Το ενδεχόμενο μιας τριμερούς συνάντησης Ρωσίας, ΗΠΑ και Κίνας βρίσκεται στο επίκεντρο της ανάλυσης του Σταύρου Καλεντερίδη, ο οποίος συνδέει τις διπλωματικές διεργασίες με την πίεση προς το Κίεβο, τον έλεγχο της στρατιωτικής βοήθειας και τον ανταγωνισμό για τη διαμόρφωση των διεθνών ισορροπιών.
Για μια πιθανή «δεύτερη Γιάλτα», στην οποία οι ισχυροί θα συζητήσουν τις νέες ισορροπίες με άμεσες συνέπειες για τρίτες χώρες, κάνει λόγο ο Σταύρος Καλεντερίδης. Στην ανάλυσή του παρουσιάζει το σενάριο συνάντησης του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Σι Τζινπίνγκ, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει πολύ περισσότερα από την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία.
Όπως αναφέρει, η πρόταση αφορά συνάντηση σε κινεζικό έδαφος, με πιθανή αξιοποίηση της συνόδου οικονομικής συνεργασίας Ασίας–Ειρηνικού τον Νοέμβριο. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η πραγματοποίησή της και η ατζέντα της δεν έχουν οριστικοποιηθεί.
Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η πιθανότητα να συζητηθεί το ουκρανικό μεταξύ των τριών δυνάμεων χωρίς συμμετοχή του Κιέβου. Σε αυτό το ενδεχόμενο εντοπίζει και τον παραλληλισμό με τη Γιάλτα: οι αποφάσεις για την ασφάλεια και το μέλλον μικρότερων κρατών να αποτελέσουν αντικείμενο συνεννόησης των ισχυρών.
Η Κίνα ως διαμεσολαβήτρια δύναμη
Ιδιαίτερο βάρος δίνει στον ρόλο του Πεκίνου. Εφόσον φιλοξενηθεί μια τέτοια συνάντηση στην Κίνα, εκτιμά ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα ενισχύσει το διεθνές του κύρος, αποκτώντας ρόλο οικοδεσπότη και διαμεσολαβητή μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Παράλληλα, θέτει το ερώτημα κατά πόσο μια συμφωνία μπορεί να συμβιβαστεί με τον στρατηγικό ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας. Η Ουκρανία, οι εμπορικοί διάδρομοι και οι ευρύτερες ισορροπίες θα μπορούσαν, κατά την εκτίμησή του, να βρεθούν στο ίδιο τραπέζι.
Προειδοποιεί επίσης ότι μια συνεννόηση στη βάση σφαιρών επιρροής θα έστελνε μήνυμα και σε άλλες περιοχές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ταϊβάν. Πρόκειται για την προέκταση που δίνει ο ίδιος στο σενάριο της τριμερούς και όχι για ανακοινωμένη ατζέντα.
Starlink και Patriot: Οι μοχλοί πίεσης προς το Κίεβο
Ο Καλεντερίδης συνδέει τις διπλωματικές διεργασίες με την αντιπαράθεση για τις δορυφορικές επικοινωνίες της Ουκρανίας και τις παραδόσεις αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot.
Μεταφέρει τις καταγγελίες της ουκρανικής πλευράς για περιορισμούς στις δορυφορικές υπηρεσίες και τις αμερικανικές διαψεύσεις. Η δική του ερμηνεία είναι ότι η πρόσβαση στην τεχνολογία και η παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την Ουάσιγκτον ως εργαλεία πίεσης, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Αντίστοιχα, αναφέρεται στις καταγγελίες του Βολοντίμιρ Ζελένσκι για καθυστερήσεις στην παράδοση πυραύλων Patriot που έχουν χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκές χώρες. Κατά την ανάλυσή του, η εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές περιορίζει τα περιθώρια αυτόνομων στρατιωτικών επιλογών του Κιέβου.
Για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, διαχωρίζει την προσωρινή αναστολή από την οριστική άρση. Εκτιμά ότι οι ΗΠΑ διατηρούν τη δυνατότητα επαναφοράς τους, ενώ συνδέει την ενεργειακή πολιτική τους με την προώθηση αμερικανικών υδρογονανθράκων στην ευρωπαϊκή αγορά.
Γαλλία: Η αναταραχή και το πολιτικό όφελος
Εκτενές μέρος της παρέμβασης αφορά τη Γαλλία. Ο αναλυτής ασκεί κριτική στον Εμανουέλ Μακρόν για τη διαχείριση της εσωτερικής κρίσης και εκφράζει ανησυχία για περιορισμούς στις συναθροίσεις και στην πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα.
Θέτει το ερώτημα ποιος ωφελείται πολιτικά από την παρατεταμένη αναταραχή. Η εκτίμησή του είναι ότι η σύνδεση της βίας με την Αριστερά θα μπορούσε να πλήξει τον Ζαν-Λικ Μελανσόν και να ενισχύσει τη Μαρίν Λεπέν. Παρουσιάζει αυτή τη θέση ως ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι γενικές απαγορεύσεις στα κοινωνικά δίκτυα εγείρουν ζητήματα ελευθερίας έκφρασης και επικοινωνίας, δίνοντας έμφαση στην αναλογικότητα των περιορισμών και στον ρόλο των θεσμικών αντιβάρων.
Κεντρική Ασία και Μέση Ανατολή
Στην Κεντρική Ασία, ο Καλεντερίδης εντοπίζει ένα ακόμη πεδίο ανταγωνισμού, με επίκεντρο τις σπάνιες γαίες, τα κρίσιμα μέταλλα και το ουράνιο. Περιγράφει το αμερικανικό ενδιαφέρον για την περιοχή σε συνάρτηση με την ήδη ισχυρή παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας, ενώ υπογραμμίζει τη σημασία της πολιτιστικής διπλωματίας.
Στη Μέση Ανατολή, σχολιάζει επικριτικά τη στήριξη του Τραμπ προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και αναφέρεται στις καταγγελίες για επιθέσεις εποίκων εναντίον Ευρωπαίων διπλωματών και δημοσιογράφου στη Δυτική Όχθη.
Η κεντρική προειδοποίηση της ανάλυσής του αφορά το κόστος της εξάρτησης: όταν μια χώρα στηρίζει κρίσιμες λειτουργίες της άμυνάς της σε εξωτερικές αποφάσεις, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με διαπραγματεύσεις που καθορίζουν το μέλλον της χωρίς τη δική της ουσιαστική συμμετοχή.