breaking newsΔιεθνή

Συμφωνία της Μέκκας: Γιατί Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν χτίζουν νέο άξονα ισχύος

Έναν βαθύτερο μετασχηματισμό της αρχιτεκτονικής ασφαλείας στη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία σηματοδοτεί η Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, σύμφωνα με εκτενή ανάλυση του Middle East Eye.

Η συμφωνία δεν φαίνεται να αποτελεί απλώς αντίδραση σε κάποια συγκεκριμένη και άμεση απειλή. Αντίθετα, πίσω από αυτή βρίσκεται η σύγκλιση τριών διαφορετικών στρατηγικών συμφερόντων και, κυρίως, μια κοινή διαπίστωση: η παλιά περιφερειακή τάξη ασφαλείας δεν παρέχει πλέον στις τρεις χώρες τις εγγυήσεις που παρείχε στο παρελθόν.

Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που δίνει στη συμφωνία πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Ριάντ, Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ επιχειρούν να περάσουν σταδιακά από την εξάρτηση από μία εξωτερική δύναμη σε ένα σύστημα περιφερειακών συμμαχιών, μέσα από το οποίο θα μοιράζονται τους κινδύνους και θα αυξάνουν την αποτρεπτική τους ισχύ.

Ρήτρα συλλογικής άμυνας

Η ουσία της συμφωνίας βρίσκεται στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.

Μια ένοπλη επίθεση εναντίον οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον και των τριών. Πρόκειται για μια φόρμουλα που παραπέμπει ευθέως στη λογική συλλογικής άμυνας μεγάλων στρατιωτικών συμμαχιών, παρότι οι τρεις κυβερνήσεις επιμένουν ότι η συμφωνία είναι αμυντική και δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιον θέλουν να αποτρέψουν, αλλά γιατί η καθεμία από αυτές τις τρεις δυνάμεις θεωρεί ότι χρειάζεται τις άλλες δύο στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία.

Και οι απαντήσεις είναι διαφορετικές για κάθε χώρα.

Τι αναζητεί η Σαουδική Αραβία

Για τη Σαουδική Αραβία, η ασφάλεια έχει πάψει προ πολλού να σημαίνει απλώς προστασία των χερσαίων συνόρων της.

Το Ριάντ πρέπει να υπολογίζει ταυτόχρονα τον Περσικό Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα, το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, τις ενεργειακές οδούς, τις κρίσιμες υποδομές, τον εναέριο χώρο, την κυβερνοασφάλεια και τις αλυσίδες εφοδιασμού, αλλά και την προστασία των τεράστιων οικονομικών επενδύσεων του βασιλείου.

Σε αυτή την εξίσωση, Τουρκία και Πακιστάν προσφέρουν διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά πλεονεκτήματα.

Η Τουρκία διαθέτει αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, στρατιωτική τεχνογνωσία και προηγμένες τεχνολογικές δυνατότητες. Το Πακιστάν προσφέρει στρατιωτικό βάθος, επιχειρησιακή εμπειρία και δεκαετίες στενών αμυντικών σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία.

Το Ριάντ, από την πλευρά του, βάζει στο τραπέζι οικονομική δύναμη, ενεργειακό βάρος και τεράστιες επενδυτικές δυνατότητες.

Η συμφωνία, συνεπώς, δημιουργεί μια σχέση συμπληρωματικών δυνατοτήτων.

Δεν δείχνει προς το Ιράν

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εκτίμηση ότι η συμφωνία δεν πρέπει αυτομάτως να ερμηνεύεται ως σαουδαραβικό μέτωπο εναντίον του Ιράν.

Οι σχέσεις Ριάντ–Τεχεράνης έχουν βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια και έχουν δημιουργηθεί δίαυλοι για τη διαχείριση των μεταξύ τους εντάσεων. Σύμφωνα με την ανάλυση, θα ήταν στρατηγικά αντιπαραγωγικό για τους Σαουδάραβες να μετατρέψουν τώρα τη συμφωνία σε εργαλείο νέας σύγκρουσης με το Ιράν.

Το μήνυμα είναι ευρύτερο: όποιος εξετάζει μια σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία δεν θα πρέπει πλέον να υπολογίζει μόνο τις δυνατότητες του βασιλείου, αλλά το συνολικό δίκτυο στρατιωτικών και πολιτικών συμμαχιών του.

Τι κερδίζει η Τουρκία

Ακόμη μεγαλύτερο ελληνικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η τουρκική διάσταση της συμφωνίας.

Εκ πρώτης όψεως δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα: γιατί η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ και κάτοχος μιας από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις της Συμμαχίας, χρειάζεται ένα πρόσθετο αμυντικό σχήμα με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία;

Η απάντηση που δίνεται είναι ότι η Άγκυρα επιδιώκει ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.

Η τουρκική αντίληψη περί ζωτικού χώρου ασφαλείας έχει διευρυνθεί και εκτείνεται πλέον από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι τη Λιβύη, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο, ενώ ταυτόχρονα περιλαμβάνει τις σχέσεις με Ρωσία, Ιράν και Ευρώπη.

Η Άγκυρα δεν θέλει, με άλλα λόγια, οι στρατηγικές επιλογές της να εξαρτώνται αποκλειστικά από το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο παράγοντας Ισραήλ

Εδώ εισέρχεται στην εξίσωση το Ισραήλ.

Σύμφωνα με την ανάλυση, οι σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ έχουν πλέον ξεπεράσει το επίπεδο μιας πολιτικής διαφωνίας γύρω από το Παλαιστινιακό.

Εξελίσσονται σε στρατηγικό ανταγωνισμό.

Και δύο από τα σημαντικότερα πεδία αυτής της αντιπαράθεσης είναι πλέον η Συρία και η Ανατολική Μεσόγειος.

