breaking newsΔιεθνή

Γενοκτονία και στρατηγική

Του Σάββα Καλεντερίδη

Το ζήτημα της γενοκτονίας θα πρέπει να το εξετάσουμε με όρους παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, γιατί είναι ένα ζήτημα που, όπως θα αποδείξουμε στη συνέχεια, αφορά κυρίως το μέλλον και τις επόμενες γενιές.

Όσον αφορά το παρελθόν.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1881, τρία χρόνια μετά την ήττα των Οθωμανών από τους Ρώσους και την ταπεινωτική γι’ αυτούς Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, το οθωμανικό κράτος κήρυξε πτώχευση, με αποτέλεσμα να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, επί του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, η Διοίκηση Δημοσίου Χρέους, που στελεχωνόταν από εκπροσώπους των κρατών πιστωτών όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία, καθώς και από Οθωμανούς αξιωματούχους.

Η πτωχευμένη οθωμανική διοίκηση αναζητούσε τους ενόχους της χρεωκοπίας. Και τους βρήκε στο πρόσωπο των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων, που ήταν κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις και είχαν συσσωρεύσει πλούτο, κυρίως μετά τα μεταρρυθμιστικά διατάγματα του Χάττι Σερίφ και Χάττι Χουμαγιούν, το 1836 και 1859 αντίστοιχα.

Η πτώχευση του οθωμανικού κράτους επιτάχυνε τα φαινόμενα παρακμής, που προοιωνίζονταν την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κατάσταση αυτή οδήγησε μέρος της στρατιωτικής και πολιτικής γραφειοκρατίας στην δημιουργία ενός κινήματος, που από τη μια πλευρά αμφισβητούσε τον Αβδούλ Χαμίτ και την ίδια τη μορφή διοίκηση της Αυτοκρατορίας και από την άλλη σχεδίαζε την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών, που είχαν συσσωρεύσει τον πλούτο.

Το κίνημα αυτό ονομάστηκε Κίνημα των Νεοτούρκων και οργανώθηκε στο πλαίσιο της μυστικιστικής οργάνωσης “Επιτροπή Ένωσης και Πρόοδος”, η οποία έδρασε με κέντρο την Θεσσαλονίκη και στην οποία έγινε μέλος τις 29 Οκτωβρίου 1907 στην Θεσσαλονίκη ο Μουσταφά Κεμάλ, με κωδικό αριθμό 322.

Αυτή η οργάνωση, με την εξέγερση του 1908 που έγινε στην Θεσσαλονίκη, υποχρέωσε τον Αβδουλ Χαμίτ να επαναφέρει το σύνταγμα που ο ίδιος είχε θέσει σε ισχύ το 1876 και αναίρεσε το 1878, μετά την ήττα από τους Ρώσους.

Οι Νεότουρκοι, ενώ παρουσιάστηκαν δημοσίως ως μεταρρυθμιστές, που θα αναγνώριζαν τα δικαιώματα των εθνικών και θρησκευτικών ομάδων της Αυτοκρατορίας, είχαν ακριβώς αντίθετη μυστική ατζέντα. Την εξόντωσή τους, που επεξεργάστηκαν και αποφάσισαν στα μυστικά συνέδρια που διεξήγαγαν και πάλι εδώ στην Θεσσαλονίκη το 1909, 1910 και 1911.

Τα πρακτικά αυτών των συνεδρίων, που όπως λένε Τούρκοι ερευνητές, φυλάσσονται στα αρχεία του τουρκικού κράτους, δεν δημοσιοποιήθηκαν ποτέ και αποφάσεις που ελήφθησαν παραμένουν μέχρι σήμερα στο σκοτάδι.

Απλώς, είδαμε τα αποτελέσματα στο πεδίο.

