breaking newsΕλλάδα

Η Τουρκία “βουλιάζει” στην Ανατολική Μεσόγειο

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Η 24η Ιουλίου έχει καθιερωθεί ως η ημέρα αποκατάστασης της Δημοκρατίας. Ορθώς τιμάται η πτώση μιας επτάχρονης δικτατορίας, η επιστροφή των πολιτικών ελευθεριών και η επάνοδος στην κοινοβουλευτική ομαλότητα. Όμως δεν επιτρέπεται να αποκρύπτεται η πραγματικότητα μέσα στην οποία γεννήθηκε η Μεταπολίτευση.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έφθασε στην Αθήνα τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου 1974. Την ίδια ώρα, στην Κύπρο η εκεχειρία παραβιαζόταν συστηματικά. Οι τουρκικές δυνάμεις προωθούνταν, ενίσχυαν το προγεφύρωμά τους, μετέφεραν στρατεύματα και πυρομαχικά και άνοιγαν τον δρόμο από την Κερύνεια προς τη Λευκωσία. Άνθρωποι σκοτώνονταν, στρατιώτες και πολίτες αιχμαλωτίζονταν και οι πρώτες μεγάλες φάλαγγες προσφύγων εγκατέλειπαν τις πατρογονικές τους εστίες.

Η τραγωδία δεν τελείωσε στις 24 Ιουλίου. Κορυφώθηκε με τον δεύτερο «Αττίλα», στις 14 Αυγούστου, οδηγώντας στην κατοχή περίπου του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια κατοχή που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Γι’ αυτό και η εικόνα της δεξίωσης στο Προεδρικό Μέγαρο, με τις κοσμικές εμφανίσεις, τις χειραψίες, τις φωτογραφίες και τα πολιτικά πηγαδάκια, δεν εκπέμπει το μήνυμα που απαιτεί η ημέρα. Η 24η Ιουλίου πρέπει να γίνει ημέρα δημοκρατικής ευθύνης και εθνικής αυτογνωσίας: με τιμή στους αντιδικτατορικούς αγωνιστές, αλλά και με μνημόσυνο για τους νεκρούς, τους αγνοουμένους, τους αιχμαλώτους, τους βιασθέντες και τους εκτοπισμένους της Κύπρου.

Η Μεταπολίτευση δεν γεννήθηκε μέσα σε έναν ανέμακτο θρίαμβο. Γεννήθηκε πάνω στα ερείπια της Κύπρου.

Η Κύπρος στο ενεργειακό επίκεντρο

Σήμερα εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας μια τεράστια γεωπολιτική αναδιάταξη. Για να γίνει αντιληπτή, οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, οι υπηρεσίες πληροφοριών και τα γενικά επιτελεία χρειάζονται έναν ενιαίο ενεργειακό χάρτη: από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι το Ισραήλ, την Αίγυπτο, την Κύπρο, τη Λιβύη, την Ελλάδα και την Ιταλία.

Πάνω σε αυτόν τον χάρτη πρέπει να αποτυπώνονται τα κοιτάσματα, οι εταιρείες, οι αγωγοί, οι σταθμοί υγροποίησης και οι θαλάσσιες ζώνες. Γιατί οι ενεργειακές συμφωνίες δεν είναι απλώς εμπορικές πράξεις. Είναι πράξεις με βαθύ γεωπολιτικό περιεχόμενο.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά την κατοχή, οικοδόμησε από τις αρχές του 21ου αιώνα μια συνεκτική ενεργειακή στρατηγική. Προχώρησε σε συμφωνίες οριοθέτησης με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο και αδειοδότησε τεμάχια της ΑΟΖ της σε εταιρείες αμερικανικών, γαλλικών και ιταλικών συμφερόντων.

