breaking newsΔιεθνή

Το «δίκτυο Singham» στο μικροσκόπιο: Καταγγελίες για κινεζικό πολιτικό πόλεμο σε ΗΠΑ, Βρετανία και Ινδία

Ένα πολυεπίπεδο δίκτυο χρηματοδότησης οργανώσεων, ακτιβιστικών κινημάτων και μέσων ενημέρωσης, το οποίο βρίσκεται πλέον στο μικροσκόπιο αρχών σε Βρετανία, Ηνωμένες Πολιτείες και Ινδία, παρουσιάζει σε εκτενή ανάλυσή του το EurAsian Times, θέτοντας στο επίκεντρο τον Αμερικανό επιχειρηματία και πολιτικό χρηματοδότη Νέβιλ Ρόι Σίνγκαμ (Neville Roy Singham).

Το δημοσίευμα του βετεράνου δημοσιογράφου και αναλυτή Prakash Nanda, που δημοσιεύθηκε στις 16 Αυγούστου, εξετάζει καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες οργανώσεις που συνδέονται με το αποκαλούμενο «Singham Network» χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση κοινωνικών και πολιτικών αφηγημάτων που εξυπηρετούν ή συμπίπτουν με τα συμφέροντα του Πεκίνου.

Το ζήτημα αποκτά πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς σύμφωνα με το άρθρο η Βρετανία φαίνεται να προστίθεται στις χώρες που διερευνούν καταγγελίες περί κινεζικής επιρροής μέσω της χρηματοδότησης οργανώσεων οι οποίες δραστηριοποιούνται πάνω σε ήδη υπάρχουσες κοινωνικές αντιθέσεις.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι μιλάμε για καταγγελίες και έρευνες, όχι για τελεσίδικη απόδειξη ότι όλες οι οργανώσεις ή οι δραστηριότητές τους κατευθύνονται από το κινεζικό κράτος.

Έρευνα στη Βρετανία για κινεζική επιρροή

Αφετηρία της νέας συζήτησης αποτέλεσαν δημοσιεύματα της βρετανικής Telegraph.

Το βρετανικό υπουργείο Εσωτερικών ξεκίνησε έρευνα σχετικά με ισχυρισμούς ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί ομάδες διαμαρτυρίας στο Ηνωμένο Βασίλειο για να ενισχύσει τον κοινωνικό διχασμό και την αναταραχή.

Η Telegraph είχε προηγουμένως παρουσιάσει το λεγόμενο «Singham Network» ως ένα πλέγμα περισσότερων οργανώσεων, μη κερδοσκοπικών φορέων, ιστοσελίδων και ακτιβιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Ασία και τη Λατινική Αμερική.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Νέβιλ Ρόι Σίνγκαμ, Αμερικανός επιχειρηματίας της τεχνολογίας, ο οποίος εξελίχθηκε σε σημαντικό χρηματοδότη πολιτικών και ακτιβιστικών οργανώσεων.

Η κατηγορία που εξετάζεται είναι ιδιαίτερα σοβαρή: ότι μέσω ενός περίπλοκου συστήματος ιδρυμάτων και μη κερδοσκοπικών οργανώσεων διοχετεύονται μεγάλα χρηματικά ποσά σε φορείς οι οποίοι ενισχύουν συγκεκριμένες πολιτικές αφηγήσεις.

Στο επίκεντρο η Code Pink

Ξεχωριστή θέση στο δημοσίευμα καταλαμβάνει η αμερικανική ακτιβιστική οργάνωση Code Pink, την οποία ίδρυσε η σύζυγος του Singham, Jodie Evans.

Η οργάνωση παρουσιάζει ως αποστολή της τον τερματισμό των πολέμων και του «ιμπεριαλισμού» και την υποστήριξη της ειρήνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σύμφωνα όμως με το δημοσίευμα, έχει αναπτύξει έντονη δραστηριότητα κατά της αμερικανικής και βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.

Στη Βρετανία έχει οργανώσει κινητοποιήσεις για τη Γάζα, μεταξύ άλλων έξω από το υπουργείο Άμυνας και εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Ελληνισμό έχει η αναφορά στην Κύπρο: η Code Pink πραγματοποίησε κινητοποίηση στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου, αντιδρώντας στη χρήση της για πτήσεις επιτήρησης πάνω από τη Γάζα.

Παράλληλα, η οργάνωση έχει αναπτύξει την καμπάνια «China is not our enemy», υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οδηγούνται σε επικίνδυνη αντιπαράθεση με την Κίνα.

Οι χρηματοδοτήσεις που ερευνώνται

Εδώ βρίσκεται η ουσία των καταγγελιών.

Σύμφωνα με στοιχεία της Telegraph που επικαλείται το EurAsian Times, βρετανική εταιρεία με δεσμούς με την Code Pink φέρεται να έλαβε περισσότερα από 250.000 δολάρια το 2020 και το 2021 από οργανώσεις που καταγγέλλεται ότι ανήκουν στο δίκτυο Singham.

Το 2024 φέρεται να έλαβε επιπλέον 94.950 δολάρια από το People’s Support Foundation για «συμβουλευτικές υπηρεσίες».

Οι αμερικανικές αρχές έχουν επίσης στραμμένη την προσοχή τους στον Singham.

Η Επιτροπή Ways and Means της Βουλής των Αντιπροσώπων τον έχει κατηγορήσει ότι χρηματοδοτεί στο εξωτερικό οργανώσεις που συνδυάζουν προοδευτικό ακτιβισμό με θέσεις οι οποίες ταυτίζονται με αφηγήματα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Παράλληλα, σύμφωνα με το άρθρο, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ξεκινήσει έρευνα ομοσπονδιακού grand jury σχετικά με τους δεσμούς του με την Κίνα.

Ποιος είναι ο Νέβιλ Ρόι Σίνγκαμ

Ο Singham γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1954 και είναι γιος του πολιτικού επιστήμονα και ιστορικού Archibald Singham από τη Σρι Λάνκα.

Από νεαρή ηλικία συνδέθηκε με μαρξιστικά και μαοϊκά πολιτικά κινήματα.

Το 1993 ίδρυσε την εταιρεία τεχνολογικών συμβούλων Thoughtworks, η οποία εξελίχθηκε σε μεγάλη διεθνή επιχείρηση με παρουσία σε 17 χώρες.

Η επιχειρηματική επιτυχία τού επέτρεψε στη συνέχεια να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια σε πολιτικές, δημοσιογραφικές και ακτιβιστικές δραστηριότητες.

Και κάπου εδώ ξεκινά το ζήτημα που ερευνούν οι αρχές: πού ακριβώς τελειώνει η νόμιμη ιδιωτική πολιτική χρηματοδότηση και πού αρχίζει μια πιθανή επιχείρηση επιρροής που εξυπηρετεί τα συμφέροντα ξένης δύναμης;

Η πολύ σοβαρή υπόθεση NewsClick στην Ινδία

Η Ινδία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της υπόθεσης.

Οι ινδικές αρχές έχουν διερευνήσει τον Singham για χρηματοδοτήσεις προς το αριστερό ειδησεογραφικό μέσο NewsClick.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της Ειδικής Μονάδας της Αστυνομίας του Δελχί, το NewsClick φέρεται να έλαβε χρηματοδότηση από οντότητες συνδεόμενες με τον Singham με σκοπό –κατά τους Ινδούς ερευνητές– την προώθηση φιλοκινεζικών αφηγημάτων.

Οι ινδικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ 2018 και 2021 η μητρική εταιρεία του μέσου έλαβε ξένες επενδύσεις ύψους περίπου 38 crore ρουπιών.

Κατά τους ερευνητές, φιλοκινεζικά αφηγήματα προωθήθηκαν μάλιστα σε εξαιρετικά ευαίσθητες στιγμές για την Ινδία, όπως κατά τη σύγκρουση Ινδίας–Κίνας στην κοιλάδα Galwan το 2020, τις κινητοποιήσεις των αγροτών, το Κασμίρ και τις διαμαρτυρίες για τον νόμο περί ιθαγένειας.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η καταγγελία ότι μεταξύ Singham και στελεχών του NewsClick ανταλλάχθηκε κινεζικός χάρτης στον οποίο το Arunachal Pradesh εμφανιζόταν ως κινεζικό έδαφος.

Ωστόσο, υπάρχει μια απαραίτητη επισήμανση: ο ιδρυτής του NewsClick Prabir Purkayastha και το ίδιο το μέσο αρνούνται τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα αποτελούσαν νόμιμες ξένες επενδύσεις και ότι η δημοσιογραφική τους γραμμή ήταν ανεξάρτητη. Η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Το μοντέλο της «εύλογης άρνησης»

Το πιο ενδιαφέρον ίσως σημείο της ανάλυσης του EurAsian Times δεν αφορά κάποιο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό.

Αφορά τη μέθοδο.

