Σαφή προειδοποίηση προς τους ηγέτες του ΝΑΤΟ να μη μετατρέψουν τη Σύνοδο της Άγκυρας σε επικοινωνιακή νίκη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απευθύνει ο Σινάν Τζιντί, σε άρθρο του στη The National Interest με τίτλο «Don’t Let Turkey Hijack the NATO Summit».
Ο Τζιντί, ανώτερος συνεργάτης για την Τουρκία στο Foundation for Defense of Democracies, υποστηρίζει ότι οι ηγέτες της Συμμαχίας πρέπει να καταστήσουν σαφές στην Άγκυρα πως δεν μπορεί να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα να ακολουθεί εξωτερική πολιτική που υπονομεύει τη συνοχή και τα συμφέροντα της Συμμαχίας.
Η Τουρκία θα φιλοξενήσει τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου, για πρώτη φορά από το 2004. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο Ερντογάν αναμένεται να αξιοποιήσει τη διοργάνωση για να προβάλει την Τουρκία ως «αναντικατάστατο σύμμαχο». Όμως, όπως τονίζει, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Άγκυρα χρησιμοποιεί τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ για να ενισχύσει τη Συμμαχία ή για να καλύψει πολιτικές που τη διαβρώνουν.
Ο Τζιντί στέκεται ιδιαίτερα στις κινήσεις της Τουρκίας για τη δημιουργία ενός νέου σουνιτικού πλαισίου ασφαλείας με χώρες όπως το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και το Κατάρ. Αν και εκτιμά ότι ένα επίσημο «σουνιτικό ΝΑΤΟ» είναι δύσκολο να δημιουργηθεί, προειδοποιεί πως ακόμη και ένας άτυπος μηχανισμός διαβούλευσης θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τις φιλοδοξίες της Άγκυρας για στρατηγική αυτονομία έξω από τις προτεραιότητες της Δύσης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο αρθρογράφος χαρακτηρίζει άμεση πρόκληση την πρόσφατη τουρκική πρόταση για θαλάσσια νομοθεσία, η οποία, όπως σημειώνει, επιχειρεί να κωδικοποιήσει τις επεκτατικές αξιώσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, στο πλαίσιο του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Κατά τον Τζιντί, η μετατροπή μονομερών τουρκικών ερμηνειών σε εσωτερικό νόμο, με στόχο την αμφισβήτηση της Ελλάδας και της Κύπρου, αποτελεί επικίνδυνη εξέλιξη και ουσιαστικά περιφρονεί το Δίκαιο της Θάλασσας. Προειδοποιεί μάλιστα ότι, αν η κατάσταση μείνει αναπάντητη, μπορεί να οδηγήσει σε νέα κρίση με ναυτικές αναπτύξεις, ενεργειακές συγκρούσεις, εντάσεις στον αέρα και τουρκική πίεση γύρω από την Κύπρο.
Ο ίδιος καλεί τους ηγέτες του ΝΑΤΟ να δηλώσουν ξεκάθαρα ότι ο εξαναγκασμός συμμάχων μέσα στη Συμμαχία δεν συνάδει με την αλληλεγγύη του ΝΑΤΟ. Ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, αναφέρει, πρέπει να προειδοποιήσουν πως οποιαδήποτε στρατιωτική επιβολή μονομερών τουρκικών θαλάσσιων αξιώσεων θα έχει συνέπειες στην αμυντική συνεργασία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τζιντί επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνδέσει την πρόσβαση της Τουρκίας σε στρατιωτικές πρωτοβουλίες, τελωνειακές διευκολύνσεις και διπλωματικά προνόμια με πραγματικά βήματα αποκλιμάκωσης. Όπως σημειώνει, η Άγκυρα δεν μπορεί να ζητά αλληλεγγύη από το ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα απειλεί εταίρους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο αρθρογράφος αναφέρεται και στη ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας – Ισραήλ, κατηγορώντας την Άγκυρα για επιλεκτική χρήση της έννοιας της κυριαρχίας. Υπενθυμίζει ότι η Τουρκία κατέχει στρατιωτικά τη βόρεια Κύπρο από το 1974 και αρνείται να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ την ίδια ώρα θέτει όρους στο Ισραήλ για σύνορα, κυριαρχία και περιφερειακή νομιμοποίηση.
Σημαντικό μέρος του άρθρου αφορά και τα F-35. Ο Τζιντί θεωρεί ότι η Σύνοδος της Άγκυρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την τουρκική πλευρά για να ζητήσει την επανένταξή της στο πρόγραμμα. Το χαρακτηρίζει όμως «μεγάλο λάθος». Υπενθυμίζει ότι η Τουρκία αποβλήθηκε δικαιολογημένα από το πρόγραμμα και υπέστη κυρώσεις το 2019 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, οι οποίοι είναι ασύμβατοι με την ασφάλεια των F-35 και τα πρότυπα διαλειτουργικότητας του ΝΑΤΟ.
Κατά τον αρθρογράφο, η Άγκυρα δεν έχει εκπληρώσει τις προϋποθέσεις επιστροφής ούτε δείχνει πρόθεση να το κάνει. Το F-35, σημειώνει, δεν είναι «διπλωματικό τρόπαιο», αλλά ευαίσθητη πλατφόρμα πέμπτης γενιάς. Η παράδοσή του σε μια κυβέρνηση που διατηρεί δεσμούς με τη Ρωσία, στηρίζει τη Χαμάς και απειλεί Ελλάδα και Κύπρο θα επιβράβευε ακριβώς τη συμπεριφορά που το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να αποτρέπει.
Το τελευταίο σκέλος της παρέμβασης αφορά την εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία. Ο Τζιντί τονίζει ότι η Σύνοδος αποτελεί ευκαιρία να προειδοποιηθεί ο Ερντογάν πως η περιφρόνησή του προς τη δημοκρατική διακυβέρνηση έχει ξεπεράσει ανεκτά όρια. Αναφέρεται στις παρεμβάσεις της τουρκικής Δικαιοσύνης κατά της αντιπολίτευσης και ειδικά του CHP, κάνοντας λόγο για προσπάθεια αποδυνάμωσης της δημοκρατικής αντιπολίτευσης μετά τις δημοτικές επιτυχίες του 2024 και την άνοδο προσώπων όπως ο Εκρέμ Ιμάμογλου και ο Οζγκιούρ Οζέλ.
Συμπερασματικά, το άρθρο μας λέει, ότι η Τουρκία είναι σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, αλλά η ιδιότητα αυτή συνοδεύεται από υποχρεώσεις. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως κάλυψη για στρατηγικούς ελιγμούς εκτός Συμμαχίας, ισλαμιστική πατρωνία, θαλάσσιο εξαναγκασμό και δημοκρατική καταστολή.
Ο Σινάν Τζιντί καλεί τους ηγέτες του ΝΑΤΟ να μη δώσουν στον Ερντογάν μια άνευ όρων πλατφόρμα διεθνούς νομιμοποίησης στην Άγκυρα. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζει, η Σύνοδος πρέπει να αποτελέσει δοκιμασία της αποφασιστικότητας της Συμμαχίας να υπερασπιστεί τις αρχές, τα μέλη και τα συμφέροντά της.