Η παρατήρηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το φως της ανοιχτής αντιπαράθεσης των τελευταίων ημερών για την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία.

Το Ισραήλ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα δεχθεί τουρκική στρατιωτική εδραίωση που θεωρεί ότι απειλεί την ασφάλεια και την ελευθερία επιχειρήσεών του.

Η Τουρκία, αντιθέτως, αντιμετωπίζει τη Συρία ως κρίσιμο τμήμα της δικής της ζώνης στρατηγικής επιρροής.

Στην εξίσωση Ελλάδα και Κύπρος

Η ανάλυση του Middle East Eye έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα, καθώς εντάσσει ευθέως τις σχέσεις Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ στους τουρκικούς στρατηγικούς υπολογισμούς.

Το Ισραήλ έχει εμβαθύνει τη συνεργασία ασφαλείας και τις στρατιωτικές σχέσεις του με Αθήνα και Λευκωσία, με κοινές ασκήσεις και προγράμματα στρατιωτικής συνεργασίας.

Από την οπτική της Άγκυρας, σύμφωνα με το δημοσίευμα, Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ σχηματίζουν ένα δίκτυο πολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας σε μια περιοχή όπου τα συμφέροντά τους έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τα τουρκικά.

Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που εξηγούν γιατί η Τουρκία αναζητεί παράλληλα τη δημιουργία του δικού της ευρύτερου δικτύου συνεργασιών.

Υπό αυτή την έννοια, η συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν αποκτά σαφή γεωπολιτική διάσταση για την Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα θέλει εναλλακτικές

Ο τουρκικός σχεδιασμός φαίνεται να έχει έναν σαφή στόχο: να μη βρεθεί η Τουρκία εξαρτημένη από έναν και μοναδικό γεωπολιτικό άξονα.

Η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρεί σχέσεις με τη Δύση και το ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα να αναπτύσσει αυτόνομα δίκτυα με μουσουλμανικές και περιφερειακές δυνάμεις.

Έτσι μειώνει, σύμφωνα με την ανάλυση, την ευπάθειά της σε πιθανές πιέσεις από οποιοδήποτε κέντρο ισχύος.

Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομικό και πολιτικό βάρος.

Το Πακιστάν προσφέρει στρατιωτική ισχύ και –ένας παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί– αποτελεί πυρηνική δύναμη.

Και η Τουρκία φέρνει στο σχήμα έναν μεγάλο στρατό, ισχυρή αμυντική βιομηχανία και γεωγραφική παρουσία από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο.

Ο υπολογισμός του Πακιστάν και η Ινδία

Για το Ισλαμαμπάντ, αντίθετα, η συμφωνία δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο μέσα από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Ο βασικός στρατηγικός αντίπαλος του Πακιστάν παραμένει η Ινδία.

Κασμίρ, συνοριακές διαφορές και στρατιωτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πυρηνικές δυνάμεις εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πακιστανική στρατηγική.

Η συνεργασία με Άγκυρα και Ριάντ δίνει επομένως στο Πακιστάν μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει ένα περιβάλλον ασφαλείας πολλαπλών μετώπων.

Η Τουρκία του προσφέρει στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ, αλλά και πρόσβαση σε ένα ευρύ πλέγμα σχέσεων που εκτείνεται από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Ρωσία, την Κίνα και την Κεντρική Ασία.

«Πολιτικός σεισμός» με προοπτική διεύρυνσης

Το Middle East Eye περιγράφει τις συνέπειες της Συμφωνίας της Μέκκας ως έναν «πολιτικό σεισμό», θεωρώντας ότι μπορεί να αποτελέσει την απαρχή ενός στρατηγικού μετασχηματισμού της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επιλογή της Μέκκας ως τόπου υπογραφής. Δεν πρόκειται απλώς για σαουδαραβική πόλη, αλλά για τον ιερότερο τόπο του Ισλάμ και σύμβολο ενότητας του μουσουλμανικού κόσμου.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα προοπτική.

Σύμφωνα με την ανάλυση, υπάρχει η εκτίμηση ότι το σχήμα θα μπορούσε μελλοντικά να επεκταθεί και σε άλλες αραβικές και μουσουλμανικές χώρες.

Εάν αυτό συμβεί, δεν θα μιλάμε πλέον απλώς για μια τριμερή αμυντική συμφωνία.

Θα μιλάμε για την απόπειρα δημιουργίας ενός νέου περιφερειακού συστήματος συλλογικής ασφάλειας, στο οποίο η Τουρκία φιλοδοξεί να καταλάβει κεντρική θέση.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, αυτή είναι η διάσταση που απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή. Όχι επειδή το σύμφωνο δηλώνεται ότι στρέφεται εναντίον τους – κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από το δημοσίευμα – αλλά επειδή η Άγκυρα αποκτά ένα πρόσθετο στρατηγικό δίκτυο σε μια περίοδο κατά την οποία η αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ βαθαίνει και η ίδια αντιλαμβάνεται ανοιχτά τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ ως ανταγωνιστικό προς τα συμφέροντά της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Συμφωνία της Μέκκας, συνεπώς, δεν είναι απλώς άλλη μία συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας. Είναι ένα ακόμη σημάδι ότι οι ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή αλλάζουν και ότι οι περιφερειακές δυνάμεις προετοιμάζονται για μια εποχή στην οποία οι κανόνες ασφαλείας δεν θα καθορίζονται αποκλειστικά από τις μεγάλες εξωτερικές δυνάμεις.

Η συμφωνία αποκτά ευρύτερη σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς η ενίσχυση του τουρκικού δικτύου ασφαλείας επηρεάζει τους υπολογισμούς Ελλάδας και Κύπρου σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού με το Ισραήλ.

Back to top button