breaking newsΕλλάδα

Συγκλονιστική μαρτυρία Σημαιοφορίδη για την Κύπρο: «Ενημέρωνα την Αθήνα – Ήταν ανικανότητα και προδοσία»

Μία συγκλονιστική μαρτυρία για τις δραματικές ώρες πριν και κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο κατέθεσε ο Αλέξανδρος Σημαιοφορίδης στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις» του Παντελή Σαββίδη.

Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης

Ο άνθρωπος που το καλοκαίρι του 1974 ήταν υπεύθυνος του κλιμακίου της ΚΥΠ στην Κερύνεια περιέγραψε πώς παρακολουθούσε επί μήνες τις προετοιμασίες των τουρκικών στρατευμάτων, πώς ενημέρωνε αδιάκοπα την Αθήνα και πώς, παρά τον όγκο και τη σοβαρότητα των πληροφοριών, κανείς από το κέντρο δεν κινητοποιήθηκε.

Η μαρτυρία του δεν αποτελεί μία εκ των υστέρων ανάλυση. Είναι η κατάθεση ενός αξιωματικού που βρισκόταν στο πεδίο, έβλεπε τις κινήσεις των Τούρκων, κατέγραφε τις επικοινωνίες τους και, τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974, παρακολούθησε τον αποβατικό στόλο να εμφανίζεται μπροστά στην Κερύνεια.

Και όταν ο Παντελής Σαββίδης τον ρώτησε εάν τελικά υπήρξε προδοσία ή ανικανότητα, η απάντηση του Σημαιοφορίδη ήταν αφοπλιστική:

«Αν πω και τα δύο μαζί; Ανικανότητα, η οποία εν συνεχεία προκαλεί και την προδοσία. Και τα δύο μαζί».

Οι προειδοποιήσεις άρχισαν από τον Απρίλιο

Ο Αλέξανδρος Σημαιοφορίδης τοποθετήθηκε στην Κύπρο το 1969, λόγω και της γνώσης της τουρκικής γλώσσας. Τα πρώτα τέσσερα χρόνια της αποστολής του υπηρέτησε στην Κερύνεια, παρακολουθώντας συστηματικά τις δραστηριότητες των τουρκικών στρατιωτικών σχηματισμών απέναντι από το νησί.

Όπως εξήγησε, οι τουρκικές αποβατικές ασκήσεις πραγματοποιούνταν συνήθως τον Σεπτέμβριο και αφορούσαν εκ περιτροπής ένα από τα τρία συντάγματα της 39ης Μεραρχίας. Το 1974, όμως, συνέβη κάτι πρωτοφανές.

Από τα τέλη Απριλίου, οι Τούρκοι άρχισαν να εκπαιδεύουν διαδοχικά και τα τρία συντάγματα της Μεραρχίας σε αποβατικές επιχειρήσεις. Για τον έμπειρο αξιωματικό, αυτή η ασυνήθιστη δραστηριότητα δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας.

«Κάτι ετοίμαζαν», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι ασκήσεις αυτές δεν μπορούσαν να πραγματοποιούνται χωρίς εντολή του τουρκικού επιτελείου.

Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η Άγκυρα είχε λάβει την απόφαση να προετοιμαστεί για απόβαση πολύ πριν από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Το πραξικόπημα του Ιωαννίδη αποτέλεσε, κατά τον ίδιο, την αφορμή που χρειαζόταν η Τουρκία για να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο το οποίο είχε ήδη προετοιμάσει.

«Θα περάσουμε άσχημο καλοκαίρι»

Το πλέον εξοργιστικό σημείο της μαρτυρίας αφορά τη στάση της Αθήνας. Ο Σημαιοφορίδης εξήγησε ότι σε άλλες περιόδους ακόμη και μία περιορισμένη μετακίνηση τουρκικής μονάδας προκαλούσε τηλεφωνήματα και αιτήματα για διευκρινίσεις από τα κεντρικά.

Το 1974, όμως, παρά τις πρωτοφανείς αποβατικές ασκήσεις και τις συνεχείς ενδείξεις πολεμικής προετοιμασίας, κανείς δεν επικοινώνησε μαζί του για να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες.

