Με μια φορτισμένη αλλά και ξεκάθαρα πολιτική ομιλία, ο Κώστας Κυριακού έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, υποστηρίζοντας ότι η κατάσταση της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία δεν αποτελεί απλώς ένα ανοιχτό εθνικό θέμα, αλλά ένα διαρκές πεδίο πίεσης, αλλοίωσης και συρρίκνωσης, απέναντι στο οποίο –όπως τόνισε– τόσο η αλβανική πολιτεία όσο και το ελληνικό κράτος φέρουν βαριές ευθύνες, έστω από διαφορετική αφετηρία.
Ο βασικός άξονας της παρέμβασής του ήταν σκληρός και χωρίς περιστροφές: από τη συγκρότηση του αλβανικού κράτους μέχρι σήμερα, η στρατηγική απέναντι στον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, όπως υποστήριξε, παραμένει σταθερή και αμετάβλητη. Κατά την ανάγνωσή του, ο στόχος των διαδοχικών αλβανικών κυβερνήσεων ήταν και παραμένει η αλβανοποίηση των Ελλήνων της περιοχής και, τελικά, η απομάκρυνση του ελληνικού στοιχείου από τις πατρογονικές του εστίες.
Ο Κώστας Κυριακού υπογράμμισε ότι το πρόβλημα δεν είναι στιγμιαίο ούτε συγκυριακό. Αντίθετα, το περιέγραψε ως ιστορική γραμμή πολιτικής, η οποία εκδηλώθηκε σε διαφορετικές φάσεις: από την ίδρυση του αλβανικού κράτους, την εποχή του Ζώγου και το κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα, μέχρι τη μετακομμουνιστική περίοδο και τις σημερινές δομές εξουσίας στα Τίρανα. Εκεί ακριβώς στάθηκε και στην τέταρτη, όπως την χαρακτήρισε, περίοδο διωγμών, δηλαδή από το 1991 μέχρι σήμερα.
Στην ομιλία του έδωσε ιδιαίτερο βάρος και στη διαχρονική σημασία του εκκλησιαστικού και πατριωτικού αγώνα για τη Βόρειο Ήπειρο. Αναφέρθηκε με θερμά λόγια στον μακαριστό μητροπολίτη Σεβαστιανό, τον οποίο παρουσίασε ως κεντρική μορφή του σύγχρονου Βορειοηπειρωτικού αγώνα, λέγοντας ότι ήταν εκείνος που δεν άντεξε άλλο τη σιωπή, την υποβάθμιση και την εγκατάλειψη του ζητήματος. Τον εμφάνισε ουσιαστικά ως τον άνθρωπο που έβγαλε το Βορειοηπειρωτικό από το περιθώριο, οργάνωσε την κινητοποίηση, μίλησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προσέφυγε σε διεθνείς οργανισμούς και έδωσε πανελλήνια και διεθνή διάσταση στο δράμα των Ελλήνων της Αλβανίας. Στο ίδιο πνεύμα, αναφέρθηκε και στον σημερινό μητροπολίτη Ανδρέα, λέγοντας ότι συνεχίζει τον ίδιο δρόμο.
Ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της παρέμβασής του ήταν η προσπάθεια να τεκμηριώσει ότι η Αλβανία, παρότι έχει υπογράψει και αποδεχθεί πλήθος διεθνών συμβάσεων και ευρωπαϊκών κειμένων για τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, στην πράξη δεν εφαρμόζει τις δεσμεύσεις της. Ο Κυριακού επικαλέστηκε τον ευρωπαϊκό και διεθνή νομικό κορμό προστασίας των μειονοτήτων, από τα κείμενα του 1990 και τη Χάρτα των Παρισίων μέχρι τη Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων του 1995, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίσημη αλβανική πολιτική συνεχίζει να παραβιάζει συστηματικά όσα έχει δεσμευθεί να τηρεί.
