breaking newsΕλλάδα

Παπαδάτος: «Τι θέλουμε στο Αιγαίο; Επιδιαιτησία ή εθνική κυριαρχία;» – Τα ερωτήματα για Καλίν, Τουρκία και ελληνική εξωτερική πολιτική

Σειρά κρίσιμων ερωτημάτων για την πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το μέλλον του Αιγαίου έθεσε ο Νίκος Παπαδάτος κατά την παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική», σε μια συζήτηση που κινήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και το ουκρανικό μέχρι τις σχέσεις Ελλάδας–Τουρκίας και τις στρατηγικές επιλογές της Αθήνας.

Ο Νίκος Παπαδάτος ξεκίνησε από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζοντας ότι μετά την προσπάθεια αποδυνάμωσης του Ιράν καταγράφεται αντίδραση του ευρύτερου σιιτικού χώρου. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους Χούθι και στην κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα, εκτιμώντας ότι οι εξελίξεις δημιουργούν σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κατά την εκτίμησή του, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με περισσότερα από ένα ανοικτά μέτωπα, ενώ υποστήριξε ότι η κατάσταση δοκιμάζει συνολικότερα την αμερικανική στρατηγική στον Κόλπο. Παράλληλα, στάθηκε στη στήριξη της Κίνας προς το Ιράν, κάνοντας λόγο για ένα ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό στο οποίο συγκρούονται μεγάλοι πόλοι ισχύος.

«Πολύ επικίνδυνα παιχνίδια» στην Ευρώπη

Μεγάλο μέρος της παρέμβασής του αφιερώθηκε στο ρωσοουκρανικό μέτωπο. Ο Παπαδάτος άσκησε έντονη κριτική στην ευρωπαϊκή προσέγγιση απέναντι στη Ρωσία και υποστήριξε ότι η πολεμική ρητορική οδηγεί σε ένα «διαρκές αδιέξοδο».

«Αν τυχόν οι Ευρωπαίοι επιτεθούν σε ρωσικά εδάφη, ο πόλεμος θα είναι βραχύς και καταστροφικός», ανέφερε μεταφέροντας τη δική του ανάγνωση των ρωσικών προειδοποιήσεων, ενώ χαρακτήρισε «πολύ επικίνδυνα παιχνίδια» τις κινήσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης Ρωσίας και ευρωπαϊκών χωρών.

Αμφισβήτησε επίσης τη λογική της παρουσίασης της Ρωσίας ως μιας δύναμης που ετοιμάζεται να επιτεθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη, σημειώνοντας ότι δεν θεωρεί επαρκώς τεκμηριωμένες ορισμένες σχετικές καταγγελίες.

Παράλληλα, εκτίμησε ότι η συνέχιση του πολέμου έχει καταστροφικές συνέπειες πρωτίστως για την ίδια την Ουκρανία και υποστήριξε ότι απαιτείται επιστροφή στην παραδοσιακή διπλωματία για την αναζήτηση λύσης.

Η κριτική στις ΗΠΑ και το «βαθύ κράτος»

Αναφερόμενος στον Ντόναλντ Τραμπ, ο Νίκος Παπαδάτος διευκρίνισε ότι δεν είναι βέβαιος πως ο Αμερικανός πρόεδρος δεν επιθυμεί προσωπικά τον τερματισμό των συγκρούσεων. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι στο εσωτερικό του αμερικανικού συστήματος εξουσίας υπάρχουν διαφορετικά κέντρα και συμφέροντα που συγκρούονται ως προς τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί.

Κατά την άποψή του, υπάρχει μια εσωτερική διαπάλη στην Ουάσιγκτον, η οποία εξηγεί και τις κατά περιόδους διαφορετικές τοποθετήσεις της αμερικανικής πλευράς.

«Τι δουλειά έχει η Ελλάδα να δίνει Patriot στη Σαουδική Αραβία;»

Η συζήτηση απέκτησε ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον όταν ο Νίκος Παπαδάτος έθεσε ζήτημα για τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα διαμορφώνει τις συμμαχίες και τις διεθνείς δεσμεύσεις της.

Έθεσε ευθέως το ερώτημα για την αποστολή ελληνικών Patriot στη Σαουδική Αραβία, συνδέοντάς το με το κατά πόσο οι ελληνικές επιλογές στο εξωτερικό αποδίδουν συγκεκριμένα ανταλλάγματα για τα εθνικά συμφέροντα.

