Η παρέμβαση του ομότιμου καθηγητή Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας, Ιωάννη Μάζη, στη Θεσσαλία Τηλεόραση κινήθηκε στον πυρήνα της μεγάλης ανησυχίας που έχει ανοίξει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή: πόσο θα κρατήσει, ποιος είναι ο πραγματικός του στόχος και κυρίως πόσο βαθιά θα επηρεάσει οικονομικά και γεωπολιτικά την ευρύτερη περιοχή, μαζί και την Ελλάδα.
Ο καθηγητής επιχείρησε να βάλει τάξη στο θολό τοπίο γύρω από τις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον, τονίζοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε με τρεις δηλωμένους στόχους, σαφείς αλλά χαμηλότερου ρίσκου σε σχέση με το σενάριο ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος. Όπως ανέφερε, αυτοί οι στόχοι ήταν ο περιορισμός του εμπλουτισμού ουρανίου πάνω από το επιτρεπτό όριο, η μείωση του βεληνεκούς των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και η παύση της χρήσης των δυνάμεων proxy, όπως η Χεζμπολάχ, για την αποσταθεροποίηση κρατών και κυρίως για την πίεση προς το Ισραήλ.
Κατά την εκτίμησή του, ο Αμερικανός πρόεδρος απέφυγε να θέσει εξαρχής ως ανοιχτό στόχο την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να είναι βέβαιος ότι θα την επιτύχει. Και όχι άδικα. Ο Ιωάννης Μάζης στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι μια πραγματική ανατροπή καθεστώτος δεν προϋποθέτει μόνο εξωτερική πίεση ή στρατό εδάφους, αλλά και ουσιαστική κοινωνική εξέγερση στο εσωτερικό του Ιράν. Εκεί όμως, όπως εξήγησε, τα δεδομένα είναι εξαιρετικά σκληρά: οι προηγούμενες μεγάλες κινητοποιήσεις είχαν κατασταλεί αιματηρά, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, γεγονός που κάνει σήμερα πολύ πιο δύσκολη μια νέα μαζική κάθοδο του κόσμου στους δρόμους, ειδικά σε συνθήκες πολέμου και ενισχυμένης καταστολής.
Ο καθηγητής έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στους επιμέρους στόχους του Ισραήλ, σημειώνοντας ότι για το Τελ Αβίβ προτεραιότητα παραμένει η εξάλειψη της στρατιωτικής παρουσίας της Χεζμπολάχ στον Νότιο Λίβανο και ο έλεγχος της περιοχής μέχρι τουλάχιστον τον ποταμό Λιτάνι. Θύμισε, μάλιστα, ότι το Ισραήλ είχε ήδη ελέγξει τη συγκεκριμένη ζώνη στο παρελθόν, από το 1985 έως το 2000, και ότι η αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων τότε δεν συνοδεύτηκε από τη μη επανεγκατάσταση της Χεζμπολάχ, όπως επεδίωκε το Τελ Αβίβ.
Στο άλλο μεγάλο μέτωπο, εκείνο των εθνοτικών και περιφερειακών ρηγμάτων εντός του Ιράν, ο Ιωάννης Μάζης έκρινε πως η προσπάθεια ΗΠΑ και Ισραήλ να ενεργοποιήσουν ισχυρές μειονότητες, όπως οι Κούρδοι και πληθυσμούς στην επαρχία του ιρανικού Αζερμπαϊτζάν, έχει πέσει πάνω σε ένα βασικό εμπόδιο: την πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη Δύση. Όπως εξήγησε, η Δύση και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επανειλημμένα υποσχεθεί πράγματα στους Κούρδους και κατόπιν τους έχουν εγκαταλείψει. Έφερε μάλιστα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την αμερικανική στάση απέναντι στους Κούρδους της Ροζάβα, τους οποίους, όπως είπε, η πολιτική Τραμπ παρέδωσε ουσιαστικά στα χέρια της Άγκυρας και του καθεστώτος Τζολάνι στη Συρία, προκειμένου να εξασφαλιστεί τουρκική ανοχή σε άλλα πεδία.
Εκεί ακριβώς εντόπισε και ένα από τα μεγάλα στρατηγικά λάθη της Ουάσιγκτον: ότι έχασε την αξιοπιστία της απέναντι σε πιθανούς συμμάχους στο εσωτερικό του Ιράν. Και όταν δεν έχεις αξιοπιστία, δεν μπορείς να χτίσεις ανατροπή εκ των έσω. Όπως σημείωσε, αυτός είναι και ο λόγος που η δυτική πλευρά πολύ δύσκολα θα μπορέσει να προκαλέσει ένα οργανωμένο, κοινωνικό και αποτελεσματικό ρήγμα μέσα στο ιρανικό σύστημα.
Στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει σύντομα μια πολιτική ή έστω επικοινωνιακή λήξη του πολέμου, ο Ιωάννης Μάζης εμφανίστηκε επιφυλακτικός. Ανέφερε ότι θα μπορούσε πράγματι ο Τραμπ, σε μια δεδομένη στιγμή, να εμφανιστεί και να ισχυριστεί πως «η αποστολή εξετελέσθη», λέγοντας ότι η ιρανική αεροπορία και το ναυτικό έχουν αποδυναμωθεί και ότι η δυνατότητα της Τεχεράνης να αποκτήσει πυρηνικό ή βαλλιστικό πλεονέκτημα έχει περιοριστεί. Προειδοποίησε όμως ότι ακόμα και τότε τίποτα δεν εγγυάται το τέλος της σύγκρουσης. Μια αιφνίδια ομοβροντία πυραύλων ή μια νέα μεγάλη ενέργεια από ιρανικής πλευράς θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα κάθε τέτοιο αφήγημα.
