Γράφει η Μανταλένα Παπαδοπούλου
Υπάρχει άραγε Έλληνας ή Ελληνίδα που δεν ένοιωάσε υπερηφάνεια ακούγοντας τα όμορφα λόγια του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών και Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, σε έναν ιστορικό τόπο με φόντο την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα; Σε έναν τόπο που συμβολίζει τις ιδέες και τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε ο δυτικός πολιτισμός από την αρχαιότητα έως σήμερα;
Δεν αναφέρομαι σε μίζερους απάτριδες που αντιμετωπίζουν με δυσανεξία κάθε αναφορά στην ιστορική παρακαταθήκη του Έθνους. Αναφέρομαι στον μέσο Έλληνα, ο οποίος μετά από χρόνια διεθνούς απαξίωσης, όταν μας αποκαλούσαν τεμπέληδες και κλέφτες, άκουσε έναν εκπρόσωπο παγκόσμιας δύναμης να αναγνωρίζει το ιστορικό βάθος και τη σημασία της Ελλάδας.
Φτάσαμε, όμως, στο σημείο να χρειάζεται ένας ξένος σύμμαχος να μας υπενθυμίσει τα διδάγματα της ιστορίας μας και να σημειώσει το αυτονόητο: «Δεν επιθυμούμε να δούμε τη γενέτειρα της Δύσης να απειλείται από κακές αποφάσεις, αδράνεια και αποτυχία αντιμετώπισης των προκλήσεων» μήπως επιτέλους κάποιοι στο πολιτικό μας σύστημα, αλλά και στην ελληνική κοινωνία, αντιληφθούν ότι δεν είναι στραβός ο γιαλός, εμείς στραβά αρμενίζουμε. Καθώς οι φιλοφρονήσεις δεν υποκαθιστούν τη στρατηγική, το πραγματικό ζητούμενο είναι κατά πόσο το θετικό πρόσημο της παρουσίας Ρούμπιο, μπορεί να μετουσιωθεί σε μετρήσιμο στρατηγικό αποτέλεσμα και με ποιες προϋποθέσεις.
Σε έναν κόσμο ρευστότητας και ανισορροπίας, όπου κυριαρχεί ο διεθνής ανταγωνισμός, οι ΗΠΑ αγωνίζονται για τη διατήρηση της ηγετικής τους θέσης. Με τη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, αλλά και των εμπορικών και ενεργειακών διαδρομών που διέρχονται από τη Μεσόγειο, η Ελλάδα αποτελεί έναν ιδιαίτερα χρήσιμο σύμμαχο. Η γεωγραφική της θέση και η δυνατότητα να αποτελέσει κόμβο συνδεσιμότητας προσδίδουν στη χώρα μας αυξημένη στρατηγική σημασία.
Ο στρατηγικός στόχος να αποτελέσει τη κυριότερη πύλη εισόδου του αμερικανικού υγροποιημένου αερίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ο Κάθετος Διάδρομος και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας Κύπρου μέσω του Great Sea Interconnector (GSI) εξυπηρετούν τα μεγάλα γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Παράλληλα, η Ελλάδα είναι στρατηγικά χρήσιμη και στον τομέα της άμυνας. Η ενέργεια και η άμυνα δε, βρίσκονται στον πυρήνα του δόγματος εθνικής ασφαλείας του Τραμπ. Το ερώτημα είναι αν αυτή η χρησιμότητα αρκεί για να εξασφαλίσει και την έμπρακτη στήριξη των ελληνικών θέσεων εκεί όπου συγκρούονται με τις τουρκικές επιδιώξεις.
Για τη διοίκηση Τραμπ, το διεθνές δίκαιο καθίσταται περίπου ασήμαντο και οι διακρατικές σχέσεις είναι συναλλακτικές. Η Ελλάδα όμως έναντι της Τουρκίας δεν έχει επιδείξει και ιδιαίτερα χαρίσματα στο κοινώς λεγόμενο «παζάρι». Όταν οι πολιτικές χαράσσονται επί τη βάσει υπολογισμών κόστους-οφέλους, όπως κάνουν όλοι οι ορθολογικοί δρώντες στο διεθνές σύστημα με ένστικτο επιβίωσης ή/και ευημερίας, μια «μικρή» υποχώρηση της Ελλάδας δια της τεθλασμένης αποτελεί το μικρότερο κόστος για τους Αμερικανούς.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι τουρκικές απαιτήσεις γύρω από τις έρευνες και τις εργασίες που απαιτούνται, διατηρούν ένα κλίμα διαρκούς ανησυχίας. Στην περιοχή της Κάσου, όπου σχεδιάζονται οι εργασίες για το καλώδιο, η Τουρκία προβάλλει απαιτήσεις που συνδέονται με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαιώματα σε βάρος τρίτων χωρών. Η Ελλάδα, από την άλλη, έχει οριοθετήσει μερικώς ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Πράγματι έχουμε κατοχυρωμένο δικαίωμα με βάση το άρθρο 79 παράγραφος 2 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα διαθέτει νομικά επιχειρήματα, που όντως έχει. Το ζήτημα είναι αν στη πράξη μπορούμε να ασκήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Τα υπερασπιζόμαστε ή υποχωρούμε κάθε φορά γιατί «τι θέλετε να κάνουμε; Πόλεμο;». Εν μέσω διεθνών ανταγωνισμών, παγκόσμιας ρευστότητας, διεκδίκησης ισχύος και επιρροής, μηδαμινή βαρύτητα έχει η εμμονή και ο εφησυχασμός στο διεθνές δίκαιο. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι άλλοθι αδράνειας.