Ξεκίνησαν τη γενοκτονία των Ελλήνων αμέσως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, με εγκαταστάσεις μουσουλμανικών πληθυσμών από τις βαλκανικές κτήσεις που είχαν απολέσει, σε χωριά και σπίτια Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, των μικρασιατικών παραλιών και των ακτών του Ευξείνου Πόντου, εξαναγκάζοντας τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Η τριάδα του θανάτου, Ταλάτ, Ενβέρ και Τζεμάλ πήρε την εξουσία στα χέρια της τις 23 Ιανουαρίου 1913 και δύο μέρες μετά, η ειδική παραστρατιωτική οργάνωση που δρούσε στους κόλπους της “Επιτροπής Ένωσις και Πρόοδος”, η Teşkilât-ı Mahsusa, διέπραξε την πρώτη συστηματική σφαγή των Ελλήνων της Θράκης, τη Σφαγή του Οικονομείου, κοντά στις Σαράντα Εκκλησιές, για να κορυφωθούν οι διωγμοί το Μαύρο Πάσχα του 1914, με τις μαζικές σφαγές και εκτοπισμούς των Ελλήνων της Θράκης.

Την ίδια περίοδο άρχισαν και οι συστηματικοί διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, που κορυφώθηκαν με την είσοδο της Τουρκίας στον Α’ ΠΠ, τον Οκτώβριο του 1914.

Υπό το πρόσχημα της ασφάλειας των ακτών άρχισαν οι αναγκαστικοί μαζικοί εκτοπισμοί με τα καραβάνια της εξορίας που ήταν χωρίς προορισμό, τελικός σταθμός ήταν ο θάνατος. Ήταν αυτό που ο αείμνηστος Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, από τους πρώτους που ανέδειξε το θέμα της γενοκτονίας με έρευνες στα διπλωματικά αρχεία της Βιένης τη δεκαετία του 1960, χαρακτήρισε ως “Άουσβιτς εν ροή”.

Οι εκτοπισμοί και οι εξορίες έγιναν και με την υποστήριξη και των Γερμανών, που εκτός από σύμμαχοι, ήταν και σύμβουλοι των Νεοτούρκων για τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων τους δυνάμεων, με 70 αξιωματικούς και επικεφαλής τον Λίμαν φον Σάντερς,

Ακολούθησαν τα Τάγματα Εργασίας, άλλη μια πονηρή μέθοδος εξόντωσης του άρρενος πληθυσμού, αφού η εξόντωση των ανδρών, μειώνει τις γεννήσεις. Το ίδιο διάστημα, ξεκίνησαν και οι σφαγές των αμάχων από τους μηχανισμούς της Teşkilât-ı Mahsusa και τις τοπικές συμμορίες που οργάνωναν κυρίως στις περιοχές του Πόντου.

Αυτή ήταν η πρώτη φάση της γενοκτονίας, που διήρκεσε μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης Ανακωχής του Μούδρου, το 1918.

Ήταν τότε που οι Αρμένιοι απαίτησαν την σύσταση Δικαστηρίων Εγκλημάτων Πολέμου στην Τουρκία, για να δικαστούν οι υπαίτιοι της γενοκτονίας. Ήταν τότε που οι Αρμένιοι, χωρίς να διαθέτουν δικό τους κράτος, απαίτησαν και πέτυχαν την καταδίκη των πρωταιτίων από τα δικαστήρια. Ήταν τότε που οι Αρμένιοι, χωρίς κράτος, με το Σχέδιο Νέμεσις, τη δική τους “Δίκη της Νυρεμβέργης”, εκτέλεσαν εννιά πρωταιτίους, ανάμεσα σ’ αυτούς και την τριάδα του θανάτου, Ταλάτ, Ενβέρ, Τζεμάλ.

Το ίδιο διάστημα το ελληνικό κράτος δεν έπραξε τίποτα για την τιμωρία των ενόχων της γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολίας.