Για τον καθηγητή, το πρόβλημα είναι βαθύτερο: το Ιράν έχει ήδη πετύχει να διασπείρει αβεβαιότητα, να πλήξει την αίσθηση ενεργειακής ασφάλειας και να δημιουργήσει σοβαρή οικονομική επικινδυνότητα για τη Δύση. Και ακριβώς επειδή αυτή η στρατηγική του αποδίδει, δεν έχει κανέναν ιδιαίτερο λόγο να βιαστεί να τελειώσει τον πόλεμο. Αντιθέτως, όσο παρατείνεται η πίεση στην ενέργεια, στις τιμές και στις δυτικές κοινωνίες, τόσο ενισχύεται η διαπραγματευτική του θέση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτησή του για την πρόταση Τραμπ προς κράτη του ΝΑΤΟ, αλλά και προς χώρες όπως η Ιαπωνία και η Αυστραλία, να συνδράμουν στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ. Ο Ιωάννης Μάζης επισήμανε ότι, για να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος των Στενών και ελεύθερη διακίνηση των δεξαμενόπλοιων, δεν αρκεί η παρουσία ναυτικών μονάδων στη θάλασσα. Όποιος θέλει να ελέγξει πραγματικά την κατάσταση, θα πρέπει να ελέγξει και την ιρανική ακτογραμμή, κάτι που σημαίνει χερσαίες επιχειρήσεις, προώθηση δυνάμεων μέχρι και ορεινούς, οχυρωμένους όγκους στο εσωτερικό. Με απλά λόγια, μιλάμε για μια εξαιρετικά επικίνδυνη στρατιωτική κλιμάκωση, την οποία, όπως υπογράμμισε, κανείς δεν φαίνεται πραγματικά διατεθειμένος να αναλάβει.
Σε αυτό το σημείο συνέδεσε το στρατιωτικό ρίσκο με το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ, εξηγώντας ότι μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να ανοίξει έναν νέο «βιετναμικού τύπου» εφιάλτη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τεράστιες επιπτώσεις και στις ενδιάμεσες εκλογές. Κατά την εκτίμησή του, αυτός είναι και ένας βασικός λόγος που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να προχωρήσει τόσο εύκολα όσο δείχνει η ρητορική της.
Σημαντικό ήταν και το σημείο της ανάλυσης που αφορούσε τον ελληνισμό. Ο Ιωάννης Μάζης υποστήριξε ανοιχτά ότι η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να αξιοποιήσουν τη νέα πραγματικότητα για να ενισχύσουν τον κοινό αμυντικό τους χώρο. Σχολιάζοντας την παρουσία φρεγατών, μαχητικών και γενικότερα δυτικών δυνάμεων στην Κύπρο και στην ευρύτερη περιοχή, σημείωσε ότι αυτή η παρουσία δεν πρέπει να είναι προσωρινή. Αντιθέτως, τάχθηκε υπέρ της παραμονής και της ενίσχυσης τέτοιων μέσων, ακριβώς επειδή η αστάθεια στην περιοχή δεν πρόκειται να εξαφανιστεί, ακόμα κι αν μειωθεί προσωρινά η ισχύς του Ιράν.
Μάλιστα, μίλησε ευθέως για την ανάγκη αναβίωσης του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας – Κύπρου, υποστηρίζοντας ότι τα αμυντικά αυτά μέσα μπορούν ταυτόχρονα να συνδράμουν τη Δύση και να υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα Αθήνας και Λευκωσίας. Ως παράδειγμα έφερε και την αμερικανική συνεργασία με τη νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για το κλείσιμο συγκεκριμένου εναέριου χώρου βορειοανατολικά της Κύπρου, γεγονός που, όπως τόνισε, προκάλεσε έντονη τουρκική αντίδραση ακριβώς επειδή υπογράμμισε ποιος είναι ο νόμιμος συνομιλητής στην περιοχή.
Ο καθηγητής επέμεινε επίσης ότι οι Φρουροί της Επανάστασης παραμένουν ο πραγματικός πυρήνας ισχύος στο ιρανικό σύστημα. Ακόμα κι αν υπάρξουν αποκεφαλισμοί στην πολιτική ή θρησκευτική κορυφή, δεν θεωρεί ότι αυτό αρκεί για να αλλάξει τη δομή της εξουσίας. Αντίθετα, εκτίμησε ότι οι Φρουροί μπορούν να συνεχίσουν να κινούν τον πόλεμο, επικαλούμενοι πάντα τη νομιμοποίηση του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη, χωρίς να ανοίξει ρήγμα με τη βάση του πιστού πληθυσμού. Υπενθύμισε μάλιστα κάτι κλασικό σε τέτοιες καταστάσεις: ότι κάθε λαός, ακόμη και αν δεν αγαπά απαραίτητα την ηγεσία του, συσπειρώνεται πατριωτικά όταν αισθάνεται πως δέχεται εξωτερική επίθεση.
Το γενικό συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν ξεκάθαρο: η κρίση βρίσκεται σε αδιέξοδο, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια τη διάρκειά της και όποιος το επιχειρεί σήμερα μάλλον θα αποτύχει. Οι εξελίξεις εξαρτώνται από πληροφορίες, συσχετισμούς, εσωτερικές αντοχές και εξωτερικά ρίσκα που αλλάζουν μέρα με τη μέρα. Εκείνο όμως που θεωρεί βέβαιο ο Ιωάννης Μάζης είναι ότι η περιοχή δεν οδεύει προς σταθερότητα, αλλά σε μια μακρά περίοδο συνεχών κραδασμών, όπου η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να σκεφτούν σοβαρά, ψύχραιμα και στρατηγικά.
Παρασκολουθήστε την παρέμβαση Μάζη: