdering the Truth: Israel’s Campaign Against Journalism, με πρόλογο του Ερντογάν, κατηγορώντας το Ισραήλ για στοχοποίηση δημοσιογράφων και καταστροφή δημοσιογραφικών υποδομών στη Γάζα.

Η τουρκική πλευρά ασκεί επίσης κριτική σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα για τη στάση τους απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα, την ισλαμοφοβία, τον ρατσισμό και την προστασία των μειονοτήτων.

Σε επίσημες δηλώσεις του, ο Ερντογάν έχει κατηγορήσει δυτικές χώρες για επιλεκτική εφαρμογή της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταλογίζοντάς τους υποκρισία. Έχει επίσης επικρίνει τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες για ανεπαρκή αντίδραση στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Οι καταγγελίες αυτές πρέπει ασφαλώς να εξετάζονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά. Η κατάσταση των δημοσιογράφων στη Γάζα, οι περιορισμοί πρόσβασης ξένων ανταποκριτών και οι καταγγελίες παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν σοβαρά ζητήματα που έχουν τεθεί και από διεθνείς δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

Υπάρχει, όμως, ένα ουσιώδες ζήτημα συνέπειας: οι αρχές της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας των δημοσιογράφων οφείλουν να εφαρμόζονται και στο εσωτερικό μιας χώρας που επικαλείται αυτές τις αξίες στη διεθνή σκηνή.

Η Ευρώπη επικρίνει, αλλά συνεργάζεται με την Άγκυρα

Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος, στις 9 Οκτωβρίου 2026, επισήμανε ότι οι τελευταίες παρεμβάσεις της Άγκυρας στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και στα ατομικά δικαιώματα απομακρύνουν τη χώρα από τις απαιτούμενες ευρωπαϊκές δημοκρατικές προδιαγραφές.

Παράλληλα, αναγνώρισε την αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη, ιδιαίτερα σε θέματα άμυνας, περιφερειακής ασφάλειας και οικονομικής συνεργασίας.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το ευρωπαϊκό δίλημμα.

Η Άγκυρα επιδιώκει συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά και χρηματοπιστωτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων τα SAFE και SEPA, την ώρα που η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας προκαλεί αντιδράσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη μεταχείριση της αντιπολίτευσης και την ελευθερία της δημοσιογραφίας.

Το Reuters κατέγραψε τον Ιούλιο του 2026 ότι αρκετοί δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας έχουν περιορίσει τη δημόσια κριτική τους για τις παραβιάσεις δικαιωμάτων, δίνοντας μεγαλύτερη προτεραιότητα στη στρατηγική και αμυντική συνεργασία με την Άγκυρα.

Το ερώτημα που παραμένει

Η εικόνα με τα 26 μέσα ενημέρωσης δεν αποτυπώνει το σύνολο των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στον τουρκικό Τύπο από το 2015.

Πίσω από τις ονομασίες βρίσκονται δημοσιογράφοι που έχασαν τη δουλειά τους, επιχειρήσεις που πέρασαν σε κρατικό έλεγχο, ειδησεογραφικά προγράμματα που διακόπηκαν και πολίτες που είδαν τις δυνατότητες ανεξάρτητης ενημέρωσης να περιορίζονται.

Η κυβέρνηση Ερντογάν επικαλείται την εθνική ασφάλεια, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη διερεύνηση οικονομικών αδικημάτων για τις ενέργειές της. Οι διεθνείς οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου, αντιθέτως, καταγράφουν ένα διαρκές πρόβλημα πολιτικής πίεσης και περιστολής της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Τουρκία. Αγγίζει και την αξιοπιστία της διεθνούς συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Όταν ο Ερντογάν επικρίνει το Ισραήλ και τη Δύση για την ελευθερία της έκφρασης, οι ίδιες αρχές επιβάλλουν να εξετάζεται και η μεταχείριση των δημοσιογράφων στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα και στην υπόλοιπη τουρκική επικράτεια.

Η ελευθερία του Τύπου δεν κρίνεται από τις δηλώσεις ενός ηγέτη για τις παραβιάσεις άλλων κρατών, αλλά από το εάν οι δημοσιογράφοι στη δική του χώρα μπορούν να ελέγχουν την εξουσία χωρίς να κινδυνεύουν με διώξεις ή απώλεια της ανεξαρτησίας τους.

Και αυτή είναι η αντίφαση που αναδεικνύεται από τη δεκαετή καταγραφή των παρεμβάσεων στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Back to top button