Κατά την ανάλυση που μεταφέρει το δημοσίευμα, ένα τέτοιο δίκτυο προσφέρει στο Πεκίνο αυτό που στη γλώσσα των υπηρεσιών πληροφοριών ονομάζεται plausible deniability – δυνατότητα εύλογης άρνησης.

Το κινεζικό κράτος δεν χρειάζεται να εμφανίζεται το ίδιο να δημιουργεί λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα, να οργανώνει διαδηλώσεις ή να γράφει άρθρα.

Η κατηγορία είναι ότι μπορεί να υπάρχει χρηματοδοτική υποδομή η οποία ενισχύει οργανώσεις και αφηγήματα που λειτουργούν προς κατεύθυνση συμβατή με τα κινεζικά συμφέροντα.

Και εδώ βρίσκεται η λεπτή αλλά ουσιώδης διαφορά.

Δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί τεχνητά μια κοινωνική διαμαρτυρία.

Υπάρχουν ήδη πραγματικές κοινωνικές αντιθέσεις, ιδεολογικές διαφωνίες, αντιπολεμικά κινήματα, διαμαρτυρίες για τη Γάζα, αντιΝΑΤΟϊκά αισθήματα και αντιπαραθέσεις για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Η μέθοδος που περιγράφεται είναι διαφορετική: εντοπίζεις τις ήδη υπάρχουσες ρωγμές, επιλέγεις ποιες σε εξυπηρετούν και διοχετεύεις πόρους ώστε να πολλαπλασιαστεί η ισχύς τους.

Από την προπαγάνδα στον «πολιτικό πόλεμο»

Το δημοσίευμα συνδέει την υπόθεση με ένα ευρύτερο μοντέλο πληροφοριακού και πολιτικού πολέμου.

Υπενθυμίζει μάλιστα έρευνα του Cardiff University από το 2021, η οποία είχε εντοπίσει εκατοντάδες ψεύτικους λογαριασμούς στο Twitter που συνδέονταν με κινεζική επιχείρηση παραπληροφόρησης γύρω από τις αμερικανικές εκλογές του 2020.

Στη σημερινή εκδοχή, όμως, το μοντέλο που περιγράφεται είναι περισσότερο σύνθετο.

Δεν αφορά μόνο bots και ψεύτικους λογαριασμούς.

Αφορά ΜΚΟ, think tanks, μέσα ενημέρωσης, ακτιβιστικά δίκτυα, πανεπιστημιακούς χώρους, κοινωνικά κινήματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα.

Και ακριβώς επειδή πολλά από τα ζητήματα που προβάλλουν αυτές οι οργανώσεις είναι υπαρκτά και οι άνθρωποι που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις μπορεί να ενεργούν απολύτως αυθόρμητα, η διάκριση μεταξύ γνήσιου κοινωνικού ακτιβισμού και εξωτερικής χειραγώγησης γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.

Αυτό αποτελεί και το ισχυρότερο εργαλείο μιας σύγχρονης επιχείρησης επιρροής.

Ο νέος πόλεμος δεν χρειάζεται στρατούς

Το συμπέρασμα του EurAsian Times είναι σαφές αλλά διατυπώνεται υπό την προϋπόθεση ότι οι καταγγελίες θα αποδειχθούν.

Εάν έχουν ουσιαστική βάση, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια εξελιγμένη μορφή πληροφοριακού πολέμου, όπου η χρηματοδότηση μέσων ενημέρωσης και οργανώσεων μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου ιδρυμάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύονται συγκεκριμένα αφηγήματα και να μεταφέρονται από το Διαδίκτυο στους δρόμους, στα πανεπιστήμια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η υπόθεση Singham, επομένως, δεν αφορά μόνο έναν Αμερικανό εκατομμυριούχο με μαρξιστικές πεποιθήσεις ούτε μόνο τη σχέση ορισμένων οργανώσεων με την Κίνα.

Αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα για τις δυτικές δημοκρατίες και την Ινδία:

Μπορεί μια ξένη δύναμη να χρησιμοποιήσει την ίδια την ελευθερία έκφρασης, τον ακτιβισμό, τα μέσα ενημέρωσης και τις πραγματικές κοινωνικές αντιθέσεις μιας δημοκρατίας ως εργαλεία άσκησης στρατηγικής επιρροής εναντίον της;

Αυτό ακριβώς είναι το πεδίο του σύγχρονου πολιτικού πολέμου. Και εάν οι καταγγελίες που ερευνούν Βρετανία, ΗΠΑ και Ινδία τεκμηριωθούν, η υπόθεση του «Singham Network» μπορεί να αποτελέσει ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματά του.

Back to top button