breaking newsΔιεθνή

Εκλογικό θρίλερ στο Ισραήλ: Πώς η επόμενη κυβέρνηση θα ανατρέψει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο

Εν αρχή τα «παράδοξα»: πώς μπορεί να μοιάζει το σκηνικό μετά τις βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ; Εάν ο Βενιαμίν Νετανιάχου χάσει την πλειοψηφία, μπορεί κάλλιστα να παραμείνει πρωθυπουργός, νοουμένου ότι η αντιπολίτευση δεν θα φτάσει με κανέναν τρόπο και με καμία συνεργασία τις 61 έδρες.

Τότε μπορεί η χώρα να οδηγηθεί σε ένα σενάριο όπως αυτό του 2019, όταν το Ισραήλ ζούσε σε διαρκή πολιτική προσωρινότητα: τέσσερις εκλογές μέσα σε δύο χρόνια, αδιέξοδες διαπραγματεύσεις και παρατεταμένα διαστήματα «υπηρεσιακής» διακυβέρνησης.

Το δε κόμμα του Γκάντι Άιζενκοτ μπορεί ακόμη να αναδειχθεί πρώτο, αλλά ο ίδιος να μη φθάσει ποτέ στην πρωθυπουργία, και πάλι λόγω αριθμητικής. Αυτή είναι η παγίδα των ισραηλινών εκλογών της 27ης Οκτωβρίου, των πρώτων μετά την τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.

Οι «μικροί» είναι κρίσιμοι

Κρίσιμη μπορεί να αποδειχθεί και η τύχη των μικρών κομμάτων. Το όριο εισόδου του 3,25% μετατρέπει λίγες χιλιάδες ψήφους σε πιθανή διαφορά μεταξύ τεσσάρων εδρών και μηδενικής εκπροσώπησης. Σύμφωνα με το Walla, το κυβερνών Λικούντ του Νετανιάχου πιέζει τον επικεφαλής του νέου υπερορθόδοξου κόμματος Μότι Λάιτνερ να αποσυρθεί, στο πλαίσιο ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού των χαμένων ψήφων. Η επιβίωση των μικρών απειλεί τους σχεδιασμούς των μεγάλων.

Η αναμέτρηση, άλλωστε, δεν έχει τίποτα να κάνει με το παρωχημένο μοντέλο αναμέτρησης Δεξιάς εναντίον Αριστεράς. Ο Μπένετ προέρχεται από τη Δεξιά, ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν παραμένει εθνικιστής και ο Άιζενκοτ διεκδικεί την εξουσία με το κύρος του πρώην αρχηγού του στρατού. Ο γιος του σκοτώθηκε στη Γάζα ενώ εκείνος συμμετείχε στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο. Είναι εξέχον στέλεχος της στρατιωτικής ελίτ και αυτό κάνει δύσκολη τη διαφοροποίησή του. Η προσωπική του διαδρομή και οι περιστάσεις του δίνουν την ευκαιρία να κατέβει στις εκλογές, κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να κάνει ένας άλλος στρατιωτικός μετά την 7/10.

Εκεί βρίσκεται μια αδυναμία της εκστρατείας Νετανιάχου. Σε έρευνα της Kantar, μόλις 3% κατονόμαζε το Γιασάρ ως κόμμα που θα ήθελε λιγότερο στην επόμενη κυβέρνηση. Πρόκειται για διαφορετικό μέγεθος από την πρόθεση ψήφου, αλλά πολιτικά αποκαλυπτικό: ο βασικός αντίπαλος του πρωθυπουργού δεν έχει μετατραπεί σε φόβητρο ούτε για μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της άλλης πλευράς.

Η 7/10 παντού

Η 7η Οκτωβρίου είναι, όμως, αυτή που εξακολουθεί να καθορίζει τη σύγκρουση. Την εβδομάδα που πέρασε, ο πρώην επικεφαλής της Σιν Μπετ Ρόνεν Μπαρ κατέθεσε αγωγή δυσφήμησης κατά του Νετανιάχου, διεκδικώντας τρία εκατομμύρια σέκελ και παρουσιάζοντας τις προειδοποιήσεις που, όπως υποστηρίζει, είχε μεταφέρει στον Νετανιάχου πριν από τη σφαγή. «Ο Ρόνεν Μπαρ αποφάσισε να μην τηλεφωνήσει και να μην ενημερώσει τον πρωθυπουργό», είχε πει πρόσφατα ο Νετανιάχου, ενώ κατηγόρησε τον Μπαρ ότι δεν προειδοποίησε τις τοπικές ομάδες ασφαλείας και τις στρατιωτικές δυνάμεις ούτε φρόντισε να εκκενωθεί το φεστιβάλ Νόβα, χρησιμοποιώντας μάλιστα τη διατύπωση «παραλείψεις και εγκλήματα» για τις ενέργειές του. Η αντιπαράθεση για την ευθύνη περνά έτσι και από τις δικαστικές αίθουσες, ενώ περίπου επτά στους δέκα Εβραίους πολίτες ζητούν κρατική εξεταστική επιτροπή για την 7/10, σύμφωνα με τις έρευνες.

