Τα πολεμικά σενάρια στην Ανατολική Μεσόγειο, η πιθανότητα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, η αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης βρίσκονται στο επίκεντρο άρθρου του Οζάι Σεντίρ στη Milliyet.
Ο Τούρκος αρθρογράφος αναγνωρίζει ότι η λέξη «πόλεμος» χρησιμοποιείται πλέον με ιδιαίτερη ευκολία στην περιοχή, συνδέοντας τη σκληρή ρητορική με τους επερχόμενους εκλογικούς κύκλους στο Ισραήλ, στην Ελλάδα και στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Πίσω από την επίκληση της ανάγκης για «ρεαλισμό», ωστόσο, ο Σεντίρ αναπαράγει το πάγιο τουρκικό αφήγημα κατά της άσκησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και παρουσιάζει ως αιτία πολέμου μια ενδεχόμενη επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας.
«Η Άγκυρα δεν θα δεχθεί ελληνικά χωρικά ύδατα 12 μιλίων»
Ο αρθρογράφος αναφέρεται σε σενάριο σύμφωνα με το οποίο η Αθήνα εξετάζει την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια νοτίως και δυτικά της Κρήτης, δηλαδή στις πλευρές του νησιού που δεν βρέχονται από το Αιγαίο.
Κατά τον ίδιο, μια τέτοια ελληνική κίνηση θα είχε στόχο να πλήξει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Ισχυρίζεται, μάλιστα, ότι η Αθήνα γνωρίζει πως η Άγκυρα δεν πρόκειται να αποδεχθεί μια απόφαση που, όπως υποστηρίζει, θα παραβίαζε την τουρκική υφαλοκρηπίδα και τα δικαιώματα της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας».
Ο Σεντίρ εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια βασιζόμενη στην αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία. Επικαλείται τις περιπτώσεις των βρετανικών νησιών Τζέρσεϊ και Γκέρνσεϊ στη Μάγχη, υποστηρίζοντας ότι το Παρίσι δεν θα εμπλακεί σε μια σύγκρουση η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο εις βάρος των δικών του συμφερόντων.
Οι αναφορές αυτές αποτελούν την προσωπική νομική και πολιτική ερμηνεία του Τούρκου αρθρογράφου και όχι ουδέτερη αποτίμηση του ισχύοντος διεθνούς δικαίου.
Επίθεση στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας
Ο Τούρκος δημοσιογράφος επιχειρεί παράλληλα να αποδυναμώσει την ελληνική επίκληση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Υποστηρίζει ότι η Τουρκία αποτελεί «επίμονο αντιρρησία» της Σύμβασης και ότι η θέση αυτή παρέχει στην Άγκυρα νομικά δικαιώματα. Παραπέμπει επίσης στις υποθέσεις της Νήσου των Όφεων μεταξύ Ρουμανίας και Ουκρανίας, της συνοριακής διαφοράς Κατάρ–Μπαχρέιν και της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας μεταξύ Λιβύης και Μάλτας.
Κατά τον Σεντίρ, οι διεθνείς δικαστικές αποφάσεις λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές συνθήκες κάθε περιοχής και δεν εφαρμόζουν μηχανιστικά τη Σύμβαση. Εκτιμά, συνεπώς, ότι κάτι αντίστοιχο θα συνέβαινε και σε μια ενδεχόμενη δικαστική εξέταση των ελληνοτουρκικών διαφορών στο Αιγαίο.
Υποστηρίζει ακόμη ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια θα περιόριζε τις διεθνείς θάλασσες στο Αιγαίο από το 49% στο 19% και θα αύξανε την ελληνική κυριαρχία στο 71,5% της θαλάσσιας έκτασης.
Όπως ισχυρίζεται, μια τέτοια εξέλιξη δεν θα περιόριζε μόνο τις κινήσεις του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, αλλά θα προκαλούσε αντιδράσεις και σε χώρες όπως η Ρωσία, η Ουκρανία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, οι οποίες χρησιμοποιούν το Αιγαίο ως εμπορική οδό.
Τα πολιτικά σενάρια για την Ελλάδα
Ο αρθρογράφος κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες που, σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση, τάσσονται υπέρ μιας σκληρότερης στάσης απέναντι στην Τουρκία.
Κατονομάζει την Ελληνική Λύση, τη ΝΙΚΗ και τους Σπαρτιάτες, αλλά και τους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή, τους οποίους τοποθετεί στο στρατόπεδο όσων εμφανίζονται θετικοί απέναντι σε μια στρατιωτική αναμέτρηση με την Άγκυρα.
Παραδέχεται παράλληλα ότι και στην Τουρκία υπάρχουν κύκλοι οι οποίοι, αντί των μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων, θα προτιμούσαν να αναλάβει την εξουσία στην Ελλάδα μια περισσότερο «περιπετειώδης» κυβέρνηση, ώστε η διαφορά να λυθεί «μια κι έξω».
