breaking newsΕλλάδα

Όταν η εξωτερική πολιτική μπαίνει στην κάλπη: Γιατί οι ενδιάμεσες εκλογές απειλούν τον Τραμπ!

 

Η εξωτερική πολιτική σπάνια καθορίζει το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι ψηφοφόροι γνωρίζουν ελάχιστα και ενδιαφέρονται ακόμη λιγότερο για τις διεθνείς υποθέσεις. Αντίθετα, επηρεάζονται κυρίως από ζητήματα που αγγίζουν άμεσα το πορτοφόλι τους, όπως η τιμή των καυσίμων και των τροφίμων. Όπως είχε παρατηρήσει ο Τζέιμς Κάρβιλ, σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον: «Είναι η οικονομία, ανόητε».

Φέτος, όμως, η οικονομία είναι εξωτερική πολιτική.

Υπάρχουν δύο σημαντικές εξαιρέσεις στον κανόνα ότι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι δεν ενδιαφέρονται για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και φέτος ισχύουν και οι δύο.

Πρώτον, οι ψηφοφόροι ενδιαφέρονται όταν οι αποφάσεις μιας κυβέρνησης επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητά τους.

Δεύτερον, ενδιαφέρονται όταν οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής αποκαλύπτουν το επίπεδο ικανότητας ενός προέδρου ως ανώτατου διοικητή των ενόπλων δυνάμεων.

Οι επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται, επομένως, να αποτελέσουν μια σπάνια εκλογική αναμέτρηση όπου η εξωτερική πολιτική παίζει καθοριστικό ρόλο, κάτι που δεν έχει συμβεί από το 2006, όταν η δυσαρέσκεια για τη διαχείριση του πολέμου στο Ιράκ από τον Τζορτζ Μπους οδήγησε τους Ρεπουμπλικάνους σε μια βαριά εκλογική ήττα.

Καθώς οι ψηφοφόροι αισθάνονται πλέον τις επιπτώσεις ενός ακόμη πολέμου στη Μέση Ανατολή, αλλά και των δασμών που επέβαλε ο Τραμπ, η ιστορία θα μπορούσε να επαναληφθεί.

Ο πρόεδρος φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο αυτό. Από τη μία στέλνει αντικρουόμενα μηνύματα σχετικά με το κατά πόσο οι εκλογές θα επηρεάσουν τη στάση του απέναντι στον πόλεμο με το Ιράν και από την άλλη συνάπτει συμφωνία με τη Ρωσία για εξαγωγές ντίζελ, επιχειρώντας να μειώσει τις τιμές των καυσίμων για τους ψηφοφόρους.

Ωστόσο, ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα να αφορά το τι θα κάνει ο Τραμπ μετά τις εκλογές, οι οποίες αποτελούν το τελευταίο σημαντικό εκλογικό αντίβαρο κατά τη διάρκεια της προεδρίας του.

Ο πόλεμος στην κάλπη

Ο πόλεμος αποτελούσε πάντοτε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα περίπτωσης όπου η εξωτερική πολιτική επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Αυτό όμως δεν αποτυπώνεται πάντοτε στις δημοσκοπήσεις σχετικά με τη σημασία των επιμέρους ζητημάτων και η φετινή χρονιά δεν αποτελεί εξαίρεση.

Οι ψηφοφόροι εξακολουθούν να θεωρούν τα οικονομικά ζητήματα ως τον βασικό παράγοντα που καθορίζει την ψήφο τους.

Σε πρόσφατη έρευνα του Chicago Council on Global Affairs, οι περισσότεροι ψηφοφόροι, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, ανέφεραν ότι ο πληθωρισμός και το κόστος ζωής αποτελούν το σημαντικότερο ζήτημα για την ψήφο τους (37% συνολικά).

Αντίθετα, μόλις το 2% δήλωσε ότι ο πόλεμος στο Ιράν είναι το σημαντικότερο θέμα, πιθανώς επειδή οι αμερικανικές απώλειες παραμένουν σχετικά περιορισμένες.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος δεν επηρεάζει την εκλογική συμπεριφορά.

Οι ψηφοφόροι συνδέουν την επιβάρυνση του οικογενειακού τους προϋπολογισμού με τις επιλογές εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση του Institute for Global Affairs, το 81% των Αμερικανών πιστεύει ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει αυξήσει το κόστος ζωής. Αντίστοιχη έρευνα του Chicago Council ανεβάζει το ποσοστό στο 86%.

Και στη συνέχεια έρχεται το ζήτημα των εμπορικών πολέμων.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα του Chicago Council, το 81% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι δασμοί έχουν επιβαρύνει το κόστος ζωής.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη ότι το 75% των Αμερικανών δηλώνει πως το ζήτημα των δασμών θα επηρεάσει την ψήφο του στις ενδιάμεσες εκλογές.

Το σημαντικότερο είναι ότι αυτά τα ευρήματα δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς σε κομματικές προκαταλήψεις.

Σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, η υποστήριξη προς τις πολιτικές του Τραμπ υπολείπεται σημαντικά του συνολικού ποσοστού δημοτικότητάς του, το οποίο εξακολουθεί να κινείται κοντά στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 37%.

Αυτό δείχνει ότι οι ψηφοφόροι δεν απορρίπτουν μηχανικά ό,τι κάνει ο πρόεδρος. Αντίθετα, μεγάλος αριθμός Αμερικανών, συμπεριλαμβανομένων και πολλών υποστηρικτών του, διαφωνεί με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές του.

Οι ανησυχίες για το κόστος ζωής θα εξακολουθήσουν να κυριαρχούν στις εκλογές. Ωστόσο, πολλοί πολίτες θεωρούν ότι η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για τη δυσχερή οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών τους.

Και αυτό δεν είναι θετικό νέο για τους Ρεπουμπλικάνους.

Από «ισχυρός ηγέτης» σε «απερίσκεπτος ηγέτης»

Η δεύτερη εξαίρεση αφορά τις περιπτώσεις όπου μεγάλα λάθη εξωτερικής πολιτικής πλήττουν την εικόνα του εν ενεργεία προέδρου σε βαθμό που δεν περνά απαρατήρητος από τους ψηφοφόρους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση Μπάιντεν διαχειρίστηκε την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν το 2021.

Η δημοτικότητα του Τζο Μπάιντεν μειώθηκε σχεδόν αμέσως και δεν ανέκαμψε ποτέ ουσιαστικά.

Στις προεδρικές εκλογές του 2024, ο Τραμπ αξιοποίησε αυτή την εξέλιξη παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως έναν ισχυρό ηγέτη, αποφασισμένο να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους της Αμερικής, αλλά και προσηλωμένο στη διατήρηση της ειρήνης.

Σήμερα, ωστόσο, η φήμη του Τραμπ πλήττεται τόσο από την αδυναμία του να επιλύσει προβλήματα εξωτερικής πολιτικής που κληρονόμησε όσο και από την εγκατάλειψη της προεκλογικής του δέσμευσης να μην εμπλέξει τις ΗΠΑ σε δαπανηρές συγκρούσεις στο εξωτερικό.

Σε δημοσκόπηση των CNN/SSRS, μόλις το 29% των Αμερικανών ενηλίκων δήλωσε ότι εγκρίνει τους χειρισμούς του Τραμπ στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, έναντι 42% λίγο μετά την επιστροφή του στην εξουσία.

Μόλις ένας στους τέσσερις πιστεύει ότι διαθέτει σαφή στρατηγική για τη διαχείριση της κρίσης με το Ιράν, ποσοστό αισθητά μειωμένο σε σχέση με το 40% που καταγραφόταν αμέσως μετά το ξέσπασμα του πολέμου.

Οι εξελίξεις αυτές φαίνεται να επηρεάζουν συνολικά την εικόνα του ως ηγέτη.

Σε δημοσκόπηση της YouGov, που πραγματοποιήθηκε στην αρχή του πολέμου, το 56% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ο χαρακτηρισμός «απερίσκεπτος» ταιριάζει «πολύ» στον Τραμπ, ποσοστό αυξημένο κατά πέντε μονάδες σε σχέση με έναν χρόνο πριν.

