Το ενδεχόμενο να προχωρήσουν σε μερική άρση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στο Ιράν άφησαν ανοιχτό οι Ηνωμένες Πολιτείες την Πέμπτη. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται περίπου τρεις εβδομάδες έπειτα από τις αρχικές στρατιωτικές επιδρομές που πραγματοποίησαν από κοινού με το Ισραήλ εναντίον ιρανικών στόχων, γεγονός που προκάλεσε, ανάμεσα σε άλλα, την κατακόρυφη αύξηση στις τιμές του πετρελαίου.
Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox Business, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τις επόμενες ημέρες θα μπορούσαμε να άρουμε τις κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο που βρίσκεται στη θάλασσα».
Στη συνέχεια, ο κ. Μπέσεντ συμπλήρωσε πως «Πρόκειται για περίπου 140 εκατομμύρια βαρέλια», διευκρινίζοντας παράλληλα ότι «είναι αποθέματα 10 ημερών με δύο εβδομάδων τα οποία οι Ιρανοί προωθούσαν και θα πήγαιναν όλα στην Κίνα».
Επιπροσθέτως, ο Αμερικανός αξιωματούχος υπογράμμισε: «Ουσιαστικά θα χρησιμοποιήσουμε τα ιρανικά βαρέλια εναντίον των Ιρανών για να διατηρήσουμε χαμηλές τις τιμές για τις επόμενες 10 με 14 ημέρες καθώς συνεχίζουμε αυτή την εκστρατεία».
Ωστόσο, ο επικεφαλής του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών απέφυγε να προσδιορίσει το ακριβές χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε να παραμείνει σε ισχύ η εν λόγω ελάφρυνση των περιοριστικών μέτρων.
Σύμφωνα με πηγή που διαθέτει γνώση του ζητήματος αλλά δεν εξουσιοδοτείται να προβεί σε επίσημες δηλώσεις, η οποία μίλησε στο πρακτορείο AFP, η συγκεκριμένη χαλάρωση ενδέχεται να ακολουθήσει το πρότυπο των μέτρων που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ την περασμένη εβδομάδα σχετικά με το ρωσικό πετρέλαιο.
Με βάση εκείνη την απόφαση, η Ουάσινγκτον παρέχει στη Ρωσία την άδεια να διαθέσει το αργό πετρέλαιό της μέσω πλοίων για ένα αυστηρά καθορισμένο χρονικό παράθυρο, το οποίο εκτείνεται έως τις αρχές Απριλίου.
Ο βασικός σκοπός αυτής της κίνησης είναι η διοχέτευση εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά σε μια κρίσιμη συγκυρία, δεδομένου ότι η συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή στερεί σημαντικές ποσότητες υδρογονανθράκων από την παγκόσμια προσφορά.
«Αντιφατικός ελιγμός»
Ο Άντι Λίποου, αναλυτής της εταιρείας Lipow Oil Associates, τοποθετούμενος επί του θέματος, σημείωσε πως «αυτό δείχνει μέχρι σε ποιο σημείο είναι έτοιμη να φτάσει η κυβέρνηση για να καθησυχάσει τους καταναλωτές μπροστά στις αυξημένες τιμές ».
Παράλληλα, ο ίδιος αναλυτής εκτιμά ότι «Είναι ξεκάθαρο ότι αν αρθούν οι κυρώσεις, αυτό θα δώσει τη δυνατότητα στο Ιράν να πουλήσει σε κάποιους από τους πελάτες που είχε δεκαετίες νωρίτερα στην Ευρώπη».
Επιπλέον, ο κ. Λίποου υπογραμμίζει με έμφαση: «Από πολιτική άποψη αυτό μοιάζει αντιφατικό, διότι θα δημιουργήσει την εντύπωση ότι επιτρέπουμε στο Ιράν να πουλά το πετρέλαιό πόλεμο εναντίον του».
Από την πλευρά της, η υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας της Γερμανίας, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Bild, εξέφρασε την αντίθεσή της δηλώνοντας: «Κάθε δολάριο για το ιρανικό πετρέλαιο σταθεροποιεί ένα καθεστώς το οποίο είναι θεμελιωδώς αντίθετο στις αξίες μας».
«Αν οι ΗΠΑ το κάνουν για να αλλάξουν τις τιμές (…) αυτό απλώς δεν θα συμβεί», παρατηρεί ο Φίλιπ Λακ από το Center for Strategic and International Studies (CSIS).
Σε πρακτικό επίπεδο, η εξεταζόμενη ελάφρυνση των κυρώσεων αντιστοιχεί, σε όγκο βαρελιών, σε ποσότητα που καλύπτει την παγκόσμια ζήτηση για χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ημερών.
Κερδισμένη η Κίνα
Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, «ο μεγάλος κερδισμένος θα είναι η Κίνα», όπως επισημαίνει ο Τζον Κίλνταφ, ειδικός αναλυτής σε ζητήματα αγοράς πετρελαίου της εταιρείας Again Capital.
Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο, αγνοώντας συστηματικά τις αμερικανικές κυρώσεις, απορροφά τον μεγαλύτερο όγκο των εξαγωγών αργού πετρελαίου που προέρχονται από το Ιράν.
Κληθείς να σχολιάσει τις σχετικές ανακοινώσεις, ο εκπρόσωπος της κινεζικής κυβέρνησης απέφυγε να δώσει μια ευθεία απάντηση, ωστόσο φρόντισε να υπογραμμίσει πως η χώρα του «πάντα αντιτίθεται στις παράνομες μονομερείς κυρώσεις».
Παράλληλα, ο ίδιος αξιωματούχος απηύθυνε έκκληση προς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να «παύσουν αμέσως» τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις, με απώτερο στόχο να αποφευχθούν «ακόμα πιο σοβαρές επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία».
Όπως αναλύει ο οικονομολόγος Τζέιμς Νάιτλι, η στρατηγική της Ουάσινγκτον αποσκοπεί κυρίως στην εξασφάλιση της υποστήριξης των διεθνών εταίρων της, παρά στην άμεση αποκλιμάκωση των τιμών στα καύσιμα.
Ο κ. Νάιτλι εξηγεί περαιτέρω ότι «Μοιάζει λίγο με μια διαπραγματευτική τακτική που έχει στόχο να πάρουν (οι Αμερικανοί) τους Κινέζους με το μέρος τους, προκειμένου να ενισχύσουν την ιδέα ενός ναυτικού συνασπισμού για το άνοιγμα », τα οποία αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για τις εξαγωγές υδρογονανθράκων της περιοχής.
Τέλος, ο ίδιος υποστηρίζει πως η αμερικανική πλευρά «Το παιχνίδι αξίζει τον κόπο» στην περίπτωση που καταφέρει να ωθήσει την Κίνα στο να ασκήσει ουσιαστική πίεση προς την Τεχεράνη.