Η Αθήνα, αντιθέτως, απέφυγε την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο. Στο παρελθόν έφθασε ακόμη και στο σημείο να ζητήσει μετατόπιση του τριεθνούς Κύπρου–Ελλάδας–Αιγύπτου ανατολικότερα, ώστε να μη δημιουργηθεί επαφή των θαλασσίων ζωνών Ελλάδας και Κύπρου και να μην ενοχληθεί η Τουρκία. Αυτή η πολιτική δεν ήταν απλώς φοβική. Υπονόμευσε τη δυνατότητα συγκρότησης ενός ενιαίου ελληνικού γεωπολιτικού χώρου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο δρόμος προς την Αίγυπτο

Η Λευκωσία έχει επιλέξει την Αίγυπτο ως βασική οδό εξαγωγής του κυπριακού φυσικού αερίου. Η συμφωνία-πλαίσιο της 30ής Μαρτίου 2026 και το μνημόνιο της 22ας Ιουλίου για την πώληση του φυσικού αερίου από το κοίτασμα «Αφροδίτη» επιβεβαιώνουν αυτήν την κατεύθυνση.

Η Αίγυπτος αναλαμβάνει να απορροφήσει την παραγωγή της «Αφροδίτης», ενώ στον σχεδιασμό εντάσσεται και η μελλοντική αξιοποίηση του «Κρόνου». Μέρος του αερίου θα καλύπτει αιγυπτιακές ανάγκες και το υπόλοιπο θα υγροποιείται στις αιγυπτιακές εγκαταστάσεις, ώστε να εξάγεται στην Ευρώπη.

Η Eni και η TotalEnergies βρίσκονται κοντά στη λήψη τελικής επενδυτικής απόφασης για τον «Κρόνο», με στόχο την έναρξη παραγωγής το 2028. Η αξιοποίηση της «Αφροδίτης» τοποθετείται στον ορίζοντα του 2031.

Αυτό σημαίνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία μετατρέπεται σε τροφοδότη της Ευρώπης. Και μια χώρα που συμβάλλει στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια αποκτά πρόσθετη γεωπολιτική αξία. Τα συμφέροντα της Ευρώπης, των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Ιταλίας συνδέονται πλέον με την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η μεγάλη απούσα και η τουρκική αντιστρατηγική

Στον ενεργειακό χάρτη από τη Συρία και το Ισραήλ μέχρι την Αίγυπτο, την Κύπρο, τη Λιβύη και την Ελλάδα δραστηριοποιούνται κολοσσοί όπως η Chevron, η ExxonMobil και η ConocoPhillips. Η μεγάλη απούσα είναι η Τουρκία.

Η Άγκυρα δεν αποκλείστηκε επειδή κάποιοι συνωμότησαν εναντίον της. Αυτοαποκλείστηκε επειδή αρνείται το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και διατηρεί υπό κατοχή το 37% του εδάφους της. Για τους ίδιους λόγους παραμένει εκτός του Φόρουμ Φυσικού Αερίου της Ανατολικής Μεσογείου.

Όμως η Τουρκία δεν μένει αδρανής. Ανέπτυξε τη δική της αντιστρατηγική:

  • Αμφισβητεί την κυπριακή ΑΟΖ μέσω του ψευδοκράτους.
  • Πραγματοποιεί παράνομες έρευνες και γεωτρήσεις.
  • Χρησιμοποιεί πολεμικά πλοία για τον εκφοβισμό ξένων εταιρειών.
  • Προωθεί το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
  • Εξετάζει οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με τη Συρία.
  • Πιέζει τον Λίβανο να απομακρυνθεί από τη συμφωνία του με την Κυπριακή Δημοκρατία.
  • Προωθεί ενεργειακή διασύνδεση της Τουρκίας με τα κατεχόμενα.

Η εμπειρία έδειξε, πάντως, ότι η Τουρκία υποχωρεί όταν αντιμετωπίζει πραγματικό κόστος. Μετά τις ευρωπαϊκές κυρώσεις για τις παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, περιόρισε αισθητά τη δράση των ερευνητικών και γεωτρητικών της σκαφών. Αυτό είναι ένα χρήσιμο δίδαγμα: η Άγκυρα δεν καταλαβαίνει από κατευνασμό. Καταλαβαίνει από ισχύ, αποφασιστικότητα και κυρώσεις.

Η ενεργειακή «σφήνα» μέσω των κατεχομένων

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί το τουρκικό σχέδιο για δύο υποθαλάσσιους αγωγούς φυσικού αερίου μεταξύ Ανεμουρίου και κατεχόμενης Κερύνειας. Η διπλή κατεύθυνση των αγωγών αποκαλύπτει ότι ο σχεδιασμός δεν αφορά μόνο την τροφοδότηση των κατεχομένων.

Η Τουρκία προετοιμάζει μια έτοιμη, φθηνή οδό μέσω της οποίας θα μπορούσε, σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού, να διοχετεύεται κυπριακό φυσικό αέριο προς την Ευρώπη μέσω τουρκικού εδάφους. Παράλληλα, προωθεί ηλεκτρική διασύνδεση Τουρκίας–κατεχομένων, ώστε να παρουσιάσει το ψευδοκράτος ως ενεργειακό εταίρο και να ενσωματώσει πλήρως τις κατεχόμενες περιοχές στις τουρκικές υποδομές.

Η επιτυχία αυτού του σχεδίου θα υπονόμευε τόσο τον EastMed όσο και την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Κι όμως, η Αθήνα εξακολουθεί να βρίσκεται «στο περίμενε» στην Κάσο, ενώ το καλώδιο δεν προχωρά παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις.

Η Τουρκία παίζει σκάκι. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να παίζει άμυνα από κεκτημένη ταχύτητα.

Από τα F-35 στα Eurofighter

Ανάλογη είναι η εικόνα και στον αεροπορικό εξοπλισμό. Η Τουρκία διέθετε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για την απόκτηση 105 F-35 και τη συμμετοχή της βιομηχανίας της στο πρόγραμμα, από την οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει έσοδα 10 έως 12 δισ. δολαρίων.

Η αγορά των S-400 ανέτρεψε τον σχεδιασμό και οδήγησε την Τουρκία εκτός του προγράμματος. Τώρα η Άγκυρα επιχειρεί να καλύψει το κενό με Eurofighter, συνολικού κόστους περίπου 20 δισ. δολαρίων, και με την πιθανή απόκτηση μεταχειρισμένων αεροσκαφών από το Κατάρ και το Ομάν.

Δεν πρέπει να υποτιμούμε αυτές τις κινήσεις. Ούτε όμως να αγνοούμε ότι η Τουρκία πληρώνει βαρύ τίμημα για επιλογές που την απομάκρυναν από τα F-35. Η τύχη των S-400, η στάση της Ρωσίας και οι νέες ανάγκες αεράμυνας των κρατών του Κόλπου μπορούν να επηρεάσουν και το πρόγραμμα των Eurofighter.

Η κινεζική διείσδυση και το ΝΑΤΟ

Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα είναι η κινεζική παρουσία στις τουρκικές τηλεπικοινωνίες. Huawei και ZTE έχουν αποκτήσει ισχυρή θέση στις υποδομές των μεγαλύτερων παρόχων της Τουρκίας.

Όπως διαβάζω σε ρεπορτάζ του Χρήστου Κωνσταντινίδη στο “Geopolitico”, η Άγκυρα κερδίζει τεχνολογία, χρηματοδότηση και μηχανισμούς ελέγχου της κοινωνίας. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα τεράστιο ζήτημα ασφάλειας για το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κινεζικά συστήματα ενσωματωμένα στις τουρκικές υποδομές μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και, μέσω αυτής, σε ευρωπαϊκά ή νατοϊκά προγράμματα.

Είναι επομένως παράλογο να ασκούνται ασφυκτικές πιέσεις στην Ελλάδα για την κινεζική παρουσία στο 5G ή στον Πειραιά, ενώ η Τουρκία αντιμετωπίζεται με διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Η Ουάσιγκτον πιέζει περισσότερο εκεί όπου γνωρίζει ότι θα βρει πρόθυμους να υποχωρήσουν.

Αυτό είναι και το τελικό δίδαγμα. Η Ελλάδα και η Κύπρος χρειάζονται στρατηγική, επιμονή και καθαρές κόκκινες γραμμές. Η υποχωρητικότητα δεν εξασφαλίζει ηρεμία. Απλώς προσκαλεί την επόμενη απαίτηση.

Η Κίνα βοηθά τον Ερντογάν να οικοδομήσει ένα κράτος παρακολούθησης

Back to top button