breaking newsΚύπρος

20 Ιουλίου: Η ημέρα που το σχέδιο της διχοτόμησης μετατράπηκε σε κατοχή

Γράφει ο Tamer Çilingir

Κάθε πρωί της 20ής Ιουλίου, στο ίδιο νησί χτυπούν δύο διαφορετικά ρολόγια. Στον βορρά ακούγονται εμβατήρια και γίνονται τελετές· στον νότο ηχούν σειρήνες και πραγματοποιούνται επισκέψεις στα κοιμητήρια. Η ημέρα που η μία πλευρά αποκαλεί «ειρήνη» είναι, για την άλλη, η ημέρα που άρχισε ο πόλεμος. Αν η 20ή Ιουλίου έφερε πράγματι ειρήνη, γιατί, 52 χρόνια αργότερα, εξακολουθούν να υπάρχουν συρματοπλέγματα, στρατιωτικές θέσεις, φάκελοι αγνοουμένων που περιμένουν να διαλευκανθούν και κλειδιά σπιτιών που περνούν από γενιά σε γενιά;

Η 15η Ιουλίου δεν ήταν η αιτία της εισβολής

Στις 15 Ιουλίου 1974, η χούντα των συνταγματαρχών της Αθήνας, μέσω της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου και της ΕΟΚΑ Β΄, ανέτρεψε τον εκλεγμένο Πρόεδρο Μακάριο και έφερε στην εξουσία τον Νίκο Σαμψών. Ήταν ένα έγκλημα ενάντια στην ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη βούληση των Κυπρίων.

Από αυτή την αλήθεια, η Άγκυρα κράτησε μία και μόνη σωστή φράση: «Προηγήθηκε το ελληνικό πραξικόπημα».

Ναι, προηγήθηκε. Όμως η 15η Ιουλίου δεν ήταν η βαθύτερη αιτία της εισβολής. Ήταν ο πυροκροτητής, η ευκαιρία και το μέσο νομιμοποίησης που χρησιμοποίησε η Άγκυρα για να εφαρμόσει μια προϋπάρχουσα στρατηγική διχοτόμησης και στρατιωτικού ελέγχου. Το να παρουσιάζεται η εισβολή αποκλειστικά ως αντίδραση στο πραξικόπημα σημαίνει αναπαραγωγή της επίσημης τουρκικής θέσης.

Η Βρετανία προετοίμασε το έδαφος της σύγκρουσης

Με την Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου το 1955, η Βρετανία άρχισε να μετατοπίζει το Κυπριακό από το πεδίο της αποικιοκρατίας και του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και να το μετατρέπει σε σύγκρουση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Η πολιτική αυτή, η οποία έφερε την Τουρκία στο κέντρο του ζητήματος, επέτρεψε στη Βρετανία να εμφανίζεται όχι ως αποικιοκρατική δύναμη αλλά ως διαιτητής ανάμεσα σε δύο πλευρές.

Η βρετανική πολιτική δεν περιορίστηκε στη διπλωματία. Ιδίως κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, το 1955–59, η Βρετανία απασχόλησε σε μεγάλη κλίμακα Τουρκοκύπριους στον αποικιακό μηχανισμό ασφαλείας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που κατατέθηκαν στο βρετανικό Κοινοβούλιο το 1958, και τα 536 μέλη της Κινητής Αστυνομικής Εφεδρείας ήταν Τουρκοκύπριοι. Στην Επικουρική Αστυνομία υπηρετούσαν 1.281 Τουρκοκύπριοι, έναντι μόλις 56 Ελληνοκυπρίων. Ακαδημαϊκές έρευνες δείχνουν επίσης ότι την ίδια χρονιά περίπου 1.800 Τουρκοκύπριοι υπηρετούσαν στις επικουρικές δυνάμεις.

Με αυτό τον τρόπο, η Βρετανία δεν χρησιμοποίησε απλώς τη μία κοινότητα εναντίον της άλλης· συγκρότησε επίσης έναν μηχανισμό ασφαλείας που θα μετέτρεπε τον αντιαποικιακό αγώνα σε διακοινοτική σύγκρουση. Ωστόσο, αυτή η ιστορία δεν δικαιολογεί ούτε τον συλλογικό χαρακτηρισμό όλων των Τουρκοκυπρίων ως «αποικιακών αστυνομικών» ούτε τις μεταγενέστερες επιθέσεις εναντίον αμάχων.

Το σχέδιο της διχοτόμησης δεν γεννήθηκε το 1974

Στις εκθέσεις του Νιχάτ Ερίμ, στον οποίο η κυβέρνηση Μεντερές ανέθεσε το 1956 να μελετήσει το Κυπριακό, η διχοτόμηση είχε ήδη διατυπωθεί ως μία από τις στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας. Το 1964 δεν υπήρχε ούτε ο Σαμψών ούτε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου· παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία προετοιμαζόταν για στρατιωτική επέμβαση. Η επιστολή του Προέδρου Τζόνσον προς τον Ινονού κατέγραφε ρητά ότι η τουρκική κυβέρνηση εξέταζε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη για να «καταλάβει ένα τμήμα της Κύπρου».

Το πραξικόπημα τελείωσε, η κατοχή επεκτάθηκε

Η πραξικοπηματική κυβέρνηση του Σαμψών και η χούντα των Αθηνών κατέρρευσαν στις 23 Ιουλίου 1974· την επομένη σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση στην Ελλάδα. Το επιχείρημα περί ανατροπής του πραξικοπήματος και αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης είχε πλέον χάσει τη βάση του. Παρ’ όλα αυτά, στις 14 Αυγούστου η Τουρκία εξαπέλυσε τη δεύτερη φάση της εισβολής και επέκτεινε την περιοχή που ήλεγχε περίπου στο 36% του νησιού.

Η χρονολογική αυτή ακολουθία δείχνει ότι η επιχείρηση του 1974 δεν ήταν μια αιφνίδια αντίδραση προστασίας. Η 15η Ιουλίου δημιούργησε τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούσε να εφαρμοστεί η πολιτική επέμβασης και διχοτόμησης που είχε αναπτυχθεί επί χρόνια.

Οι επιθέσεις που υπέστησαν οι Τουρκοκύπριοι το 1963–64 και αργότερα, ο φόβος που βίωσαν και οι απώλειές τους αποτελούν πραγματικότητα. Όμως αυτή η πραγματικότητα δεν δικαιολογεί την εισβολή και την κατοχή. Η Άγκυρα μετέτρεψε την πραγματική ανάγκη ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων σε αφήγημα νομιμοποίησης του μόνιμου στρατιωτικού ελέγχου και της διχοτόμησης.

Η ελληνική χούντα έσπασε με το πραξικόπημα την πόρτα της Κύπρου· η Τουρκία πέρασε από εκείνη την πόρτα με την πολιτική διχοτόμησης που καλλιεργούσε επί χρόνια. Το έγκλημα της πρώτης ούτε προκάλεσε ούτε δικαιολόγησε την εισβολή και την κατοχή της δεύτερης· απλώς τις διευκόλυνε.

Το 1974 δεν ήταν εξαίρεση

Η κατοχή της Κύπρου δεν ήταν μια ανεξήγητη παρέκκλιση στην ιστορία του τουρκικού κράτους ούτε μια στιγμιαία απόφαση μιας και μόνο κυβέρνησης. Η κρατική λογική των Νεοτούρκων, που κληροδοτήθηκε από την ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Τουρκική Δημοκρατία, αναπαρήγαγε ξανά και ξανά την ίδια μέθοδο στις γενοκτονίες, τις σφαγές και τους εκτοπισμούς εναντίον των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων της Ανατολίας και του Πόντου· στο Κότσγκιρι και στο Ντερσίμ· στο πογκρόμ της 6ης–7ης Σεπτεμβρίου και στις απελάσεις των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης το 1964: να ανακηρύσσει έναν λαό «πρόβλημα ασφαλείας», να αδειάζει τον τόπο όπου ζει, να δημεύει την περιουσία του και, στη συνέχεια, να αρνείται το έγκλημα που διέπραξε.

Οι δικαιολογίες αλλάζουν, η μέθοδος παραμένει

Η συνέχεια αυτή δεν τερματίστηκε το 1974. Η ίδια κρατική μέθοδος αναπαράχθηκε στα χωριά των κουρδικών περιοχών που εκκενώθηκαν και πυρπολήθηκαν, στις ζωές των ανθρώπων που εκτοπίστηκαν βίαια και στον στρατιωτικό έλεγχο που έχει σήμερα μεταφερθεί στη βόρεια Συρία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Τουρκία για την πυρπόληση χωριών και τον εκτοπισμό των κατοίκων τους. Διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέγραψαν επίσης, στα συριακά εδάφη που ελέγχει η Τουρκία, αναγκαστικούς εκτοπισμούς, κατασχέσεις περιουσιών, βασανιστήρια και πιθανά εγκλήματα πολέμου.

Οι κυβερνήσεις άλλαξαν. Άλλαξαν τα κόμματα, οι στολές, οι λαοί που στοχοποιήθηκαν και οι δικαιολογίες που χρησιμοποιήθηκαν. Άλλοτε μιλούσαν για «δημόσια τάξη» και άλλοτε για «εθνική ενότητα», «καταπολέμηση της τρομοκρατίας», «ειρηνευτική επιχείρηση» ή «ζώνη ασφαλείας». Όμως η μέθοδος του κράτους δεν άλλαξε: άρνηση, αναγκαστικός εκτοπισμός, δημογραφική παρέμβαση και στρατιωτικός έλεγχος.

Γι’ αυτό η 20ή Ιουλίου δεν είναι απλώς η ημέρα κατά την οποία καταλήφθηκε η Κύπρος. Είναι η ημέρα κατά την οποία μια κρατική παράδοση που δεν λογοδότησε ποτέ για γενοκτονίες, σφαγές και αναγκαστικές εξορίες ξεπέρασε, με την ίδια γλώσσα της «ασφάλειας», τα σύνορά της και στράφηκε εναντίον μιας άλλης χώρας.

Πηγές

Erika Manouselis, The Modern Roots of the Graveyard for Diplomats.

Βρετανικό Κοινοβούλιο, Police: Mobile Reserve and Auxiliaries, 17 June 1958.

Andrew Novo, On All Fronts: EOKA and the Cyprus Insurgency, 1955–1959.

Nihat Erim, Reminiscences on Cyprus.

Petros Savvides, The Security Question of the Cyprus Problem.

Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, επιστολή του Προέδρου Τζόνσον προς τον Ινονού, 5 Ιουνίου 1964. Η επιστολή καταγράφει ρητά ότι εξεταζόταν η χρήση στρατιωτικής δύναμης για την «κατάληψη τμήματος της Κύπρου» και ότι ο στόχος συνδεόταν με τη διχοτόμηση.

Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ, The Armenian Genocide: Overview.

Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS), Resolutions – Assyrian and Greek Genocide, 2007.

Sciences Po, Koçgiri και Dersim.

Ίδρυμα Χραντ Ντινκ, The 1964 Expulsions and the Istanbul Greeks.

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Akdivar and Others v. Turkey.

Human Rights Watch, Abuses and Impunity in Turkish-Occupied Northern Syria.

Back to top button