Ανοικτή Επιστολή προς τους Έλληνες Πολιτικούς και Αρχηγούς Κομμάτων.
ΘΕΜΑ: Η γεωπολιτική διάσταση της μη εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής.
Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι,
Η τρέχουσα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή συνιστά μία από τις πλέον σύνθετες γεωπολιτικές κρίσεις του 21ου αιώνα, εντασσόμενη στο ευρύτερο πλαίσιο της αναδιαμόρφωσης του διεθνούς συστήματος ισχύος. Η αντιπαράθεση που εκτυλίσσεται μεταξύ περιφερειακών κρατών και υπερδυνάμεων δεν αποτελεί απομονωμένο φαινόμενο, αλλά εντάσσεται στον ανταγωνισμό μεταξύ ΝΑΤΟ, της Ρωσίας και της Κίνας, με άμεσες επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια, τους θαλάσσιους διαδρόμους και τη στρατηγική σταθερότητα.
Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται επιτακτικό να διατυπωθεί με επιστημονική σαφήνεια ότι ο εν λόγω πόλεμος δεν αποτελεί πόλεμο της Ελλάδας. Η εμπλοκή της χώρας μας, ιδίως μέσω αποστολής στρατιωτικού υλικού εναντίον του Ιράν, ενέχει σοβαρούς κινδύνους γεωπολιτικής υπερέκτασης (overextension), αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την αποτρεπτική της ικανότητα σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον ασφαλείας.
Η Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο γεωστρατηγικό κόμβο στην Ανατολική Μεσόγειο, με ιδιαίτερη σημασία για τους ενεργειακούς διαδρόμους που συνδέουν τη Μέση Ανατολή και την Κασπία με την ευρωπαϊκή αγορά. Η εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις δύναται να διαταράξει τον ρόλο αυτό, μετατρέποντας τη χώρα από παράγοντα σταθερότητας σε δυνητικό στόχο ασύμμετρων απειλών.
Περαιτέρω, η πολιτική επιλογή ενεργού συμμετοχής ή έμμεσης υποστήριξης στρατιωτικών επιχειρήσεων ενδέχεται να επιδεινώσει τις σχέσεις της Ελλάδας με τον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο, δημιουργώντας συνθήκες εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Η θεωρία της «εσωτερικοποίησης της απειλής» (internalization of threat) υποδεικνύει ότι εξωτερικές συγκρούσεις μπορούν να μεταφερθούν στο εσωτερικό των κρατών με κοινωνικές ευθραυστότητες, ιδίως όταν απουσιάζει συνεκτική στρατηγική διαχείρισης.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να υποτιμάται η αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας, η οποία, στο πλαίσιο των γκρίζων λύκων, του νεο-οθωμανικού δόγματος και της κεμαλικής στρατιωτικής παράδοσης, επιδιώκει την αναδιάταξη ισορροπιών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οποιαδήποτε αποδυνάμωση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος ή δημιουργία ευκαιριακών κενών ασφαλείας ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για επιθετικές ενέργειες.
Επιπλέον, η μέχρι πρότινος αποστολή στρατιωτικού υλικού προς την Ουκρανία ανέδειξε τα όρια της ελληνικής στρατηγικής ευελιξίας. Η διασπορά αμυντικών πόρων σε εξωγενή μέτωπα περιορίζει την επιχειρησιακή ετοιμότητα σε ένα περιβάλλον όπου η απειλή είναι άμεση και γεωγραφικά εγγύς.
Στο επίπεδο των συμμαχιών, η Ελλάδα οφείλει να επανεκτιμήσει τη θέση της εντός των δυτικών δομών ασφαλείας, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις. Οι δηλώσεις ή υπονοούμενα περί περιορισμένης συνδρομής σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης καταδεικνύουν ότι τα κράτη δρουν πρωτίστως βάσει ιδίων συμφερόντων και όχι βάσει ηθικών ή ιστορικών δεσμεύσεων.
Η ιστορική εμπειρία του ελληνισμού, ιδίως κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιβεβαιώνει με δραματικό τρόπο τους κινδύνους της υπερβολικής εξάρτησης από εξωτερικούς παράγοντες. Η απώλεια γεωπολιτικού χώρου και ανθρώπινου δυναμικού υπήρξε συνέπεια στρατηγικών επιλογών που δεν εδράζονταν σε αυτοτελή εθνική ισχύ.
Συνεπώς, προκύπτει ως αναγκαία συνθήκη η υιοθέτηση μίας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, βασισμένης στις αρχές της αποτροπής, της ισορροπίας δυνάμεων και της στρατηγικής αυτονομίας. Η Ελλάδα πρέπει να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας και όχι ως προκεχωρημένο φυλάκιο συγκρούσεων τρίτων.
Καταληκτικώς, οι Έλληνες πολιτικοί καλούνται να επιδείξουν υψηλό επίπεδο στρατηγικής αντίληψης και ιστορικής συνείδησης. Η διαφύλαξη της εθνικής κυριαρχίας και η αποτροπή εμπλοκής σε εξωγενείς συγκρούσεις συνιστούν όχι μόνο πολιτική επιλογή, αλλά και εθνική επιταγής.
Ο λαός μας και πολιτικοί μας καλούνται σε εγρήγορση και θρησκευτική ευλάβεια, προκειμένου οι δυνάμεις αφύπνισης να είναι έτοιμες για κάθε περίσταση.