Eνα από τα βασικά στοιχεία του ευρύτερου σχεδίου της κυβέρνησης Τραμπ για την εδραίωση της ειρήνης στην Ουκρανία είναι μια πρόταση που θα ανέτρεπε πλήρως την ενεργειακή πολιτική που ακολουθούσαν οι ΗΠΑ επί σειρά ετών, όπως αποκαλύπτουν οι New York Times.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της αμερικανικής πλευράς, η Ευρώπη θα έπρεπε να αρχίσει και πάλι να αγοράζει περισσότερο ρωσικό φυσικό αέριο — μια κίνηση που θα αποτελούσε οικονομική ανάσα για τη Μόσχα και θα της προσέδιδε εκ νέου επιρροή στην περιοχή.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που συμμετείχαν στις συνομιλίες αντέδρασαν αρνητικά στην ιδέα αυτή, η οποία θα ακύρωνε τις πολυετείς προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ενωσης —που είχαν τη στήριξη της Ουάσιγκτον— για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Ωστόσο, στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ θεωρούν ότι οι εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τα έσοδα που θα εισέρρεαν στην Ουκρανία, καθώς και την —κατά την εκτίμησή τους— αναπόφευκτη επιθυμία των Ευρωπαίων ψηφοφόρων για φθηνότερη ενέργεια. Τα παραπάνω ανέφεραν οι εν λόγω πηγές, οι οποίες μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας για ζητήματα ευαίσθητης διπλωματίας.
Κίνητρα αντί πιέσεως
Αυτή η διάσταση απόψεων αναδεικνύει τον ασυνήθιστο —και, σύμφωνα με τους επικριτές, θεμελιωδώς προβληματικό— χαρακτήρα της νέας διπλωματικής πρωτοβουλίας του Τραμπ για τον τερματισμό της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Αντί να ασκήσει πίεση στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν ή να επιδιώξει την ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας της Ουκρανίας, η κυβέρνηση Τραμπ αφιέρωσε σημαντικό χρόνο διερευνώντας οικονομικά κίνητρα για τη Ρωσία, τα οποία και έθεσε στο τραπέζι των συζητήσεων με την Ευρώπη και την Ουκρανία.
Δεδομένης, ωστόσο, της έντονης αντίθεσης των Ευρωπαίων και Ουκρανών ηγετών στην επιστροφή στην εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, η πρόταση αυτή ενδέχεται τελικά να περιπλέξει περαιτέρω τις προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου.