breaking newsΕλλάδα

Νέος πονοκέφαλος διαφάνειας για τη φον ντερ Λάιεν! Έρευνα για το «κρυφό» chat με Ζελένσκι και Ευρωπαίους ηγέτες

Νέο μέτωπο διαφάνειας ανοίγει στις Βρυξέλλες για την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μετά την απόφαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας Τερέζα Ανζίνιο να ξεκινήσει έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο η Κομισιόν χειρίστηκε αίτημα πρόσβασης σε μηνύματα από κλειστή ομαδική συνομιλία Ευρωπαίων ηγετών και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Σύμφωνα με το ολλανδικό ερευνητικό μέσο Follow the Money, η έρευνα αφορά την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παραδώσει μηνύματα που φέρονται να αντηλλάγησαν σε κλειστό group chat, στο οποίο συμμετείχαν η φον ντερ Λάιεν, ο Ζελένσκι, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ. Το ίδιο μέσο αναφέρει ότι η Διαμεσολαβήτρια εξετάζει αν η Επιτροπή έκανε λάθη όταν απέρριψε το αίτημα πρόσβασης των δημοσιογράφων.

Η υπόθεση παρουσιάστηκε ως «ZelenskyGate» από ορισμένα Μέσα, όμως ο χαρακτηρισμός είναι περισσότερο πολιτικός και δημοσιογραφικός παρά θεσμικός. Η έρευνα δεν αφορά, τουλάχιστον με τα διαθέσιμα στοιχεία, ποινική υπόθεση ή απόδειξη παράνομης συνεννόησης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν τα μηνύματα αποτελούν έγγραφα που υπάγονται στους κανόνες πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα της ΕΕ και αν η Κομισιόν δικαιούται να τα κρατήσει μυστικά.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρεται να απέρριψε το αίτημα του Follow the Money με το επιχείρημα ότι η δημοσιοποίηση των μηνυμάτων θα μπορούσε να βλάψει τις διεθνείς σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών της με τρίτες χώρες. Σύμφωνα με το Follow the Money, η Ανζίνιο ανέφερε σε επιστολή της ότι αποφάσισε να ανοίξει έρευνα για τον χειρισμό του αιτήματος από την Κομισιόν βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα.

Το γερμανικό Berliner Zeitung επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση αφορά μυστικό ομαδικό chat με συμμετοχή του Ζελένσκι και κορυφαίων Ευρωπαίων ηγετών, το οποίο έχει εξελιχθεί σε νέο πρόβλημα διαφάνειας για τη φον ντερ Λάιεν. Το δημοσίευμα τονίζει ότι η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια ερευνά την υπόθεση μετά την άρνηση της Επιτροπής να δώσει πρόσβαση στην αλληλογραφία.

Η ύπαρξη του κλειστού καναλιού επικοινωνίας είχε αναφερθεί νωρίτερα από το Politico, σύμφωνα με το οποίο η λεγόμενη «Washington Group» χρησιμοποιούνταν από Ευρωπαίους ηγέτες για συντονισμό γύρω από τη στάση τους απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Το Follow the Money αναφέρει ότι η ομάδα λειτουργούσε ως δίαυλος μεταξύ κορυφαίων Ευρωπαίων αξιωματούχων και του Ζελένσκι για την αντιμετώπιση της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Τραμπ.

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα επειδή δεν είναι η πρώτη φορά που η φον ντερ Λάιεν βρίσκεται στο επίκεντρο κριτικής για μηνύματα και διαφάνεια. Το Follow the Money υπενθυμίζει ότι είχε προηγηθεί η υπόθεση των μηνυμάτων με τον επικεφαλής της Pfizer, Άλμπερτ Μπουρλά, για την προμήθεια εμβολίων κατά την πανδημία, καθώς και υπόθεση διαγραφής μηνύματος που αφορούσε τον Εμανουέλ Μακρόν και τη συμφωνία ΕΕ-Mercosur.

Το πολιτικό διακύβευμα είναι σαφές: η Κομισιόν επιμένει ότι ορισμένες ευαίσθητες επικοινωνίες κορυφαίων ηγετών δεν μπορούν να δημοσιοποιούνται χωρίς να πληγούν οι διεθνείς σχέσεις της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, δημοσιογράφοι, οργανώσεις διαφάνειας και επικριτές της φον ντερ Λάιεν υποστηρίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να λειτουργεί με ιδιωτικά κανάλια επικοινωνίας για ζητήματα υψηλής πολιτικής και στη συνέχεια να αρνείται πλήρως τον έλεγχο.

Η έρευνα της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας αναμένεται να διαρκέσει μήνες. Σύμφωνα με το Follow the Money και άλλα μέσα που αναπαρήγαγαν την είδηση, η Ανζίνιο έχει ζητήσει συνάντηση με εκπροσώπους της Κομισιόν έως τα μέσα Ιουλίου, προκειμένου να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημα πρόσβασης.

Προς το παρόν, δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένα μηνύματα που να «καίνε» τη φον ντερ Λάιεν, ούτε επίσημο πόρισμα που να καταλογίζει παράβαση. Υπάρχει, όμως, ένα σαφές θεσμικό πρόβλημα: η πρόεδρος της Κομισιόν βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ερωτήματα για το πώς χρησιμοποιεί ιδιωτικές ή ανεπίσημες μορφές επικοινωνίας σε κρίσιμα ευρωπαϊκά ζητήματα.

Η υπόθεση, επομένως, δεν πρέπει να παρουσιαστεί πρόωρα ως τελεσίδικο σκάνδαλο ενοχής. Είναι, όμως, ένα σοβαρό επεισόδιο στη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη μυστική διπλωματία κορυφής και την απαίτηση για θεσμική λογοδοσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Back to top button