Ο ίδιος συνέχιζε κανονικά την αποστολή του, στέλνοντας στην Αθήνα όσα κατέγραφε. Υπήρξε ημέρα κατά την οποία απέστειλε ακόμη και 16 πληροφοριακά σήματα, ενώ υπό φυσιολογικές συνθήκες έστελνε ένα ή δύο.

Στα τέλη Μαΐου, επιχειρησιακός προϊστάμενός του, με τον βαθμό του συνταγματάρχη, έφτασε από την Αθήνα στην Κύπρο. Ο Σημαιοφορίδης πίστεψε ότι η επίσκεψη θα οδηγούσε επιτέλους στη λήψη μέτρων. Αντί γι’ αυτό, όπως υποστήριξε, ο συνταγματάρχης περιορίστηκε σε μία σύντομη περιήγηση και ετοιμάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα χωρίς να συζητήσει επί της ουσίας την επικίνδυνη κατάσταση.

Τότε ο νεότερος σε βαθμό αξιωματικός τον αντιμετώπισε κατά μέτωπο.

«Όταν θα πας στην Αθήνα, να πάρετε μέτρα. Να ξυπνήσετε. Θα περάσουμε άσχημο καλοκαίρι», του είπε.

Η προειδοποίηση δεν εισακούστηκε.

«Πήγε στην Αθήνα. Τίποτα. Κανείς δεν ενόχλησε κανέναν», θυμήθηκε ο Σημαιοφορίδης.

Παρακολουθούσε τον στόλο να έρχεται

Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου, σύμφωνα με την αφήγησή του, οι τουρκικές μονάδες είχαν ολοκληρώσει τη φόρτωσή τους στα αποβατικά μέσα. Μπροστά στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας δόθηκε αναφορά για το προσωπικό, τα όπλα, τα πυροβόλα και τα υπόλοιπα μέσα που είχαν φορτωθεί.

Αμέσως μετά, η αποβατική δύναμη ξεκίνησε από τη Μερσίνη προς την Κύπρο.

Ο Σημαιοφορίδης και το κλιμάκιο της Κερύνειας παρακολουθούσαν την πορεία της νηοπομπής, τις εκπομπές και τις επικοινωνίες των τουρκικών δυνάμεων. Κάθε διαθέσιμη πληροφορία μεταφερόταν προς την Αθήνα.

Τα χαράματα της 20ής Ιουλίου, τα τουρκικά πλοία εμφανίστηκαν μπροστά του.

Η εικόνα που περιέγραψε είναι αποκαλυπτική της βεβαιότητας με την οποία κινήθηκαν οι εισβολείς. Οι Τούρκοι στρατιώτες βρίσκονταν πάνω στα καταστρώματα χωρίς ουσιαστικά μέτρα ασφαλείας, σαν να μην ανέμεναν οργανωμένη αντίδραση.

«Δεν τους ένοιαζε τίποτα, σαν να μη συνέβαινε τίποτα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Λίγο αργότερα άρχισαν να ακούγονται σποραδικά πυρά. Όχι, όμως, η οργανωμένη και συντονισμένη άμυνα που θα μπορούσε να ανακόψει την απόβαση.

Η απόβαση στο Πέντε Μίλι

Η ακτή στο Πέντε Μίλι προσέφερε, σύμφωνα με τον Σημαιοφορίδη, ιδανικές συνθήκες για την αποβίβαση. Τα αποβατικά πλησίαζαν, άνοιγαν τους καταπέλτες και αποβίβαζαν στρατιώτες, οχήματα, πυροβόλα και άρματα χωρίς να αντιμετωπίζουν την αντίσταση που θα μπορούσε να διαλύσει το προγεφύρωμα πριν αυτό εδραιωθεί.

Ο ίδιος έλαβε εντολή να μεταβεί κοντά στην ακτή και να καταγράψει όσα συνέβαιναν. Λόγω της απόστασης, έστησε μία αυτοσχέδια αλυσίδα ενημέρωσης με άνδρες τοποθετημένους ανά εκατό μέτρα. Από την ταράτσα ενός κτιρίου, με τα κιάλια, παρακολουθούσε και μετέδιδε τι ακριβώς αποβίβαζαν οι Τούρκοι.