Τι μας είπε, λοιπόν, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, σε σχετική ερώτηση. Ότι αυτά θα συζητηθούν ιδιωτικά και μέσω διπλωματικών οδών. Η διατύπωση αυτή δεν προδικάζει ούτε την υποστήριξη, ούτε την απόρριψη των ελληνικών θέσεων. Αλλά η υπεραισιοδοξία που διακατέχει κάποιους, επειδή μας έπλεξε το εγκώμιο και αναγνώρισε την ιστορική μας αξία στερείται παντελώς ορθολογικής θεμελίωσης. Η εμπειρία έχει δείξει χρόνια ολόκληρα ότι ακόμα και εκεί που το διεθνές δίκαιο είναι σαφές, η διαχρονική παραίνεση των ΗΠΑ είναι «βρείτε τα» εξισώνοντας τον επιτιθέμενο με τον αμυνόμενο. Και όταν η ένταση κορυφώνεται, εκείνος που θεωρείται πιθανότερο να υποχωρήσει, δέχεται συνήθως τις ισχυρότερες πιέσεις.
Ο Ρούμπιο χαρακτήρισε «αδιανόητο» το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής σύγκρουσης. Αδιανόητο ήταν το ενδεχόμενο πολλές φορές στο παρελθόν. Δεν επιθυμούν εντάσεις ανάμεσα σε δυο συμμάχους τους, αλλά ποιον θα πιέσουν για να αποκλιμακωθεί η όποια όξυνση; Εκείνον που εμφανίζεται πιο προβλέψιμος, υπάκουος και απρόθυμος να αναλάβει το κόστος μιας αντιπαράθεσης. Έχουμε, δυστυχώς, δώσει δείγματα γραφής.
Η κρίση των Ιμίων παραμένει χαρακτηριστικό ιστορικό προηγούμενο. Το «no ships, no troops, no flags» και η Μαδρίτη που ακολούθησε, μας θυμίζει πάντα ότι τέτοια αποκλιμάκωση μπορεί να αποτρέψει μια πολεμική σύγκρουση, αλλά όχι μόνο δεν επιλύει τα προβλήματα που την προκάλεσαν, αντίθετα, ανοίγει περαιτέρω τις απειλητικές ορέξεις της γείτονος και μετατρέπεται σε μηχανισμό σταδιακής υποχώρησης. Και μπορεί να μην υπάρχει σήμερα Σημίτης, αλλά έχει αφήσει επικίνδυνη παρακαταθήκη.
Καταλήγοντας, η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζει την ασφάλειά της στην προσδοκία ότι οι σύμμαχοί της θα υπερασπίζονται πάντοτε τα συμφέροντά της επειδή αναγνωρίζουν τη γεωστρατηγική της αξία. Ο Ρούμπιο είπε ότι προτεραιότητα είναι το εθνικό συμφέρον. Ισχύει και για εμάς; Και αν ναι, το ακούσαμε; Γιατί ως φαίνεται, οδηγούμαστε εκ νέου, με εύσχημο τρόπο και δια της τεθλασμένης να δεχθούμε τετελεσμένα. Θα ζητήσουμε «άδεια» της Τουρκίας; αν δεν ζητήσουμε άδεια, θα «ενημερώσουμε» την Τουρκία ως μη οφείλουμε; Και αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνει η γαλλική εταιρεία και εμείς θα κάνουμε ότι δεν καταλάβαμε; Θα αποκτήσει η Τουρκία λόγο στη δική μας περιοχή δημιουργώντας ένα ακόμα κακό προηγούμενο; Αυτό οδηγεί σε τετελεσμένα, απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων και de facto αποτελέσματα.
Όταν ζητάς από τον ξένο παράγοντα να σε υποστηρίξει ως σύμμαχο έναντι άλλων συμμάχων, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να πας μέχρι τέλους. Η ισχύς και τα οπλικά συστήματα καθίστανται άχρηστα σε αυτούς που δεν επιδεικνύουν τη βούληση, την πρόθεση, την αποφασιστικότητα να τα χρησιμοποιήσουν, πολλώ δεν μάλλον όταν το διατυμπανίζουν κιόλας. Πρέπει να επιλέξουμε αν θα είμαστε για τους Αμερικανούς ο σύμμαχος που εξυπηρετεί ή ο σύμμαχος που σέβονται.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία 16/10/2026