Μια συνολική και ιδιαίτερα σκληρή αποτίμηση των διεθνών εξελίξεων έκανε ο αντιστράτηγος ε.α. και πρόεδρος του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, Ιωάννης Μπαλτζώης, μιλώντας στη Θεσσαλία Τηλεόραση, όπου ανέλυσε το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ», τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, τις αμερικανοϊρανικές επαφές, αλλά και την αυξανόμενη νευρικότητα της Τουρκίας απέναντι στις νέες περιφερειακές ισορροπίες.
Ο κ. Μπαλτζώης υποστήριξε ότι η ιδέα για έναν πιο αυτόνομο ευρωπαϊκό αμυντικό βραχίονα δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά ωρίμαζε εδώ και καιρό, κυρίως μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία και τις νέες τριβές που καταγράφηκαν ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τους Ευρωπαίους ηγέτες. Όπως ανέφερε, κομβικό σημείο υπήρξε και η υπόθεση της Γροιλανδίας, ενώ η κρίση στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για να περάσει στην ευρωπαϊκή σκέψη η ανάγκη αναζήτησης νέων δομών ασφαλείας.
Στην ίδια παρέμβαση εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στην ευρωπαϊκή στάση στο ουκρανικό, λέγοντας ότι η Ευρώπη έδειξε διάθεση να εξαντλήσει όλα τα μέσα της σε έναν πόλεμο που, κατά την εκτίμησή του, χρησιμοποιήθηκε και ως εργαλείο πολιτικής και οικονομικής διαχείρισης. Παράλληλα, σημείωσε ότι η απώλεια του φθηνού ρωσικού αερίου έχει οδηγήσει κυρίως τις βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης σε σοβαρή αποδυνάμωση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γερμανία.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο ενός «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ», ο αντιστράτηγος υποστήριξε ότι τέτοιες δομές δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη βαρύτητα και το μέγεθος της Συμμαχίας. Έφερε ως παράδειγμα τον βρετανικής έμπνευσης συνασπισμό Joint Expeditionary Force, στον οποίο συμμετέχουν χώρες του βορρά, αλλά εκτίμησε ότι τέτοιοι σχηματισμοί παραμένουν πολύ περιορισμένοι μπροστά στην πραγματική ισχύ του ΝΑΤΟ. Μάλιστα, προχώρησε ακόμη παραπέρα, λέγοντας ότι βλέπει το ΝΑΤΟ είτε να διαλύεται είτε να μετασχηματίζεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.
Στην ανάλυσή του επέμεινε ιδιαίτερα στη στρατιωτική πραγματικότητα των ευρωπαϊκών κρατών, υποστηρίζοντας ότι πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Τουρκία, την Ελλάδα και λίγες ακόμη χώρες, οι περισσότερες ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις δεν μπορούν να στηρίξουν σοβαρά έναν αυτόνομο αμυντικό μηχανισμό. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Τουρκία, την οποία χαρακτήρισε δεύτερη δύναμη του ΝΑΤΟ σε επίπεδο συμβατικού στρατού.
Σε ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή και τα Στενά του Ορμούζ, ο Ιωάννης Μπαλτζώης περιέγραψε μια συγκεχυμένη αλλά αποκαλυπτική κατάσταση. Όπως τόνισε, οι Αμερικανοί επιχειρούν να επιβάλουν αποκλεισμό σε εκείνους που προηγουμένως απέκλεισαν το πέρασμα, ωστόσο η εικόνα στο πεδίο δεν δείχνει απόλυτο έλεγχο. Παρατήρησε ότι πλοία εξακολουθούν να διέρχονται, ανάμεσά τους ελληνικά, κινεζικά και ιρανικά δεξαμενόπλοια, γεγονός που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι αυτό που εφαρμόζεται δεν είναι πλήρης, αλλά μάλλον «χαλαρός αποκλεισμός». Όπως είπε, ούτε οι Ιρανοί φαίνεται να επιβάλλουν παντού τα περίφημα «διόδια», ούτε οι Αμερικανοί κάνουν ελέγχους σε κάθε πλοίο, γεγονός που δείχνει επιλεκτική εφαρμογή πίεσης.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον ρόλο της Κίνας, σημειώνοντας ότι το Πεκίνο έχει ήδη προειδοποιήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην αγγίξουν κινεζικά δεξαμενόπλοια, κάτι που αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής πίεσης και την πολυπλοκότητα της κρίσης.
Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο νέου γύρου συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ, ο κ. Μπαλτζώης εκτίμησε ότι υπάρχει πραγματικό περιθώριο συμφωνίας, επειδή και οι δύο πλευρές επιθυμούν κατάπαυση του πυρός, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Κατά την εκτίμησή του, το Ιράν θεωρεί ότι βγαίνει πολιτικά κερδισμένο, καθώς άντεξε, δεν κατέρρευσε και δεν επετεύχθη κανένας από τους βασικούς πολεμικούς στόχους που, όπως είπε, είχαν θέσει οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ: αλλαγή καθεστώτος, τερματισμός του πυρηνικού προγράμματος, εξουδετέρωση των βαλλιστικών πυραύλων και παύση στήριξης προς τους πληρεξούσιους της Τεχεράνης στην περιοχή.
Επικαλέστηκε μάλιστα αναλύσεις Αμερικανών πανεπιστημιακών, όπως ο Τζον Μερσχάιμερ, για να ενισχύσει τη θέση του ότι η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ δεν πέτυχαν κανέναν από τους αρχικούς στόχους τους. Κατά τον ίδιο, αυτό ακριβώς εξηγεί και τη ρητορική της αμερικανικής πλευράς περί «επιτυχίας», καθώς, όπως είπε, χτίζεται από τώρα ένα αφήγημα εξόδου που θα μπορεί να πωληθεί ως νίκη στο εσωτερικό ακροατήριο.
Αντίστοιχα, υποστήριξε ότι και η Τεχεράνη έχει κάθε λόγο να εμφανίζει την εξέλιξη ως επιτυχία, καθώς ο αμυνόμενος, ακόμη και αν δεν συντρίψει τον αντίπαλο, μπορεί να εμφανιστεί νικητής εφόσον αντέξει και τον αναγκάσει να σταματήσει. Αυτό, κατά τον αντιστράτηγο, δίνει στο Ιράν ένα σαφές επικοινωνιακό πλεονέκτημα.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στην αντοχή του ιρανικού κράτους, τονίζοντας ότι η Τεχεράνη είχε οργανωθεί για σύγκρουση μακράς διάρκειας. Αναφέρθηκε στο «δόγμα του μωσαϊκού», σύμφωνα με το οποίο οι επί μέρους διοικήσεις λειτουργούν αυτόνομα χωρίς να περιμένουν συνεχείς κεντρικές διαταγές, στοιχείο που ενισχύει την ανθεκτικότητα στο πεδίο. Παράλληλα, επικαλέστηκε βρετανικές αναλύσεις που, όπως είπε, εκτιμούν ότι οι αμερικανοϊσραηλινές δυνάμεις έφταναν σε επικίνδυνο όριο εξάντλησης πυρομαχικών, σε αντίθεση με το Ιράν που φαίνεται να είχε μεγαλύτερα αποθέματα και δυνατότητα να συνεχίσει για μήνες.
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής του, ο Ιωάννης Μπαλτζώης στάθηκε στις δηλώσεις Φιντάν και στις ευρύτερες τουρκικές τοποθετήσεις για τον άξονα Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας. Εκτίμησε ότι η Άγκυρα βρίσκεται σε κατάσταση φόβου και απογοήτευσης, καθώς βλέπει τα νεοοθωμανικά της σχέδια να μη βγαίνουν και διαπιστώνει πως αντί να αναδειχθεί σε απόλυτο περιφερειακό παίκτη, κινδυνεύει να παραγκωνιστεί.
Όπως ανέφερε, η τουρκική ανησυχία ενισχύθηκε μετά τις εξελίξεις στη Συρία και τις ισραηλινές κινήσεις απέναντι σε τουρκικές απόπειρες εγκατάστασης στρατιωτικών υποδομών. Κατά την εκτίμησή του, οι Ισραηλινοί θεωρούν πλέον την Τουρκία ως υπ’ αριθμόν ένα εχθρό, ενώ η Άγκυρα χρησιμοποιεί την κλιμάκωση και τη ρητορική έντασης για να φοβίσει Ελλάδα και Κύπρο και να τις απομακρύνει από τις νέες περιφερειακές συνεργασίες.
Συνολικά, η ανάλυση του αντιστράτηγου ε.α. κατέληξε σε ένα βασικό συμπέρασμα: η διεθνής σκηνή μπαίνει σε περίοδο μεγάλων ανακατατάξεων, όπου η Ευρώπη εμφανίζεται αδύναμη, το ΝΑΤΟ αμφισβητείται ως δομή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν διέξοδο, το Ιράν διεκδικεί πολιτική νίκη και η Τουρκία βλέπει μπροστά της έναν όλο και πιο δύσκολο γεωπολιτικό ορίζοντα.