«Άρματα, κανόνια, στρατός, ό,τι θέλεις. Όλα», ανέφερε.

Ακόμη και εκείνη την ώρα, ενώ ο τουρκικός στρατός ξεφόρτωνε ανενόχλητος, οι ερωτήσεις που έφταναν από την αίθουσα επιχειρήσεων δεν αφορούσαν μία άμεση ελληνική αντίδραση, αλλά τεχνικές λεπτομέρειες για τη θέση της ισάλου γραμμής των πλοίων.

Η οργή του αξιωματικού ήταν τέτοια, ώστε, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, ξέσπασε απέναντι στον άνθρωπο που ζητούσε αυτές τις πληροφορίες. Οι Τούρκοι είχαν ήδη αποβιβάσει στρατό και βαρύ οπλισμό και ετοιμάζονταν να κινηθούν προς την Κερύνεια. Παρ’ όλα αυτά, η Αθήνα εξακολουθούσε να μην αντιδρά.

Κατά την εκτίμησή του, εάν στην παραλία υπήρχαν μία μοίρα πυροβολικού και ένα τάγμα, η τουρκική απόβαση θα μπορούσε να είχε συντριβεί.

«Δεν θα πατούσε κανένας Τούρκος. Θα είχε γεμίσει πτώματα η παραλία», είπε χωρίς περιστροφές.

Η τελευταία ενημέρωση και η αιχμαλωσία

Καθώς οι τουρκικές δυνάμεις προωθούνταν και πλησίαζαν πλέον στις θέσεις του, ο Σημαιοφορίδης αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Η τελευταία επικοινωνία του πραγματοποιήθηκε από το τηλέφωνο του δημάρχου της Κερύνειας.

Λίγο αργότερα συνελήφθη.

Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, όπως κατέθεσε, οι Τούρκοι τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια και στερήσεις, επιχειρώντας να του αποσπάσουν πληροφορίες. Ο ίδιος και οι σύντροφοί του δεν ενέδωσαν.

«Περάσαμε άσχημα, αλλά δεν είπαμε τίποτα», τόνισε.

Τελικά, τέσσερις Έλληνες αιχμάλωτοι ανταλλάχθηκαν με δέκα Τούρκους αξιωματικούς. Ο Σημαιοφορίδης επέστρεψε και συνέχισε να υπηρετεί, αρχικά στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη.

«Και ανικανότητα και προδοσία»

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, η μαρτυρία του φωτίζει ξανά το βασανιστικό ερώτημα της κυπριακής τραγωδίας: Πώς ήταν δυνατόν να υπάρχουν τόσες πληροφορίες, τόσες προειδοποιήσεις και τόσες εμφανείς ενδείξεις, χωρίς να υπάρξει η αναγκαία αντίδραση;

Ο Σημαιοφορίδης δεν μίλησε με υπεκφυγές. Δεν αναζήτησε εύκολες δικαιολογίες και δεν έκρυψε την ευθύνη πίσω από γενικόλογες διατυπώσεις.

Για εκείνον, η καταστροφή της Κύπρου ήταν το αποτέλεσμα και των δύο: της ανικανότητας και της προδοσίας.

Η Αθήνα γνώριζε. Τα σήματα έφταναν. Οι Τούρκοι προετοιμάζονταν μπροστά στα μάτια των ελληνικών υπηρεσιών. Και όταν ο αποβατικός στόλος εμφανίστηκε στην Κερύνεια, η Κύπρος είχε ουσιαστικά αφεθεί μόνη.

Αυτή είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου που τα είδε όλα από πρώτο χέρι. Και γι’ αυτό είναι τόσο βαριά. Όχι μόνο επειδή περιγράφει όσα έκαναν οι Τούρκοι, αλλά κυρίως επειδή αποκαλύπτει όσα δεν έκαναν εκείνοι που είχαν καθήκον να υπερασπιστούν την Κύπρο.

Back to top button