Τον Ιανουάριο του 1919 αρχίζει το Συνέδριο των Παρισίων, για να διαμοιραστούν από τους νικητές τα… ιμάτια των ηττημένων.
Ήταν τότε που η Ελλάδα, αφού πρώτα αποφάσισε να στείλει το καλύτερο Σώμα Στρατού στην Εκστρατεία της Μεσημβρινής Ρωσίας, στη συνέχεια στηριζόμενη σε μια μη δεσμευτική και χωρίς εγγυήσεις εντολή των Συμμάχων, έστειλε στρατό στη Σμύρνη, για την προστασία των εκεί ελληνικών πληθυσμών.

Όμως το περίεργο είναι ότι τις ίδιες ημέρες που οι Σύμμαχοι έδιναν εντολή στον Βενιζέλο να αποβιβάσει στρατό στη Σμύρνη, συγκεκριμένα στις 16 Μαΐου 1919, ο Βρετανός αξιωματικός πληροφοριών, λοχαγός John Godolphin Bennett, έδινε βίζα στον Μουσταφά Κεμάλ και σε 18 επιτελικούς αξιωματικούς να μεταβούν από την Κωνσταντινούπολη στην μαρτυρική Αμισό, που ήδη είχε πληρώσει βαρύ τίμημα, κατά την πρώτη φάση της γενοκτονίας.

Ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στην Αμισό τις 19 Μαΐου 1919, για να αρχίσει η δεύτερη και χειρότερη φάση της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.

Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό, οι Σύμμαχοι από τη μια έστειλαν την Ελλάδα στη Σμύρνη και από την άλλη οι ίδιοι Σύμμαχοι έστειλαν τον Μουσταφά Κεμάλ στην Αμισό, για να εξοντώσει τους εκεί Έλληνες και να οργανώσει το στρατό εναντίον του ελληνικού στρατού που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη.

Πέραν της πολιτικής υποστήριξης και της υποστήριξης που παρείχε σε χρήμα και οπλισμό στον σφαγέα Τοπάλ Οσμάν, ο Μουσταφά Κεμάλ φρόντισε να ιδρύσει την Κεντρική Στρατιά και να την εγκαταστήσει στην Αμάσεια, με αποκλειστική αποστολή την εξουδετέρωση των Ελλήνων ανταρτών του Πόντου και την εξόντωση των αμάχων.

Διοικητή της Κεντρικής Στρατιάς τοποθέτησε τον Νουρετίν πασά, ο οποίος, με απόφαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης, καθαιρέθηκε και παραπέμφθηκε σε δίκη για τα εγκλήματά του εναντίον των Ελλήνων του Πόντου κατά τη διάρκεια της διοίκησης της στρατιάς. Ο Νουρετίν απαλλάχθηκε με προσωπική παρέμβαση του Μουσταφά Κεμάλ.

Για να κατανοήσουμε ποιος ήταν ο Κεμάλ, ο οποίος “τιμάται” στη Θεσσαλονίκη, όχι μόνο απάλλαξε τον Νουρετίν, αλλά τον τοποθέτησε διοικητή της Πρώτης Στρατιάς, η οποία το Σεπτέμβριο του 1922 κατέλαβε τη Σμύρνη. Ο Νουρετίν ήταν αυτός που έδωσε την εντολή να λυντσάρουν τον Χρυσόστομο Σμύρνης, ο Νουρετίν ήταν εκείνος που έδωσε την εντολή να κάψουν τη Σμύρνη.

Έτσι, με την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και την Ανταλλαγή των πληθυσμών, φθάσαμε στο ΤΕΛΟΣ, στη μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της τρισχιλιόχρονης ιστορίας του.

Έκτοτε, η Ελλάδα βαδίζει στην Ιστορία ανάπηρη, όπως λέει και ο στιχουργός Αιμίλιος Σαββίδης, “Δική μου είναι η Ελλάς, που στη κατάντια της γελάς, της λείπει το ένα της ποδάρι, που της το παίξανε στο ζάρι”, ενώ, μετά τα τελευταία με το νόμο της Γαλάζιας Πατρίδας, κινδυνεύει και ο πνεύμονάς της, το Αιγαίο.

Αυτά για την Ιστορία.

Όπως προκύπτει από τη μελέτη αυτών των ιστορικών γεγονότων και των όσων ακολούθησαν, καταλήγει κανείς στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τα κράτη είναι σαν ζωντανοί οργανισμοί και διαθέτουν μνήμη, με βάση την οποία αναπαράγουν δράσεις, πρακτικές και πολιτικές.

Το κράτος που ίδρυσαν από την αρχή οι Νεότουρκοι και το υιοθέτησαν αυτούσιο οι κεμαλικοί, διατηρεί στα έγκατά του τη μνήμη της εξόντωσης του διαφορετικού, της λεηλασίας του πλούτου του άλλου και της επέκτασης εις βάρος των άλλων, μνήμη την οποία διατηρεί και αναπαράγει με διάφορους τρόπους και σχήματα μέχρι σήμερα.

Το ελληνικό κράτος διατηρεί στα δικά του έγκατα τη μνήμη του κατευνασμού και της εγκατάλειψης των Ελλήνων εντός και κυρίως εκτός Ελλάδος, την οποία αναπαράγει μέχρι σήμερα.

Η απόδειξη.

Στην πρώτη φάση της γενοκτονίας, το ελληνικό κράτος δεν έπραξε τίποτα και παρακολουθούσε απαθές τη σφαγή των Ελλήνων στη Θράκη, την Μικρά Ασία και τον Πόντο. Μάλιστα, σε κάποια περίοδο, αντί να υποστηρίξουν τους Έλληνες που εξοντώνονταν από τους Τούρκους, οι… ιθύνοντες με τον Εθνικό Διχασμό διαμέλισαν την Ελλάδα, σχηματίζοντας δύο κυβερνήσεις, τη μια στην Αθήνα και την άλλη στη Θεσσαλονίκη. Και ο διχασμός είναι στη μνήμη του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας.

Στη δεύτερη φάση, με την αποβίβαση στρατού στη Σμύρνη, χωρίς εγγυήσεις από τους Συμμάχους, η προσπάθεια προστασίας των Ελλήνων της Σμύρνης, κατέληξε στην πλήρη καταστροφή όλων των Ελλήνων της Ανατολίας.

Το 1930 υπογράφηκε το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας, που έμεινε γνωστό ως η Συμφωνία Βενιζέλου-Ινονού καθώς και οι παράλληλες συμφωνίες. Ήταν οι συμφωνίες περί Ναυτικού Περιορισμού, που προέβλεπε τη διατήρηση στρατιωτικής ισορροπίας στον ναυτικό εξοπλισμό, αποτρέποντας μια κούρσα εξοπλισμών, και οι συμφωνίες που ρύθμιζαν το περιουσιακό των Ανταλλαξίμων και το ειδικό καθεστώς των εγκατεστημένων Ελλήνων στη Κωνσταντινούπολη. με τη “ρύθμιση” για το περιουσιακό, δωρίσαμε στην Τουρκία ελληνικές περιουσίες πολλών δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ το ειδικό καθεστώς, το αναίρεσε μονομερώς τη Τουρκία, το 1964.

Τα κράτη έχουν μνήμη και την αναπαράγουν.

Ενώ ήταν σε ισχύ οι συμφωνίες “Φιλίας”, το 1942 οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι την τριπλή κατοχή της Ελλάδας, με τον φόρο που έμεινε γνωστός ως “Βαρλίκ βεργκισι”, λεηλάτησαν τις περιουσίες των Ελλήνων της Πόλης, και επανασύστησαν τα Τάγματα Εργασίας, για εκείνους που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν τους βαρύτατους φόρους που τους επέβαλαν. Δεν κράτησαν καν τα προσχήματα. Ξανά Τάγματα Εργασίας, όπως στη Γενοκτονία.

Το 1955, επωφελούμενοι την εύνοια των Άγγλων και των Αμερικάνων στο Κυπριακό, σκότωσαν, βίασαν και λεηλάτησαν και πάλι τις περιουσίες των Ελλήνων της Πόλης.

Ενώ το τουρκικό κράτος αναπαρήγαγε τις πολιτικές της γενοκτονίας, το ελληνικό κράτος αναπαρήγαγε τις πολιτικές της απάθειας και του κατευνασμού. Ή για να το πούμε καλύτερα, τις πολιτικές του “σφάξε με πασά μου ν’ αγιάσω”.

Το 1964, οι Τούρκοι κατήγγειλαν μονομερώς τη Συμφωνία του 1930, που ρύθμιζε το ειδικό καθεστώς των Ελλήνων της

Κωνσταντινούπολης και των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, για να ακολουθήσουν οι απελάσεις των Ελλήνων της Πόλης. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά έδειξε και… κατανόηση για την καταγγελία της συμφωνίας, την ίδια περίοδο που 450 εκ των απελαθέντων αυτοκτονούσαν στην “μητέρα” πατρίδα!!!

Η αναπαραγωγή πολιτικών με βάση τη μνήμη των δύο κρατών συνεχίστηκε στο ίδιο μοτίβο το 1974, με την προδοσία της Κύπρου, με το Casus Belli το 1995, με τα Ίμια το 1996, με τη Γαλάζια Πατρίδα το 2019 και τον νόμο ταφόπλακα του Αιγαίου, το 2026.

Όπως αποδεικνύεται από τα παραπάνω, η Τουρκία προκαλεί και η Ελλάδα κατευνάζει, όταν δεν προδίδει, όπως έγινε στην Κύπρο.
Από τα παραπάνω αποδείχτηκε περίτρανα ότι τα κράτη έχουν μνήμη και την αναπαράγουν.
Να δούμε τώρα γιατί το ζήτημα της γενοκτονίας αφορά το παρόν.

Έχει αποδειχθεί ότι όταν ένας λαός και ένα κράτος δεν διδάσκεται και δεν σέβεται την Ιστορία, αυτή σε εκδικείται.

Η Ελλάδα αποδέχτηκε τη Διακήρυξη των Αθηνών Περί Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας, η οποία υπογράφηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2023. Μάλιστα ο Έλληνας πρωθυπουργός επικαλέστηκε τη «διπλωματία των ηγετών» της περιόδου Βενιζέλου – Κεμάλ ως ιστορικό παράδειγμα και παρακαταθήκη για τον διάλογο και την προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με τη γειτονική χώρα. Ναι, επικαλέστηκε στον σφαγέα Κεμάλ και τη συμφωνία του 1930, που η Τουρκία την παραβίασε αλλεπάλληλες φορές, όπως αποδείχτηκε παραπάνω. Και ο Έλληνας πρωθυπουργός επικαλείται πολιτικές της συμφοράς των Ελλήνων.

Και μετά μας ήλθε το νομοσχέδιο για τη Γαλάζια Πατρίδα, το οποίο ελπίζουμε να μην αποδειχτεί συνέχεια της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Και πάλι, η Ελλάδα παραμένει απαθής, περιμένοντας την ψήφισή του.
Γιατί το ζήτημα της γενοκτονίας αφορά το μέλλον και τις επόμενες γενιές.
Το γερμανικό κράτος προκάλεσε δύο παγκοσμίου πολέμους, αναπαράγοντας πολιτικές με βάση τη μνήμη που διατηρούσε στα έγκατά του.

Τις 7 Δεκεμβρίου 1970 ο Βίλι Μπραντ κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο του Γκέτο των Εβραίων στην Βαρσοβία και γονάτισε, εκφράζοντας έμπρακτη μεταμέλεια και κόβοντας το νήμα της μνήμης του γερμανικού κράτους των σφαγών και των καταστροφών.
Έκτοτε η Γερμανία, τουλάχιστον μέχρι τώρα, δεν τόλμησε να διαρπάξει τα εγκλήματα που παρελθόντος.

Εμείς, οι Έλληνες πολίτες ανεξαρτήτως καταγωγής, οφείλουμε να κόψουμε το νήμα της μνήμης του τουρκικού κράτους που αναπαράγει γενοκτονίες. Και αυτό θα γίνει όταν επί τη βάσει μιας καλά σχεδιασμένης στρατηγικής οργανωθούμε όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως καταγωγής και συγκροτήσουμε κοινό μέτωπο με τους Αρμενίους και τους Ασσυρίους αλλά και με προοδευτικά τμήματα των κοινωνιών των κρατών του κόσμου, με στόχο τη διεθνοποίηση της Γενοκτονίας. Αν κινηθούμε μεθοδικά, μπορεί να δούμε κράτη να αναγνωρίζουν το ένα μετά το άλλο τη Γενοκτονία.

Αν γίνει αυτό, θα μοιάζει με κλοιό που θα περισφίγγει την Τουρκία, η οποία θα πάρει θέση απολογούμενου και ο απολογούμενος είναι σε θέση άμυνας. Αυτό σημαίνει ότι όταν είσαι σε θέση άμυνας, δεν μπορείς να είσαι και επιτιθέμενος.

Υπό αυτήν την έννοια, ο αγώνας για την διεθνοποίηση, πέραν των άλλων, ενισχύει και την εθνική άμυνας της χώρας, ίσως πιο αποτελεσματικά και πολύ πιο “φθηνά” από τα καλύτερα οπλικά συστήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχουμε και από αυτά.

Στόχος της στρατηγικής αυτής πρέπει να είναι να δούμε κάποια στιγμή τον ηγέτη της Τουρκίας να καταθέτει στεφάνι και να γονατίζει στο κοινό μνημείο γενοκτονίας των Ελλήνων, Αρμενίων και των Ασσυρίων (που πρέπει να χτίσουμε), ζητώντας συγνώμη και εξιλέωση.

Αυτό θα κόψει το νήμα της θανατηφόρας μνήμης του τουρκικού κράτους και θα δημιουργήσει συνθήκες πραγματικής ειρήνης ακόμα και φιλίας με την Τουρκία.
Όμως για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να κόψουμε το νήμα της μνήμης του κατευνασμού του ελληνικού κράτους και να αποκτήσει η Ελλάδα αυτοπεποίθηση, αξιοπρέπεια και συνείδηση αποτροπής.

Πάντως, όσον αφορά την Ελλάδα, το νήμα θα κοπεί όταν η πλατεία στη Θεσσαλονίκη από την οποία ξεκίνησε το κίνημα των Νεοτούρκων τη διαδρομή του για την κατάληψη της εξουσίας, από Πλατεία Ελευθερίας, όνομα που παραδόξως διατηρεί μέχρι σήμερα, στη λογική του “σφάξε με πασά μου ν’ αγιάσω”, πάρει το όνομα που της αξίζει, Πλατεία Θυμάτων της Γενοκτονίας των γενοκτονία των Ελλήνων, Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Επίσης, το νήμα της μνήμης του κατευνασμού και της ντροπής, το νήμα της μνήμης του “σφάξε με πασά μου ν’ αγιάσω”, θα κοπεί και η Θεσσαλονίκη θα απαλλαγεί από τις αμαρτίες που κουβαλά, και δεν είναι λίγες, όταν το υποτιθέμενο σπίτι του Κεμάλ, μετατραπεί σε Μουσείο Γενοκτονίας των Ελλήνων, Αρμενίων και των Ασσυρίων, φιλοξενώντας, μεταξύ άλλων, το απέραντο αρχείο ντοκουμέντων της γενοκτονίας του καθηγητή Κώστα Φωτιάδη.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ο αγώνας αυτός είναι η πιο διεθνιστική, προοδευτική, δημοκρατική και πατριωτική πολιτική πράξη που οφείλει να κάνει ο κάθε πολίτης και πολιτικός.

Βαρύ φορτίο στις πλάτες μας, για να έχουν οι επόμενες γενιές ένα ευοίωνο μέλλον.

Back to top button