«Αφού ακόμη και αν πολεμήσουμε θα αναγκαστούμε τελικά να καθίσουμε και να συμφωνήσουμε, κανείς δεν αντιλαμβάνεται ότι η νοοτροπία στην Αθήνα, η οποία δεν μπορεί να δεχθεί συμφωνία χωρίς πόλεμο, οδηγεί στην καταστροφή όχι την Τουρκία, αλλά την Ελλάδα», γράφει χαρακτηριστικά.
Το σενάριο σύγκρουσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ με την Τουρκία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του στην αναβαθμισμένη συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ.
Ο Σεντίρ υποστηρίζει ότι το σενάριο που ακούει συχνότερα προβλέπει μια σύντομη στρατιωτική σύγκρουση, κατά την οποία οι τρεις χώρες θα επιδίωκαν να αποκτήσουν πλεονέκτημα απέναντι στην Τουρκία και στη συνέχεια να προσέλθουν από ισχυρότερη θέση σε μια εκεχειρία που θα επιβαλλόταν μέσω διεθνών πιέσεων.
Ο ίδιος απορρίπτει κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο, σημειώνοντας ότι δεν πιστεύει πως υπάρχει κρατικός αξιωματούχος σε Αθήνα, Λευκωσία ή Τελ Αβίβ που να θεωρεί ρεαλιστική μια τέτοια επιλογή.
«Θα ήταν παράλογο να πιστεύει κανείς ότι η Τουρκία θα σταματούσε μετά από μια σύγκρουση η οποία θα τελείωνε με πιθανή υπεροχή της άλλης πλευράς», αναφέρει.
Συνεχίζοντας στο ίδιο ύφος, υποστηρίζει ότι οι τρεις πρωτεύουσες γνωρίζουν πως η Τουρκία, εξαιτίας της στρατιωτικής ισχύος, των συμμαχιών και της ιστορικής της παράδοσης, «δεν θα σταματούσε και δεν θα μπορούσε να σταματήσει».
Η διατύπωση αυτή λειτουργεί ως έμμεση προειδοποίηση ότι η Άγκυρα θα επιχειρούσε να διευρύνει και να παρατείνει οποιαδήποτε σύγκρουση, ακόμη και εάν η πρώτη φάση της δεν εξελισσόταν υπέρ της.
Προκλητική επίθεση κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας
Ο Οζάι Σεντίρ εξαπολύει προσωπική επίθεση κατά του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «η μύγα της Ανατολικής Μεσογείου» για την Κυπριακή Δημοκρατία.
Παρουσιάζει τον Κύπριο Πρόεδρο ως «άνθρωπο ενός σχεδίου» και αναφέρεται στις σπουδές του στις ΗΠΑ, σε κέντρο που, όπως ισχυρίζεται, λειτουργεί ως μηχανισμός εκπαίδευσης υποστηρικτών του ελληνοκυπριακού λόμπι.
Του καταλογίζει επίσης στήριξη προς το ΕΛΑΜ, ενώ αναφέρεται σε υποθέσεις και καταγγελίες που έχουν απασχολήσει την κυπριακή επικαιρότητα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης «δεν μπορεί ούτε να προκαλέσει πόλεμο μόνος του ούτε να κάνει ειρήνη».
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να υποβαθμίσει τον ρόλο της Λευκωσίας στους νέους περιφερειακούς σχεδιασμούς και ιδιαίτερα στον άξονα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ.
«Το σχοινί να μη σπάσει»
Κλείνοντας το άρθρο του, ο Σεντίρ παραδέχεται ότι η ένταση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο και ότι στην Τουρκία υπάρχει επίσης μια ισχυρή κοινή γνώμη που επιθυμεί σκληρότερη στάση απέναντι στην Αθήνα.
Υποστηρίζει ότι περίπου δύο εκατομμύρια Τούρκοι επισκέπτονται την Ελλάδα, την ώρα που, όπως γράφει, «δεκάδες εκατομμύρια» πολίτες στην Τουρκία θα ήθελαν να βρεθεί στην ελληνική εξουσία κάποιος πιο «περιπετειώδης» από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ώστε η Άγκυρα «να κάνει ό,τι πρέπει».
Το άρθρο ολοκληρώνεται με μια προειδοποίηση που αποκαλύπτει ταυτόχρονα τον φόβο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης: «Και στην Τουρκία γίνονται εκλογές, και στην Τουρκία υπάρχει κοινή γνώμη. Γι’ αυτό το σχοινί πρέπει να τεντώνεται μόνο μέχρι το σημείο που δεν θα σπάσει».
Πρόκειται για ένα κείμενο που, παρά τις προτροπές περί αυτοσυγκράτησης, αποτυπώνει με καθαρό τρόπο το κλίμα που καλλιεργείται στην Τουρκία: η άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων παρουσιάζεται ως επιθετική ενέργεια, η τριμερής συνεργασία με Κύπρο και Ισραήλ αντιμετωπίζεται ως στρατιωτική απειλή και η ισχύς της Άγκυρας προβάλλεται ως ο τελικός αποτρεπτικός παράγοντας.