Στην ίδια λογική αναφέρθηκε στην Ουκρανία και σε πληροφορίες που, όπως είπε, αφορούν ελληνικές παρεμβάσεις για την προστασία ελληνικών δεξαμενόπλοιων που βρίσκονται σε ρωσικά λιμάνια.

Η βασική ένσταση του Παπαδάτου ήταν ότι η Ελλάδα οφείλει να εξετάζει κάθε διεθνή δέσμευση με ένα συγκεκριμένο κριτήριο: τι αποφέρει πρακτικά στη χώρα και στην προάσπιση των συμφερόντων της.

Το δίλημμα για το Αιγαίο

Το πλέον αιχμηρό σημείο της παρέμβασης ήρθε όταν η συζήτηση στράφηκε στην Τουρκία και στις τελευταίες δηλώσεις του Χακάν Φιντάν.

«Πρέπει να αποφασίσουμε στην Ελλάδα δύο πράγματα που είναι κομβικά, στρατηγικά. Τι θέλουμε για το Αιγαίο; Επιδιαιτησία ή εθνική κυριαρχία; Είναι πάρα πολύ απλό το ερώτημα», τόνισε.

Ο Παπαδάτος συνέδεσε το ζήτημα με ολόκληρη την πορεία των ελληνοτουρκικών διαφορών, από τα Ίμια μέχρι το Κυπριακό, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα πρέπει να έχει σαφή στρατηγική ως προς το ποιος είναι ο τελικός της στόχος.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στις σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου με το Ισραήλ, τονίζοντας ότι το πραγματικό ερώτημα δεν πρέπει να είναι ιδεολογικό αλλά στρατηγικό: ποιος μπορεί, εφόσον απαιτηθεί, να στηρίξει έμπρακτα τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

«Αυτά είναι συζητήσεις στρατηγικού χαρακτήρα», σημείωσε, απορρίπτοντας μια προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται, όπως υποστήριξε, περισσότερο σε ιδεολογικές αναζητήσεις παρά σε συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Το ερώτημα για την επίσκεψη Καλίν

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο Νίκος Παπαδάτος και για την επίσκεψη του επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν, στην Αθήνα και τη συνάντησή του σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο.

«Από πού και ως πού ήρθε ο κύριος αυτός να δει τον πρωθυπουργό της χώρας;» διερωτήθηκε, ζητώντας επίσημη ενημέρωση για το περιεχόμενο των συνομιλιών.

«Θέλω να μας πουν επίσημα με ποια λογική και τι συζήτησαν. Γιατί πρέπει να ξέρουμε και τι συζητήθηκε σε αυτές τις αίθουσες», ανέφερε.

Και έθεσε ακόμη πιο συγκεκριμένα ερωτήματα: «Τι θα γίνει με το Αιγαίο; Συζήτησαν τι; Ότι θα είμαστε υποχωρητικοί; Δεν θα υπάρχουν 12 ναυτικά μίλια; Τι κάνουμε στα εθνικά μας θέματα;».

Ασπίδα του Αχιλλέα και IMEC

Ο Παπαδάτος αναφέρθηκε ακόμη στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», υποστηρίζοντας ότι η δημόσια συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο ζήτημα του πηγαίου κώδικα αλλά να αφορά συνολικά την τεχνολογική υποστήριξη και την επιχειρησιακή επάρκεια του συστήματος.

Στο τέλος της παρέμβασής του έθεσε και το ζήτημα του IMEC, του India–Middle East–Europe Economic Corridor, διερωτώμενος για τον ρόλο που τελικά θα έχει η Ελλάδα σε ένα σχέδιο με σημαντική αμερικανική υποστήριξη.

«Γιατί δεν έγινε; Γιατί ο India–Middle East Economic Corridor δεν περνάει;» αναρωτήθηκε, συνδέοντας το θέμα με τη συνολικότερη στρατηγική της Αθήνας.

Ο Νίκος Παπαδάτος έκλεισε την παρέμβασή του με ένα ερώτημα που συμπύκνωσε την κριτική του: κατά πόσο η ελληνική εξωτερική πολιτική υπηρετεί με συνέπεια συγκεκριμένους εθνικούς στόχους και κατά πόσο άλλες επιδιώξεις υπερισχύουν αυτών.

Όπως διευκρίνισε ο ίδιος, σκοπός του ήταν να θέσει «ερωτήσεις για να μας απαντήσουν αυτοί που πρέπει», επισημαίνοντας ότι σε μια δημοκρατία ο ρόλος του δημόσιου διαλόγου είναι να σχολιάζει, να αναλύει και να ζητά απαντήσεις.

Back to top button