Με αιχμηρό λόγο και χωρίς περιστροφές, ο Θεοφάνης Μαλκίδης, μιλώντας στο Thraki Net, έθεσε στο επίκεντρο δύο μεγάλα ζητήματα: την αποδοχή του λεγόμενου «Βραβείου Ειρήνης Ατατούρκ» από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με την Τουρκία να επιχειρεί –όπως υποστήριξε– να εκμεταλλευτεί για ακόμη μία φορά τις εξελίξεις προς όφελός της.
Αναφερόμενος αρχικά στην αποδοχή του βραβείου από τον Αντόνιο Γκουτέρες, ο κ. Μαλκίδης ήταν κατηγορηματικός. Τόνισε ότι ένας εκπρόσωπος ενός διεθνούς οργανισμού τέτοιας εμβέλειας δεν εκπροσωπεί μόνο το πρόσωπό του, αλλά το ίδιο το κύρος του θεσμού που υπηρετεί. Κατά την εκτίμησή του, όχι μόνο δεν θα έπρεπε να αποδεχθεί μια τέτοια διάκριση, αλλά όφειλε να αναδείξει ότι ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ δεν μπορεί να προβάλλεται ως σύμβολο ειρήνης και συμφιλίωσης, από τη στιγμή που έχει συνδεθεί ιστορικά με τις γενοκτονίες Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων, Κούρδων και άλλων ιστορικών λαών της Μικράς Ασίας.
Ο Θεοφάνης Μαλκίδης υπενθύμισε μάλιστα ότι προσωπικότητες παγκόσμιου βεληνεκούς, όπως ο Νέλσον Μαντέλα, είχαν αρνηθεί το συγκεκριμένο βραβείο, γεγονός που –όπως άφησε να εννοηθεί– προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο βάρος στην επιλογή του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ να το αποδεχτεί. Παράλληλα, χαρακτήρισε το βραβείο εργαλείο τουρκικής προπαγάνδας και δημοσίων σχέσεων, μέσω του οποίου η Άγκυρα επιδιώκει να προωθεί τα συμφέροντά της και να καλλιεργεί διεθνές πολιτικό κεφάλαιο.
Από εκεί και πέρα, η συζήτηση μεταφέρθηκε στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό, με έμφαση στις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την Τουρκία και την Ελλάδα. Σύμφωνα με τον κ. Μαλκίδη, η Άγκυρα παρακολουθεί με έντονο άγχος τις εξελίξεις, καθώς βλέπει να διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα γύρω από το κουρδικό ζήτημα. Όπως σημείωσε, ήδη υπάρχει μια de facto κατάσταση τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία, ενώ η πιθανότητα ανατροπών και στο Ιράν γεννά σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον των κουρδικών πληθυσμών και για το πώς αυτή η εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει άμεσα την ίδια την Τουρκία.
Σε αυτό το πλαίσιο, υποστήριξε ότι η τουρκική ηγεσία θεωρεί πως η ίδια μπορεί να είναι ο επόμενος μεγάλος στόχος πολιτικών και διπλωματικών πιέσεων, αν όχι και βαθύτερων ανακατατάξεων στην περιοχή. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η Άγκυρα βρίσκεται σε δύσκολη θέση και εξαιτίας της επιδείνωσης των σχέσεών της με το Ισραήλ. Όπως ανέφερε, ενώ πριν από λίγα χρόνια οι δύο χώρες διατηρούσαν στενή σχέση, σήμερα η μεταξύ τους αντιπαράθεση δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον κινδύνου για την Τουρκία.
Ο κ. Μαλκίδης στάθηκε και στο εσωτερικό μέτωπο της γειτονικής χώρας, επισημαίνοντας ότι η Τουρκία ήδη δέχεται πίεση από τις προσφυγικές ροές που προκαλεί η ανάφλεξη στην περιοχή, αλλά και από την ενεργειακή της εξάρτηση. Την ίδια ώρα, σημείωσε ότι η στάση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπέρ του Ιράν τον φέρνει σε αντίθεση με τις γενικότερες νατοϊκές επιδιώξεις, σε μια περίοδο που το περιφερειακό τοπίο αλλάζει ραγδαία.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο Θεοφάνης Μαλκίδης και στη διαχρονική τακτική της Τουρκίας να παριστάνει τον «επιτήδειο ουδέτερο». Όπως τόνισε, αυτό το μοτίβο δεν είναι καινούργιο, αλλά έχει ιστορικό βάθος, καθώς η Άγκυρα επιχείρησε και στο παρελθόν να αποκομίσει οφέλη από διεθνείς συγκρούσεις, λειτουργώντας αποκλειστικά με βάση το στεγνό, κυνικό και ρεαλιστικό συμφέρον. Σε αυτό το πνεύμα ενέταξε και τη σημερινή της στάση απέναντι στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Σχολιάζοντας το ενδεχόμενο αποστολής τουρκικών πολεμικών πλοίων στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ, ο κ. Μαλκίδης εκτίμησε ότι η Τουρκία δεν έχει καμία αναστολή να εμπλακεί στρατιωτικά σε πολλαπλά μέτωπα, όπως έχει αποδείξει ήδη με την παρουσία της σε Συρία, Λιβύη, Ιράκ, Κατάρ, Σομαλία, Αλβανία και αλλού. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα θα επιδιώξει και σε αυτή την κρίση να αποσπάσει τα γνωστά γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη, όπως ακριβώς έκανε και στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, όπου κατάφερε να ωφεληθεί χωρίς να έρθει σε ρήξη με τη Μόσχα, παρά το ότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, επισήμανε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα είναι πιο δύσκολα για την Τουρκία, καθώς –όπως υπογράμμισε– οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν πλέον διαφορετική πολιτική αντίληψη και στάση απέναντί της. Αυτό, κατά την ανάλυσή του, περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών της Άγκυρας και καθιστά το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον πιο απαιτητικό και πιο επικίνδυνο για τα τουρκικά συμφέροντα.
Το συνολικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η Ελλάδα οφείλει να διαβάσει ψυχρά και έγκαιρα τις αλλαγές που συντελούνται στην περιοχή, χωρίς αυταπάτες. Και ταυτόχρονα, να κατανοήσει ότι η Τουρκία, όπως πάντα, θα κινηθεί όχι με βάση αρχές ή συμμαχικές δεσμεύσεις, αλλά αποκλειστικά με όρους ωμής ισχύος και συμφέροντος.
Δείτε την παρέμβασή του: