Σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική άσκησε ο Σάββας Καλεντερίδης, αναλύοντας τις εξελίξεις στη Λιβύη, την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής στη Βεγγάζη και τις επιπτώσεις για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο αναλυτής χαρακτήρισε διπλωματική ήττα για την Ελλάδα τις τελευταίες εξελίξεις, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση και στα δύο αντίπαλα κέντρα εξουσίας της Λιβύης, ενώ η Αθήνα παραμένει ουσιαστικά απούσα.
«Δεν δικαιούμαστε έναν πολιτικό λόγο καλύτερου επιπέδου;»
Ο Σάββας Καλεντερίδης ξεκίνησε την παρέμβασή του επικρίνοντας την προσπάθεια να παρουσιαστούν οι εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως αρνητικές για την Τουρκία.
Σύμφωνα με τον αναλυτή, η επιχειρηματολογία ότι η Άγκυρα έπεσε σε ελληνική διπλωματική παγίδα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα των εξελίξεων.
«Δεν δικαιούμαστε ως χώρα έναν πολιτικό λόγο καλύτερου επιπέδου;», διερωτήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη είναι θετική για την Τουρκία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιλύθηκαν όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η τουρκική πολιτική στη Λιβύη.
Επισήμανε ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Αίγυπτος έχουν υποστεί διπλωματική ήττα, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, καθιστά αντιφατική την παρουσίαση της ίδιας εξέλιξης ως καταστροφικής για την Άγκυρα.
Παράλληλα, αναγνώρισε τη σημασία των διεθνών αντιδράσεων απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αναφερόμενος στην Ευρώπη, την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Ωστόσο, αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα ενδεχόμενων ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Λιβύης.
Έθεσε μάλιστα το ερώτημα εάν ακόμη και μια ενιαία ευρωπαϊκή στάση θα μπορούσε να οδηγήσει τη λιβυκή πλευρά στην ακύρωση του μνημονίου.
Γιατί η Ελλάδα έχασε την επιρροή της στη Λιβύη
Στο ερώτημα για τα αίτια της ελληνικής διπλωματικής αποτυχίας, ο Καλεντερίδης επικεντρώθηκε στην απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής.
«Υποστήκαμε αυτή την ήττα γιατί δεν είμαστε παρόντες στη Λιβύη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Διευκρίνισε ότι η παρουσία μιας χώρας δεν περιορίζεται στις επίσημες επισκέψεις και τις δημόσιες εκδηλώσεις φιλίας. Απαιτεί διαρκή διπλωματική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητα, καθώς και αποτελεσματική παρουσία στο παρασκήνιο και στο επίπεδο των υπηρεσιών πληροφοριών.
Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα δεν κατάφερε να διατηρήσει ισχυρές σχέσεις ούτε με την Τρίπολη ούτε με τη Βεγγάζη.
Αντίθετα, η Τουρκία, παρότι είχε συγκρουστεί στρατιωτικά με τις δυνάμεις του Χαλίφα Χαφτάρ, κατάφερε να αναπτύξει σχέσεις και με τις δύο πλευρές.
Ο αναλυτής υπογράμμισε την αντίφαση: η χώρα που πολέμησε τον Χαφτάρ απέκτησε τελικά καλύτερη πρόσβαση στο περιβάλλον του από την Ελλάδα.
Ο ρόλος των επιχειρηματιών στην τουρκική διείσδυση
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην οικονομική διάσταση της τουρκικής στρατηγικής.
Όπως υποστήριξε, επιχειρηματίες που διατηρούν στενές σχέσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνέβαλαν στην ενίσχυση των τουρκικών θέσεων στην ανατολική Λιβύη.
Κατά τον Καλεντερίδη, πρόκειται για επιχειρηματικές δραστηριότητες πολλών δισεκατομμυρίων, οι οποίες λειτούργησαν συμπληρωματικά προς την επίσημη τουρκική διπλωματία.
Ανέφερε ότι διαθέτει στοιχεία για τις εταιρείες και τους επιχειρηματίες που συμμετείχαν σε αυτή την προσπάθεια, χωρίς όμως να κατονομάσει συγκεκριμένα πρόσωπα κατά τη διάρκεια της παρέμβασης.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στην ελληνική επιχειρηματική τάξη, θέτοντας το ζήτημα της απουσίας αντίστοιχης δραστηριοποίησης που θα μπορούσε να υποστηρίξει την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Ο αμερικανικός παράγοντας και το σχέδιο ενοποίησης της Λιβύης
Σημαντικό μέρος της ανάλυσης αφιερώθηκε στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε στον Μασάντ Μπούλος, συγγενή εξ αγχιστείας του Ντόναλντ Τραμπ και Αμερικανό αξιωματούχο με αρμοδιότητες στην αφρικανική περιοχή.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ο Μπούλος επισκέφθηκε δύο φορές τη Λιβύη μέσα στο έτος, στο πλαίσιο αμερικανικής προσπάθειας για την πολιτική ενοποίηση της χώρας.
Κατά την ερμηνεία του, η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη δημιουργία συνθηκών σταθερότητας που θα επιτρέψουν τη δραστηριοποίηση μεγάλων αμερικανικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα.
Υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ αξιοποιούν την επιρροή της Τουρκίας επί του πεδίου προκειμένου να προωθήσουν αυτή τη διαδικασία.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε την παρουσία του επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν, στην Τρίπολη, αλλά και τον ρόλο του γιου του Χαφτάρ στις πολιτικές διεργασίες.
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε επίσης τις εξελίξεις με αλλαγές στην ηγεσία του κοινοβουλευτικού μηχανισμού της ανατολικής Λιβύης, υποστηρίζοντας ότι παραμερίστηκαν πρόσωπα που αντιτίθεντο στην προσέγγιση με την Τουρκία.
Πρόκειται για την ερμηνεία που παρουσίασε ο αναλυτής, χωρίς οι επιμέρους ισχυρισμοί για τον αμερικανικό συντονισμό και τις πολιτικές διεργασίες να τεκμηριώνονται ανεξάρτητα από τους υπότιτλους.
Η στάση των ΗΠΑ και η κριτική στην πολιτική των ίσων αποστάσεων
Ο Καλεντερίδης στάθηκε ιδιαίτερα στη στάση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Επέκρινε την προτροπή για επίλυση των διαφορών μέσω διαλόγου και διαπραγματεύσεων καλής πίστης, θεωρώντας ότι η προσέγγιση αυτή εξισώνει δύο πλευρές που, κατά την άποψή του, δεν βρίσκονται στην ίδια νομική θέση.
Υποστήριξε ότι όταν μία χώρα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και μία άλλη υπερασπίζεται τα δικαιώματά της, η τήρηση ίσων αποστάσεων ευνοεί στην πράξη την πρώτη.
Συνέδεσε μάλιστα την αμερικανική στάση με προηγούμενες κρίσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αναφερόμενος στη Βέρνη, στο Νταβός, στα Ίμια και στη Μαδρίτη.
Με αυτόν τον ιστορικό παραλληλισμό επιχείρησε να αναδείξει την επανάληψη ενός διπλωματικού μοντέλου που, κατά την εκτίμησή του, επιβαρύνει την ελληνική θέση.
Η τουρκική NAVTEX και η επέκταση των διεκδικήσεων
Περνώντας στις πρακτικές επιπτώσεις, ο Καλεντερίδης επικεντρώθηκε σε πρόσφατη τουρκική NAVTEX.
Όπως υποστήριξε, οι συντεταγμένες που περιλαμβάνονται σε αυτή καλύπτουν περιοχές ελληνικής και κυπριακής δυνητικής ΑΟΖ, καθώς και θαλάσσιες εκτάσεις που σχετίζονται με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία οριοθέτησης.
Ο αναλυτής έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία εμφανίζεται να ασκεί αρμοδιότητες στην περιοχή.
Κατά την άποψή του, το ζήτημα δεν εξαντλείται στην έκδοση μιας ναυτικής οδηγίας. Αφορά την προσπάθεια δημιουργίας πρακτικών που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν αργότερα ως επιχειρήματα υπέρ των τουρκικών διεκδικήσεων.
Αναφέρθηκε επίσης στη συμμετοχή επιχειρήσεων σε σχετικές εργασίες, παραθέτοντας ποσοστά 73% για σαουδαραβική εταιρεία, 25% για τη ΔΕΗ και 2% για ελληνική εταιρεία δορυφορικών συστημάτων.
Εξέφρασε την ανησυχία ότι η διαβίβαση συντεταγμένων και η διαδικασία συντονισμού ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από την Άγκυρα ως ένδειξη αποδοχής τουρκικών αρμοδιοτήτων.
Η διαφωνία για την «ενημέρωση» και την «άδεια»
Το τελευταίο μέρος της παρέμβασης επικεντρώθηκε στη συζήτηση για τις έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο και ειδικότερα στην περιοχή της Κάσου.
Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε στις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη και του Τούρκου ομολόγου του Χακάν Φιντάν σχετικά με τη δυνατότητα ενημέρωσης αντί αιτήματος άδειας.
Επισήμανε ότι η ουσία, κατά την εκτίμησή του, δεν βρίσκεται στην ονομασία του εγγράφου, αλλά στα χαρακτηριστικά της διαδικασίας.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η τουρκική πλευρά επιδιώκει η ενημέρωση να μην επηρεάζει το υφιστάμενο καθεστώς που η ίδια επικαλείται βάσει του τουρκολιβυκού μνημονίου και των μονομερών συντεταγμένων που έχει καταθέσει στον ΟΗΕ.
Αμφισβήτησε επομένως ότι η αποδοχή του όρου «ενημέρωση» συνιστά πραγματική τουρκική υποχώρηση.
Το βασικό ερώτημα που έθεσε αφορά το κατά πόσον μια τέτοια πρακτική θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο εις βάρος των ελληνικών θέσεων.
Ολοκλήρωσε την παρέμβασή του με αναφορά στην περιοχή ανατολικά της Κάσου, αμφισβητώντας τη δυνατότητα της Τουρκίας να εμφανίζεται ως αρμόδιο παράκτιο κράτος σε θαλάσσια περιοχή που, σύμφωνα με την ελληνική θέση, αφορά ελληνικά δικαιώματα.
Η συνολική του τοποθέτηση ανέδειξε δύο αλληλένδετα ζητήματα: την ανάγκη ουσιαστικής ελληνικής παρουσίας στη Λιβύη και τον κίνδυνο να αποκτήσουν οι τουρκικές διεκδικήσεις πρακτικό διπλωματικό έρεισμα μέσω διαδικασιών που παρουσιάζονται ως τεχνικές διευθετήσεις.