Οι υπερορθόδοξοι

Το δεύτερο τεράστιο όσο και καθοριστικό ζήτημα είναι εκείνο της στράτευσης. Ή, καλύτερα, η οργή των Ισραηλινών —διαστρωματικά— για την άρνηση των υπερορθοδόξων να στρατευτούν, ένα ζήτημα στο οποίο ο Νετανιάχου έκανε συνεχώς παραχωρήσεις στους υπερορθόδοξους εταίρους του, προσπαθώντας να διασώσει την κυβέρνησή του και, ενδεχομένως, να αποφύγει τη δική του κατάληξη στη φυλακή. Το Ισραήλ είναι ένα κράτος βασισμένο στην ισοπολιτεία όσο κανένα άλλο. Με αδιανόητη εξαίρεση τους υπερορθόδοξους, οι οποίοι αρνούνται τη στράτευση για θρησκευτικούς λόγους, προκειμένου να μη διακόψουν τη φοίτησή τους σε ιεροδιδασκαλεία. Οι έρευνες δείχνουν ότι έως και το 83% των Ισραηλινών ζητά να υποχρεωθούν να στρατευθούν και να μειωθούν τα τεράστια ποσά που διέθεσε ο Νετανιάχου για τα σχολεία, τα επιδόματα και τον τρόπο ζωής τους. Με τον IDF χάνει…

Υπάρχει και η καθημερινότητα. Σε έρευνα τον Σεπτέμβριο, η οικονομία και η ακρίβεια βρίσκονταν σχεδόν ισότιμα με την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια στους βασικούς παράγοντες της ψήφου των Εβραίων πολιτών. Το ποιος πληρώνει, ποιος υπηρετεί και ποιος εξαιρείται συνδέει τον οικογενειακό προϋπολογισμό με το μεγάλο ερώτημα της ισότητας των υποχρεώσεων, ειδικά σε σχέση με τους υπερορθόδοξους, οι οποίοι είναι το 14% του πληθυσμού.

Εκεί επιστρέφει το ζήτημα της Δικαιοσύνης και του ελέγχου της εξουσίας: 57% του εβραϊκού δείγματος ζητεί επανεξέταση της νομοθεσίας της δικαστικής μεταρρύθμισης. Η συζήτηση για την επόμενη κυβέρνηση αφορά, επομένως, και το ποιος θα ορίζει τους κανόνες, ποιος θα ερευνήσει τις αποτυχίες και πόσο ανεξάρτητοι θα παραμείνουν οι θεσμοί.

Κάπου εδώ και ένα νέο σκάνδαλο: αυτό της ανάκρισης στενού συμβούλου του Νετανιάχου, ο οποίος ζητούσε από το ChatGPT σχέδιο βελτίωσης της εικόνας του Κατάρ ενώ συνεχιζόταν ο πόλεμος. Ο Ούριχ λέει ότι δεν αξιοποίησε τις απαντήσεις και αρνείται πως ενήργησε υπέρ του Κατάρ στο Ισραήλ.

Στο δε εξωτερικό μέτωπο, διεθνή ΜΜΕ, με πρώτο το AXIOS, μιλούν για συζητήσεις Τραμπ-Νετανιάχου για πλήγμα στο Ιράν πριν από τις εκλογές. Ο πρωθυπουργός δήλωσε στις 14 Οκτωβρίου ότι δεν επιδιώκει προληπτική επίθεση πριν από την κάλπη. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει προεκλογική αξιοποίηση της έντασης.

Τα σενάρια

Εάν ο Νετανιάχου συγκεντρώσει 61 έδρες με τους συμμάχους του, θα μπορεί να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως ανανέωση της εντολής του μετά την εθνική καταστροφή. Θα χρειαστεί, ωστόσο, να συμβιβάσει ξανά τη στρατολόγηση με τις απαιτήσεις των υπερορθόδοξων και την ασφάλεια με τις φιλοδοξίες της σκληρής Δεξιάς. Ήδη απορρίπτει την προοπτική να αναλάβει το υπουργείο Άμυνας ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ. Η νίκη θα άνοιγε αμέσως νέο παζάρι.

