breaking newsΕλλάδα

Ροζολής: «Να φτιάχνουμε πυραύλους στην Ελλάδα» – Το στοίχημα πίσω από την «Ασπίδα του Αχιλλέα»

Οι εξοπλισμοί δισεκατομμυρίων πρέπει να αφήνουν παραγωγή, τεχνογνωσία και δυνατότητα υποστήριξης στη χώρα. Ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ ζητά εθνική στρατηγική με συνέχεια, ασκεί κριτική για τα Rafale και εξηγεί πού μπορεί να πρωταγωνιστήσει η ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Να αποκτήσει η Ελλάδα δυνατότητα παραγωγής πυραύλων μέσα από τις μεγάλες αμυντικές συνεργασίες της και να πάψει κάθε εξοπλιστικό πρόγραμμα να αντιμετωπίζεται αποκομμένο από την εγχώρια βιομηχανία ζητά ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού, Αναστάσιος Ροζολής.

Στη συνέντευξή του στην εκπομπή «Leaders» της «Ναυτεμπορικής», έθεσε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: όταν ολοκληρώνονται αγορές δισεκατομμυρίων, ποιες παραγωγικές και τεχνολογικές δυνατότητες μένουν στην Ελλάδα;

Η απάντηση, κατά τον ίδιο, προϋποθέτει σταθερό σχεδιασμό, ουσιαστική συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων και μια μόνιμη κρατική δομή που θα συνδέει τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων με τις δυνατότητες της βιομηχανίας.

«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Τι θα μπορούμε να κατασκευάζουμε μετά;

Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Ο κ. Ροζολής αναφέρθηκε σε πρόγραμμα ύψους 3 δισ. ευρώ και σε ελληνική συμμετοχή 750 εκατ. ευρώ, θέτοντας όμως το ζήτημα του περιεχομένου αυτής της συμμετοχής.

Το κρίσιμο, όπως υποστήριξε, είναι να υπάρχει στόχος για την επόμενη ημέρα: να μπορεί η χώρα, μέσα από τη συνεργασία με έναν στενό αμυντικό εταίρο, να αποκτήσει ικανότητα κατασκευής πυραύλων.

Η τοποθέτησή του αφορά τη στρατηγική επιδίωξη που θεωρεί αναγκαία για το πρόγραμμα. Δεν παρουσίασε συμφωνία εγχώριας παραγωγής πυραύλων ούτε ανακοίνωσε ότι αυτή έχει εξασφαλιστεί.

Με αντίστοιχο σκεπτικό προσέγγισε και τις ναυτικές προμήθειες: η αγορά νέων μονάδων πρέπει να συνδέεται με ελληνικό κατασκευαστικό έργο, μεταφορά τεχνογνωσίας και υποστήριξη σε βάθος χρόνου.

Η αιχμή για τα Rafale και το 25%

Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε για το βιομηχανικό αποτύπωμα της προμήθειας των Rafale, υποστηρίζοντας ότι στα πρώτα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν εξασφάλισε το έργο που θα έπρεπε.

Παράλληλα, αναγνώρισε την ανάγκη ταχείας ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων απέναντι στην τουρκική απειλή και αξιολόγησε θετικά την κυβερνητική προσπάθεια στον τομέα των εξοπλισμών. Η κριτική του επικεντρώθηκε στην απουσία παράλληλου βιομηχανικού σχεδιασμού.

Υπενθύμισε ότι ο ΣΕΚΠΥ διεκδικεί από το 2012 εγχώρια συμμετοχή 30% και ειδική κρατική δομή για την αμυντική βιομηχανία. Για τον στόχο του 25%, στον οποίο αναφέρθηκε ως κυβερνητική εξαγγελία, επέμεινε ότι χρειάζεται μηχανισμός εφαρμογής και συνέχεια πέρα από τις αλλαγές υπουργών και κυβερνήσεων.

Το ερώτημα που έθεσε είναι πώς θα κατοχυρώνεται στην πράξη η συμμετοχή αυτή σε κάθε μεγάλη προμήθεια και ποιος θα ελέγχει ότι μετατρέπεται σε πραγματικό έργο για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Η «μαύρη τρύπα» και η ανάγκη μόνιμου επιτελείου

Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε το θεσμικό κενό που εντοπίζει στην οργάνωση της αμυντικής βιομηχανίας. Κατά τον ίδιο, οι Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν δομές και συνέχεια, ενώ η βιομηχανική πολιτική εξαρτάται υπερβολικά από πρόσωπα και πρόσκαιρες κατευθύνσεις.

Η πρότασή του αφορά ένα μόνιμο επιτελείο με στρατιωτικούς, οικονομολόγους, νομικούς και εξειδικευμένα στελέχη. Μια δομή που θα γνωρίζει τι μπορούν να παράγουν οι ελληνικές εταιρείες, θα παρακολουθεί τα ευρωπαϊκά εργαλεία και θα διαμορφώνει μακροπρόθεσμους στόχους.