Ταυτόχρονα, το ποσοστό όσων τον περιγράφουν ως «ισχυρό ηγέτη» μειώθηκε κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες.

Πόσο θα επηρεάσει η εξωτερική πολιτική το εκλογικό αποτέλεσμα;

Οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν ήδη αυξημένες πιθανότητες να υποστούν απώλειες.

Παραδοσιακά, οι ενδιάμεσες εκλογές θεωρούνται δημοψήφισμα για την απόδοση του εν ενεργεία προέδρου και, με τη δημοτικότητα του Τραμπ να βρίσκεται κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η ιστορία δεν είναι με το μέρος του.

Παρόλο που η εξωτερική πολιτική πιθανότατα δεν θα κυριαρχήσει σε καμία επιμέρους εκλογική αναμέτρηση, είναι πιθανό να αποδειχθεί καθοριστική στις λεπτές ισορροπίες.

Και σε μια αμφίρροπη εκλογική μάχη, αυτό μπορεί να κάνει όλη τη διαφορά.

Σε ορισμένες πολιτείες-κλειδιά, οι Ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι έχουν αρχίσει να αποστασιοποιούνται από τις πολιτικές του προέδρου.

Στο Μίσιγκαν, ο υποψήφιος για τη Γερουσία Μάικ Ρότζερς δήλωσε ότι ο πόλεμος «πρέπει να τελειώσει και μάλιστα γρήγορα», ώστε να ανακουφιστούν οι αμερικανικές οικογένειες.

Στην Αϊόβα, η υποψήφια Άσλεϊ Χίνσον τόνισε ότι οι πολίτες «δεν θα έπρεπε να πληρώνουν τον λογαριασμό, είτε στο πρατήριο καυσίμων είτε στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, για τον πόλεμο στο Ιράν».

Η συμφωνία του Τραμπ με τη Ρωσία για το ντίζελ δείχνει ότι αναγνωρίζει τον εκλογικό κίνδυνο που δημιουργούν οι υψηλές τιμές καυσίμων.

Όμως η επιλογή να το αντιμετωπίσει μέσω συνεννόησης με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, αντί για εναλλακτικά μέτρα, όπως ένας περιορισμός στις εξαγωγές αμερικανικού ντίζελ, ανέδειξε μια ακόμη αδυναμία της εξωτερικής του πολιτικής: την αποτυχία του να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το κρίσιμο ερώτημα μετά τις εκλογές

Θα οδηγήσει άραγε μια εκλογική αποδοκιμασία σε μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση στην εξωτερική πολιτική;

Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι πόσο θα επηρεάσει η εξωτερική πολιτική το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά το πώς θα αντιδράσει ο ίδιος ο πρόεδρος.

Και εδώ η ιστορία προσφέρει μια προειδοποίηση.

Μετά την ήττα των Ρεπουμπλικάνων στις ενδιάμεσες εκλογές του 2006, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους δεν άλλαξε πορεία. Αντίθετα, αγνόησε το μήνυμα των ψηφοφόρων και κλιμάκωσε έναν ήδη αντιδημοφιλή πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Πρόσφατα, ο Τραμπ δεσμεύτηκε ότι δεν θα επιτεθεί στο Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, έχοντας προηγουμένως δηλώσει ότι επιθυμεί να βοηθήσει το κόμμα του να πετύχει ένα καλό αποτέλεσμα.

Το αν θα επιχειρήσει να τερματίσει τον πόλεμο μέσω μιας δραματικής κλιμάκωσης μετά την καταμέτρηση των ψήφων, μένει να φανεί.

Δεν θα ήταν, πάντως, ο πρώτος πρόεδρος που επιμένει σε μια αντιδημοφιλή πολιτική μόλις απαλλαγεί από τους εκλογικούς περιορισμούς.

Γι’ αυτό και η λεγόμενη «κουτσή πάπια» της προεδρίας Τραμπ, η περίοδος δηλαδή κατά την οποία δεν θα αντιμετωπίζει άλλη εκλογική δοκιμασία, ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη πιο ανατρεπτική για τη διεθνή σκηνή.

chathamhouse.org

Back to top button