Εάν η αντιπολίτευση φθάσει τις 61 έδρες  χωρίς αραβικά κόμματα, η αλλαγή θα είναι καθαρότερη: νέα ηγεσία, επιτροπή για την 7η Οκτωβρίου, πίεση για καθολική υπηρεσία και προσπάθεια αποκατάστασης των διεθνών σχέσεων. Στο σχήμα, όμως, συνυπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το Παλαιστινιακό και την επόμενη ημέρα στη Γάζα. Το βέβαιο; Μια κυβέρνηση Άιζενκοτ με Μπένετ και Λίμπερμαν θα συνέχιζε να στηρίζεται στη στρατιωτική αποτροπή και στην απαίτηση αφοπλισμού της Χαμάς.

Εάν πάλι κανένας δεν φθάσει εκεί, αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα. Η Κοινή Λίστα των αραβικών κομμάτων προσφέρει υπό όρους στήριξη σε κυβέρνηση που θα αντικαταστήσει τον Νετανιάχου. Μια κυβέρνηση μειοψηφίας θα μπορούσε να στηριχθεί σε αραβικές ψήφους ή αποχές, δοκιμάζοντας τις δεσμεύσεις των δεξιών εταίρων της αντιπολίτευσης. Διαφορετική διαδρομή θα απαιτούσε μετακίνηση υπερορθόδοξων κομμάτων ή συνεργασία με το Λικούντ χωρίς τον σημερινό του αρχηγό.

Η Γεντιότ Αχρονότ έγραψε τις προάλλες στο πόρταλ της (Ynet) ότι ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες βλέπουν στη συμμετοχή υπερορθόδοξων σε κυβέρνηση Άιζενκοτ μια διαδρομή προς κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς εξωτερική αραβική στήριξη. Η αριθμητική, όμως, δεν λύνει την πολιτική αντίφαση: οι συγκεκριμένοι εταίροι κουβαλούν ως βαρίδι τις απαιτήσεις τους στο στρατολογικό. Εάν το τίμημα είναι η διατήρηση των εξαιρέσεων, η κυβέρνηση αλλαγής θα αναπαράγει ένα από τα προβλήματα που υπόσχεται να επιλύσει, ανοίγοντας νέο ρήγμα με Μπένετ και Λίμπερμαν. Η Jerusalem Post, επικαλούμενη υπερορθόδοξες πηγές, γράφει ότι Σας και Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά μπορεί αρχικά να μην υποδείξουν κανέναν υποψήφιο πρωθυπουργό. Πρόκειται ακόμη για εκτιμήσεις, χωρίς τελική απόφαση των ραββίνων.

Σενάριο για τη μεγάλη συγκατοίκηση

Και, τέλος, ένα τέταρτο (βασικό) σενάριο: η μεγάλη συγκατοίκηση. Το Ynet αποκάλυψε διερευνητικές κινήσεις του προέδρου Ισαάκ Χέρτσογκ για κυβέρνηση Νετανιάχου-Άιζενκοτ, δημοσίευμα που η προεδρία διέψευσε κατηγορηματικά. Ο Άιζενκοτ αποκλείει συνεργασία με τον πρωθυπουργό. Στις 14 Οκτωβρίου, ωστόσο, ο υπουργός Μίκι Ζόχαρ πρότεινε εναλλασσόμενη πρωθυπουργία ακόμη και εάν ο Άιζενκοτ προηγούνταν τόσο σε έδρες κόμματος όσο και σε δύναμη στρατοπέδου. Με τον Νετανιάχου, όπως επέμεινε, πρώτο. Το σύστημα εφαρμόστηκε ξανά· όμως, τι γίνεται όταν η μισή θητεία του Νετανιάχου εκπνεύσει, εάν ο νυν πρωθυπουργός έχει καταδικαστεί ή η δίκη του παρατείνεται;

Εάν όλα αποτύχουν, απομένουν οι νέες εκλογές και η παρατεταμένη μεταβατική διακυβέρνηση. Αυτό είναι το ισχυρότερο χαρτί του απερχόμενου πρωθυπουργού: για να φύγει, οι αντίπαλοί του πρέπει να συμφωνήσουν ποιος και με ποιους θα κυβερνήσει. Στο Ισραήλ, όταν η καταμέτρηση τελειώσει, αρχίζει η βασική καταμέτρηση: αυτή των συμμάχων του καθενός.

Τι θα θέλαμε εμείς, η Άγκυρα και οι άλλοι

Το καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα για Αθήνα και Λευκωσία θα ήταν εκείνο που θα διατηρούσε τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ και θα διεύρυνε τη διεθνή αποδοχή του εταίρου τους. Ένα ισχυρό Ισραήλ με περισσότερους συνομιλητές μπορεί να προσφέρει περισσότερα από ένα ισχυρό Ισραήλ που καταναλώνει διπλωματικό κεφάλαιο για να αντιμετωπίζει διαδοχικές κρίσεις.

Η τριμερής δεν εξαρτάται από ένα πρόσωπο. Ο Ναφτάλι Μπένετ φιλοξενούσε σύνοδο με Ελλάδα και Κύπρο ήδη το 2021. Στις 13 Οκτωβρίου, μέσα στην προεκλογική περίοδο, κυβερνητικοί και επιχειρηματικοί εκπρόσωποι των τριών χωρών συναντήθηκαν ξανά στην Ιερουσαλήμ. Άμυνα, ενέργεια και διασυνδέσεις δημιουργούν συνέχεια. Για Αθήνα και Λευκωσία, μια σταθερή ισραηλινή κυβέρνηση, ικανή να συνεργάζεται ευκολότερα με την Ευρώπη και τις αραβικές πρωτεύουσες, θα έκανε αυτή τη συνέχεια παραγωγικότερη.

Για την Τουρκία, αντιθέτως, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα. Ο Ερντογάν προσωποποιεί τη σύγκρουση στον Νετανιάχου, διεκδικώντας ταυτόχρονα ρόλο περιφερειακού μεσολαβητή. Μια νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να του στερήσει έναν εύχρηστο αντίπαλο και να διευκολύνει συνεργασίες Ισραήλ-Ευρώπης-αραβικών κρατών στις οποίες η Άγκυρα δεν θα ήταν απαραίτητος ενδιάμεσος. Θα δυσκόλευε έτσι τη διπλωματική αξιοποίηση της αντιπαλότητας που καλλιεργεί ο Τούρκος πρόεδρος.

Η αλλαγή προσώπου δεν εγγυάται, άλλωστε, ισραηλινοτουρκική επαναπροσέγγιση. Το αντίθετο. Εδώ στο Ισραήλ θεωρούν πως πλέον ούτε με μια αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα θα υπάρξει επαναπροσέγγιση για χρόνια, ενώ με τον Ερντογάν και τους συν αυτώ ποτέ. Ο Μπένετ χαρακτήρισε την Τουρκία «νέο Ιράν». Σύμφωνα με τη Jerusalem Post, ο Άιζενκοτ αντιμετωπίζει ως κρίσιμη κόκκινη γραμμή την εγκατάσταση τουρκικών δυνάμεων κοντά στο Ισραήλ και συστημάτων που θα περιόριζαν την ισραηλινή αεροπορική δράση στη Συρία. Οι διαφορές αφορούν πραγματικά εθνικά συμφέροντα και στο Ισραήλ αυτά είναι αδιαπραγμάτευτα.

Η Αθήνα και η Λευκωσία χρειάζεται, πάντως, να υπολογίσουν -προς το παρόν μόνο θεωρητικά- και ένα ενδεχόμενο κόστος: μια πιθανή ισραηλινοτουρκική συνεννόηση θα περιόριζε την αποκλειστικότητά τους ως εταίρων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διατήρηση της σημασίας τους θα εξαρτιόταν από την πρόοδο των κοινών έργων και τη χρησιμότητά τους μέσα σε ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών.

Το Κάιρο και το Αμμάν έχουν διαφορετική αγωνία: σταθερά σύνορα, αποφυγή εκτοπισμού Παλαιστινίων προς το έδαφός τους και διατήρηση των συμφωνιών ειρήνης. Ο Αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι θα συνεργαστεί με οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση. Λίβανος και Συρία αναζητούν πρωτίστως όρους αποκλιμάκωσης και ασφάλειας. Μπορεί να προσδοκούν ευκολότερη συνεννόηση με διαφορετική ηγεσία, αλλά γνωρίζουν ότι οι ισραηλινές απαιτήσεις ασφαλείας θα παραμείνουν και πως ειδικά ο Λίβανος πρέπει να ξεπεράσει το θέμα της Χεζμπολάχ.

Στον Κόλπο, τα Εμιράτα έχουν συμφέρον να διαφυλάξουν τις Συμφωνίες του Αβραάμ και η Σαουδική Αραβία να αποκτήσει περιθώριο ομαλοποίησης χωρίς να εγκαταλείψει την απαίτηση για παλαιστινιακή πολιτική προοπτική. Μια νέα κυβέρνηση ίσως διευκόλυνε τις επαφές, αλλά η αντιπολίτευση δεν προσφέρει ενιαία απάντηση στο Παλαιστινιακό. Για το Κατάρ υπάρχει επιπλέον λόγος επιφύλαξης: ο Μπένετ υπόσχεται να το χαρακτηρίσει εχθρικό κράτος.

Στρατηγικά, για την Τεχεράνη, ο δυσμενέστερος συνδυασμός θα ήταν ένα Ισραήλ στρατιωτικά αποφασιστικό και διπλωματικά αποκατεστημένο, με περισσότερους περιφερειακούς εταίρους. Η ίδια εξέλιξη θα περιόριζε και το περιθώριο της Τουρκίας να οικοδομεί επιρροή πάνω στην απομόνωση του Ισραήλ.

philenews.gr

Back to top button