Έθεσε, μάλιστα, την ανάγκη υπερκομματικού χαρακτήρα και τη δυνατότητα πενταετούς διάρκειας, ώστε ο σχεδιασμός να μη διακόπτεται με κάθε πολιτική αλλαγή.

Στάθηκε επίσης στη δυσκολία που αντιμετωπίζουν αξιόλογα στρατιωτικά στελέχη όταν καλούνται, χωρίς την αναγκαία εξειδικευμένη υποστήριξη, να διαπραγματευτούν σύνθετα προγράμματα δισεκατομμυρίων απέναντι σε έμπειρες διεθνείς ομάδες.

Σε ώρα κρίσης πρέπει να συντηρούμε τα όπλα μας

Για τον πρόεδρο του ΣΕΚΠΥ, η εγχώρια υποστήριξη των οπλικών συστημάτων έχει άμεση επιχειρησιακή σημασία. Όταν προκύψει κρίση, η χώρα πρέπει να μπορεί να συντηρεί τα μέσα που διαθέτει και να διατηρεί την επιχειρησιακή τους διαθεσιμότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε στενότερη συνεργασία των Ενόπλων Δυνάμεων με ελληνικές επιχειρήσεις και αξιοποίηση της εμπειρίας των αποστράτων. Τεχνικοί, μηχανικοί και στελέχη με πολυετή υπηρεσία μπορούν να συνεχίσουν να προσφέρουν μέσα από την εγχώρια βιομηχανία.

Έτσι, η επένδυση που έχει ήδη κάνει η χώρα στην εκπαίδευσή τους μπορεί να επιστρέφει στην εθνική άμυνα και στην οικονομία, αντί η συσσωρευμένη γνώση να αξιοποιείται αποκλειστικά στο εξωτερικό.

Η ευρωπαϊκή ευκαιρία και οι τομείς ελληνικής ισχύος

Ο κ. Ροζολής περιέγραψε την ευρωπαϊκή στροφή προς την άμυνα ως μεγάλη ευκαιρία για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Η ένταξη στις αλυσίδες προμηθειών μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων επιτρέπει, όπως εξήγησε, παραγωγή για πολύ μεγαλύτερες αγορές από την ελληνική.

Ανέφερε ότι οι εταιρείες που άντεξαν στα χρόνια της κρίσης στηρίχθηκαν στις εξαγωγές και στην ανταγωνιστικότητά τους. Για τη συμμετοχή στα προγράμματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας, μίλησε για συνολικά έσοδα που, σύμφωνα με την εκτίμησή του, υπερβαίνουν τα 200–250 εκατ. ευρώ.

Ως πεδία με ιδιαίτερες προοπτικές ανέδειξε τα ηλεκτροοπτικά, την κυβερνοάμυνα, την τεχνητή νοημοσύνη, τα μη επανδρωμένα συστήματα, το λογισμικό και τις δορυφορικές εφαρμογές. Εκεί, εξήγησε, ακόμη και μια μικρή ομάδα καταρτισμένων επιστημόνων μπορεί να αναπτύξει λύση με διεθνή αξία.

Η επιλογή συγκεκριμένων τεχνολογικών πεδίων, με βάση τις ελληνικές δυνατότητες, αποτελεί για τον ίδιο βασική προϋπόθεση ενός ρεαλιστικού σχεδίου ανάπτυξης.

«Δεν είμαστε μόνο για τουρισμό»

Απαντώντας στην αμφισβήτηση των ελληνικών δυνατοτήτων, παρέπεμψε στη ναυπήγηση υποβρυχίων και φρεγατών στην Ελλάδα, καθώς και στη σημερινή παρουσία ελληνικών εταιρειών σε διεθνή προγράμματα.

Υποστήριξε ότι τα νέα σκάφη του Λιμενικού πρέπει να ναυπηγούνται στη χώρα, ακόμη και μέσω συνεργασιών με ξένους οίκους, ώστε κάθε πρόγραμμα να προσθέτει εμπειρία και παραγωγικές δυνατότητες.

Αναφερόμενος στην Τουρκία, απέδωσε την πρόοδό της στη μακροχρόνια προσήλωση στον στόχο της αμυντικής αυτονομίας. Για την Ελλάδα, έθεσε την ανάγκη να διαμορφωθεί αντίστοιχη συνέχεια στον σχεδιασμό, μέσα στο δικό της θεσμικό πλαίσιο.

Η αδυναμία που εντοπίζει είναι η έλλειψη σταθερών συνεργασιών και μακροπρόθεσμου προγραμματισμού. Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει, όπως και επιχειρήσεις με αποδεδειγμένες επιδόσεις. Το ζητούμενο είναι κράτος και βιομηχανία να κινηθούν με κοινό σχέδιο, ώστε οι αμυντικές δαπάνες να ενισχύουν ταυτόχρονα την αποτροπή, την παραγωγή και τις θέσεις εργασίας.

https://youtu.be/r6VX8NaJBfs
Back to top button