Στο πεδίο των συγκεκριμένων περιστατικών, ο ομιλητής έκανε μια μακρά αναφορά σε υποθέσεις που, κατά την άποψή του, αποτυπώνουν τη συνέχεια της καταπίεσης. Θύμισε την απαγόρευση ουσιαστικά της αυτόνομης πολιτικής έκφρασης της ελληνικής μειονότητας μετά την εκλογική επιτυχία της Ομόνοιας το 1991, τον διωγμό του αρχιμανδρίτη Χρυσοστόμου, τη γνωστή δίκη των πέντε της Ομόνοιας, την καταδίκη Χειμαρριωτών για ανάρτηση της ελληνικής σημαίας, τη δολοφονία του Αριστοτέλη Γκούμα, την υπόθεση της εν ψυχρώ εκτέλεσης του Κωνσταντίνου Κατσίφα, αλλά και τις νεότερες διώξεις αιρετών ή παραγόντων του Ελληνισμού της περιοχής. Η λογική του ήταν σαφής: δεν πρόκειται για σκόρπιες υποθέσεις, αλλά για αλυσίδα ενεργειών που δείχνει συγκεκριμένη κρατική πρακτική.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κριτική του και για την πολιτική απαγόρευσης εισόδου σε πρόσωπα ελληνικής καταγωγής ή ελληνικού ενδιαφέροντος, χωρίς –όπως τόνισε– να υπάρχουν πραγματικές ποινικές αιτίες. Το σημείο αυτό το συνέδεσε με ένα γενικότερο καθεστώς φόβου, διοικητικής αυθαιρεσίας και επιλεκτικής πίεσης, που κατά την εκτίμησή του εφαρμόζεται στη σημερινή Αλβανία κάτω από τον μανδύα της ευρωπαϊκής κανονικότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο, στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτό που θεωρεί σχέδιο δημογραφικής και διοικητικής αλλοίωσης των ελληνικών περιοχών. Κατήγγειλε τον νόμο για τη διοικητική διαίρεση, λέγοντας ότι περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό «αραιώθηκαν» τεχνητά μέσα από τη συνένωση με αλβανικά χωριά, ώστε να αλλάξει ο εκλογικός και διοικητικός συσχετισμός. Κατέκρινε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και τον νόμο περί στρατηγικών επενδύσεων, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί εργαλείο υφαρπαγής ελληνικών περιουσιών, κυρίως στη Χειμάρρα, αλλά και συνολικά στην παραλιακή ζώνη του ελληνικού χώρου.
Δεν έμεινε όμως μόνο στην Αλβανία. Με εξίσου αιχμηρό τρόπο, ο Κώστας Κυριακού έστρεψε τα βέλη του και προς την Αθήνα. Εκεί η κατηγορία του ήταν βαρύτερη ίσως και από εκείνη προς τα Τίρανα: ότι το ελληνικό κράτος, αντί να λειτουργεί ως σταθερός και στρατηγικός πυλώνας στήριξης του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, συχνά λειτουργεί με αδιαφορία, ανευθυνότητα ή ακόμα και με λογική «εκτόνωσης» του προβλήματος. Υποστήριξε ότι η πραγματική πολιτική που εφαρμόστηκε επί δεκαετίες ήταν η ενθάρρυνση της φυγής των Βορειοηπειρωτών προς την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αδειάζουν οι εστίες του Ελληνισμού στη Βόρειο Ήπειρο και να ερημώνει παράλληλα και η ελεύθερη Ήπειρος. Κατά την προσέγγισή του, αυτή η πολιτική δεν λύνει το ζήτημα· το διαλύει.
Στο τελευταίο και ίσως πιο πολιτικό κομμάτι της ομιλίας του, ο Κυριακού πέρασε από τη διαπίστωση στις προτάσεις. Ζήτησε από την ελληνική πολιτεία να κινηθεί σε διεθνές επίπεδο για τη νομική και πολιτική ανάδειξη του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας του 1914, να αναγνωρίσει επίσημα τον όρο «Βόρειος Ήπειρος», να επαναφέρει το ζήτημα της εκκρεμότητας που –κατά την άποψή του– παραμένει ανοιχτή από τις μεταπολεμικές ρυθμίσεις, να άρει τον περιορισμό των λεγόμενων μειονοτικών ζωνών, να απαιτήσει πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης Κατσίφα, να στηρίξει την επιστροφή και οικονομική επανεγκατάσταση Ελλήνων στις εστίες τους, να υπερασπιστεί τις περιουσίες, τα μνημεία και τους ιερούς τόπους, να αντιδράσει στους νόμους περί στρατηγικών επενδύσεων και διοικητικής αναδιάρθρωσης και να απαιτήσει τον τερματισμό της απαγόρευσης εισόδου σε Βορειοηπειρώτες και Έλληνες πολίτες.
Το συνολικό μήνυμα της ομιλίας ήταν πως το Βορειοηπειρωτικό δεν είναι μια παλιά υπόθεση που έκλεισε, αλλά ένα ζωντανό εθνικό, πολιτικό και ανθρωπογεωγραφικό ζήτημα. Και η πιο βαριά προειδοποίησή του ήταν ότι ο κίνδυνος σήμερα είναι ίσως μεγαλύτερος από άλλες περιόδους, μόνο που δεν έχει γίνει ακόμη πλήρως αντιληπτός. Με απλά λόγια, ο Κώστας Κυριακού επιχείρησε να πει ότι ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου δεν χάνεται μόνο από την πίεση των άλλων, αλλά και από τη δική μας συνήθεια να τον θεωρούμε δεδομένο.