Τη συζήτηση για πιθανή επέκταση της ευρωπαϊκής επιχείρησης «Ασπίδες» στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρει παρέμβαση του Μ. Κουρούμαλη, με αφορμή όσα αναφέρθηκαν στην εκπομπή του Σάββα Καλεντερίδη στις 17 Ιουνίου 2026, σχετικά με κινήσεις Γαλλίας και Βρετανίας προς αυτή την κατεύθυνση.
Σύμφωνα με την παρέμβαση, η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη νέα συμμετοχή της ως απλή υποχρέωση απέναντι στους ευρωπαίους εταίρους, αλλά ως ευκαιρία για τη διεκδίκηση συγκεκριμένων ανταλλαγμάτων στα εθνικά θέματα. Στο επίκεντρο τίθεται η τουρκική «Γαλάζια Πατρίδα», η οποία αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και συνολικά των ευρωπαϊκών συνόρων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η βασική θέση είναι ότι, εφόσον η Αθήνα κληθεί να διαθέσει επιπλέον ναυτικές μονάδες για έναν «κοινό ευρωπαϊκό σκοπό», όπως η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ, θα πρέπει προηγουμένως να ζητήσει σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις από τους 27 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εγγυήσεις αυτές, όπως επισημαίνεται, πρέπει να αφορούν την έμπρακτη απόρριψη της «Γαλάζιας Πατρίδας» και κάθε σχετικού τουρκικού σχεδιασμού που επιχειρεί να αποκτήσει θεσμική ή νομοθετική υπόσταση.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην ανάγκη πρακτικών δεσμεύσεων και όχι γενικόλογων δηλώσεων συμπαράστασης. Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται ακόμη και η κατάρτιση συγκεκριμένου καταλόγου δυνάμεων που θα συνδράμουν την Ελλάδα σε περίπτωση θερμού επεισοδίου με την Τουρκία. Ως παράδειγμα αναφέρονται γαλλοβρετανικά πλοία, ισπανικά αεροσκάφη και γερμανικό υποβρύχιο, ώστε οι ευρωπαϊκές χώρες που συχνά εμφανίζονται ως υποστηρικτές ή συνομιλητές της Άγκυρας να κληθούν να πάρουν καθαρή θέση απέναντι σε μια πιθανή τουρκική πρόκληση.
Το σκεπτικό είναι απλό: εφόσον η Τουρκία παρουσιάζεται από ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ως «σοβαρός παίκτης», «αναγκαίος εταίρος» και «πυλώνας σταθερότητας», τότε δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα πρόβλημα να ζητηθεί από την Άγκυρα ο σεβασμός των συνόρων της Ευρώπης και των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός κράτους-μέλους της ΕΕ.
Η παρέμβαση ασκεί επίσης κριτική στην ελληνική διπλωματία, εκτιμώντας ότι δεν μπορεί να αναμένεται ουσιαστική πρωτοβουλία από το Υπουργείο Εξωτερικών. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ανάληψη δράσης από δραστήριους ή ανεξάρτητους ευρωβουλευτές, οι οποίοι θα μπορούσαν να θέσουν το ζήτημα θεσμικά στα ευρωπαϊκά όργανα.
Καταληκτικά, υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο: την ομοφωνία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη ζητά ελληνική συμμετοχή σε αποστολές στρατηγικής σημασίας εκτός ελληνικών θαλασσών, η Αθήνα οφείλει να απαιτήσει πρώτα καθαρές απαντήσεις για την ασφάλεια του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.
Το μήνυμα είναι σαφές: η Ελλάδα δεν μπορεί να στέλνει δυνάμεις για την προστασία της διεθνούς ναυσιπλοΐας, την ώρα που οι ίδιοι της οι εταίροι αποφεύγουν να συγκρουστούν πολιτικά με την τουρκική αναθεωρητική ατζέντα.
Διαβάστε αναλυτικά το μήνυμα του αναγνώστη μας: