Σφοδρή κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική για το τουρκολιβυκό μνημόνιο – Προειδοποίηση για επικίνδυνη κλιμάκωση στην Ουκρανία και ενδεχόμενο πυρηνικής σύγκρουσης – Η στρατηγική Ερντογάν, η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η νέα ισορροπία ισχύος μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας.
Σε μια εκτενή συνέντευξη στην εκπομπή «Στην Αιχμή του Δόρατος», με τον Άρη Λαμπρόπουλο, ο ιστορικός και πολιτικός αναλυτής Νίκος Παπαδάτος προχώρησε σε μια συνολική αποτίμηση των γεωπολιτικών εξελίξεων, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για την πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τις μεγάλες ανακατατάξεις στο διεθνές σύστημα.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, εξέλιξη την οποία ο αναλυτής χαρακτήρισε ιδιαίτερα ανησυχητική για τα ελληνικά συμφέροντα. Παράλληλα, αναφέρθηκε στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, στο ενδεχόμενο μιας νέας συμφωνίας Τραμπ–Πούτιν, στις κοινωνικές αναταραχές στη Γαλλία, στην κρίση της ευρωπαϊκής οικονομίας και στις σχέσεις Ρωσίας–Κίνας.
Τουρκολιβυκό μνημόνιο: «Η ελληνική κυβέρνηση βρέθηκε απροετοίμαστη»
Αφετηρία της συζήτησης αποτέλεσε η απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου να εγκρίνει το μνημόνιο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που είχε υπογραφεί μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης το 2019.
Η απόφαση ελήφθη ομόφωνα στις 20 Οκτωβρίου 2026 και συνοδεύτηκε από την ανατροπή προηγούμενων αποφάσεων του 2020, με τις οποίες η Βουλή των Αντιπροσώπων είχε απορρίψει τις συμφωνίες με την Τουρκία.
Ο Νίκος Παπαδάτος υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση επί χρόνια παρουσίαζε τη μη επικύρωση της συμφωνίας από την ανατολική Λιβύη ως διπλωματική επιτυχία.
Κατά την εκτίμησή του, η νέα εξέλιξη δημιουργεί πολιτικό προηγούμενο, το οποίο ενδέχεται να επιχειρηθεί να αξιοποιηθεί και στο νομικό πεδίο.
Ο αναλυτής επέκρινε την Αθήνα για την απουσία, όπως υποστήριξε, αποφασιστικών διπλωματικών κινήσεων, εκφράζοντας την άποψη ότι η μη ανάκληση διπλωματικών εκπροσώπων συνιστά ένδειξη ανεπαρκούς αντίδρασης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρώντας ότι οι λεκτικές τοποθετήσεις των Βρυξελλών δεν συνοδεύονται από ουσιαστικά μέτρα απέναντι στην Άγκυρα.
Η ελληνική κυβέρνηση, πάντως, απέρριψε επισήμως τη λιβυκή απόφαση, υποστηρίζοντας ότι δεν μεταβάλλει τον παράνομο και ανυπόστατο, κατά την ελληνική θέση, χαρακτήρα του μνημονίου.
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η ανάγκη προβολής ισχύος
Συνδέοντας το τουρκολιβυκό μνημόνιο με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, ο Παπαδάτος υποστήριξε ότι η Άγκυρα επιδιώκει να δημιουργήσει προηγούμενο ελληνικής αναγνώρισης τουρκικών αρμοδιοτήτων σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Αθήνα ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα.
Αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πόντιση του υποθαλάσσιου καλωδίου, στις θέσεις της γαλλικής πλευράς και στο περιστατικό της Κάσου.
Κατά την άποψή του, η πολιτική των «ήρεμων νερών» δεν έχει αποτρέψει την ανάπτυξη νέων τουρκικών διεκδικήσεων.
Στο ερώτημα του Άρη Λαμπρόπουλου εάν η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ο Παπαδάτος επισήμανε ότι μια τέτοια απόφαση προϋποθέτει πολιτική βούληση και δυνατότητα προβολής ισχύος.
Δήλωσε, μάλιστα, ότι δεν θεωρεί πως η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει τις αναγκαίες πολιτικές προϋποθέσεις για μια τέτοια κίνηση.
Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει στα κράτη το δικαίωμα καθορισμού αιγιαλίτιδας ζώνης έως 12 ναυτικά μίλια.
«Η Τουρκία έχει στρατηγική και ισχυρή ηγεσία»
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης αφορούσε την αποτίμηση της τουρκικής στρατηγικής.
Ο Παπαδάτος υποστήριξε ότι, ανεξάρτητα από την αντίθεση της Ελλάδας στις τουρκικές διεκδικήσεις, η Αθήνα οφείλει να αναγνωρίζει την αποτελεσματικότητα ορισμένων επιλογών του αντιπάλου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Τουρκία αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση, διατηρεί οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με τη Ρωσία, παραμένει σημαντική για τις Ηνωμένες Πολιτείες και κινείται ταυτόχρονα σε διαφορετικά γεωπολιτικά πεδία.
Αναφέρθηκε στις σχέσεις της Άγκυρας με τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και άλλες δυνάμεις, χαρακτηρίζοντας την τουρκική πολιτική πολυδιάστατη και συγκρίνοντάς τη με τη διπλωματική προσέγγιση του Μπίσμαρκ.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, εκτίμησε ότι η Ελλάδα χρειάζεται συγκεκριμένα αντίμετρα, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και αναδιοργάνωση του τρόπου χάραξης της εξωτερικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε ουσιαστική αναδόμηση του Υπουργείου Εξωτερικών και αξιοποίηση εξειδικευμένου διπλωματικού προσωπικού.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κρίση της ευρωπαϊκής ισχύος
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε απέναντι στη σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία.
Ο Παπαδάτος υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να διαμορφώσει αυτοτελή στρατηγική, ενώ η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζει τη δυνατότητα λήψης ανεξάρτητων αποφάσεων.
Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη γερμανική πολιτική, αλλά και στη στάση της Γαλλίας, εκτιμώντας ότι καμία από τις δύο χώρες δεν πρόκειται να αναλάβει αυτομάτως το κόστος μιας ελληνοτουρκικής κρίσης.
Παράλληλα, συνέδεσε την οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την αποδυνάμωση της παραγωγικής της βάσης και την ενεργειακή εξάρτηση από το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο.
Κατά την ανάλυσή του, η προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της τα βαθύτερα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Γαλλία: Οι ταραχές, το μεταναστευτικό και η πολιτική Μακρόν
Η συζήτηση επεκτάθηκε στις κοινωνικές αναταραχές στη Γαλλία και στις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.
Ο Άρης Λαμπρόπουλος έθεσε το ζήτημα της σχέσης μεταξύ της ζήτησης για φθηνό εργατικό δυναμικό και της ενίσχυσης αυστηρών αντιμεταναστευτικών πολιτικών.
Απαντώντας, ο Παπαδάτος επισήμανε ότι η κοινωνική περιθωριοποίηση και η απουσία πολιτικών ουσιαστικής ενσωμάτωσης δημιουργούν συνθήκες ανασφάλειας, οι οποίες μπορούν να ευνοήσουν την άνοδο ακραίων πολιτικών σχηματισμών.
Διαχώρισε, πάντως, τη συντηρητική και ακροδεξιά πολιτική από τον ναζισμό, επισημαίνοντας ότι οι συγκεκριμένες έννοιες δεν πρέπει να συγχέονται.
Για τη Γαλλία υποστήριξε ότι η σημερινή κρίση έχει βαθύτερες πολιτικές, οικονομικές και ιστορικές ρίζες, συνδεδεμένες και με το αποικιακό παρελθόν της χώρας.
Επέκρινε τον Εμανουέλ Μακρόν, θεωρώντας ότι οι πολιτικές του επιλογές δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα κοινωνικά προβλήματα.
Ουκρανία: «Δεν βρισκόμαστε κοντά σε μια νέα Γιάλτα»
Στο δεύτερο μεγάλο μέρος της συνέντευξης, ο Παπαδάτος αναφέρθηκε στις επαφές μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας.
Αμφισβήτησε την εκτίμηση ότι μια συνάντηση Ντόναλντ Τραμπ–Βλαντίμιρ Πούτιν θα μπορούσε να οδηγήσει άμεσα σε συνολική διευθέτηση του πολέμου.
Κατά την άποψή του, οι μέχρι στιγμής διπλωματικές πρωτοβουλίες δεν συνιστούν ολοκληρωμένη συμφωνία, αλλά προσπάθειες διαχείρισης της κρίσης.
Εκτίμησε ότι μια βιώσιμη διευθέτηση προϋποθέτει τη διαμόρφωση νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην Ευρώπη, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τόσο τις εγγυήσεις ασφαλείας της Ουκρανίας όσο και τις ρωσικές απαιτήσεις.
Ο Παπαδάτος υποστήριξε ότι η ρωσική πλευρά αντιμετωπίζει τον πόλεμο πρωτίστως ως ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας και όχι αποκλειστικά ως εδαφική διεκδίκηση.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτελεί την ερμηνεία του αναλυτή για τα κίνητρα της Μόσχας και όχι διαπίστωση που αναιρεί την ευθύνη της Ρωσίας για την εισβολή στην Ουκρανία.
Προειδοποίηση για πυρηνική κλιμάκωση
Ο αναλυτής εξέφρασε σοβαρούς φόβους για περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου.
Εκτίμησε ότι η ουκρανική πλευρά βρίσκεται σε δυσχερή στρατηγική θέση και ότι η συνέχιση των εχθροπραξιών ενδέχεται να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή των υποδομών της χώρας.
Προειδοποίησε επίσης για τον κίνδυνο πυρηνικής σύγκρουσης σε περίπτωση άμεσης και ανεξέλεγκτης αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η αποτροπή της άμεσης πυρηνικής σύγκρουσης αποτελεί έως τώρα ένα σημαντικό στοιχείο της επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Επέμεινε ότι καμία μελλοντική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη χωρίς τη συμμετοχή της Ρωσίας.
Ρωσία και Κίνα: Η διαμόρφωση νέας παγκόσμιας τάξης
Αναφερόμενος στις σχέσεις Μόσχας και Πεκίνου, ο Παπαδάτος εκτίμησε ότι οι δύο δυνάμεις θα συνεχίσουν να αναπτύσσουν τη συνεργασία τους.
Υποστήριξε ότι οι μεταξύ τους διαφορές δεν αναιρούν τη σύγκλιση συμφερόντων που παρατηρείται σήμερα.
Στάθηκε στις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις Ρωσίας–Κίνας, στον ρόλο των BRICS και στην αμφισβήτηση του μονοπολικού διεθνούς συστήματος.
Κατά την εκτίμησή του, ο κόσμος κινείται προς μια νέα ισορροπία, στην οποία θα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο τρία μεγάλα κέντρα ισχύος: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Κίνα.
Δεν απέκλεισε μάλιστα την προοπτική σημαντικών συμφωνιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, θεωρώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ευρύτερες ανακατατάξεις στις διεθνείς σχέσεις.
Ιράν, Χούθι και Μέση Ανατολή
Στο τελευταίο μέρος της συζήτησης, ο Παπαδάτος αναφέρθηκε στο Ιράν, στους Χούθι και στο ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή.
Εκτίμησε ότι μια μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά του Ιράν ενδέχεται να αναβληθεί, χωρίς να αποκλείει νέες προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ για την επίτευξη στρατιωτικών στόχων.
Υποστήριξε ότι το ενδεχόμενο ολοκληρωτικής στρατιωτικής ήττας του Ιράν είναι εξαιρετικά δύσκολο, ενώ προειδοποίησε ότι η χρήση πυρηνικών όπλων θα μπορούσε να προκαλέσει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Παράλληλα, σημείωσε ότι τόσο το Ισραήλ όσο και το Ιράν θα χρειαστεί, κατά την εκτίμησή του, να προχωρήσουν σε συμβιβασμούς για την εξεύρεση μακροπρόθεσμης διευθέτησης.
Κλείνοντας, συνέδεσε τις εξελίξεις στη Συρία και τη Λιβύη με την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής, υποστηρίζοντας ότι οι περιφερειακές ανατροπές των τελευταίων ετών έχουν επιβαρύνει τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας.
Η κεντρική θέση που διαπερνούσε τη συνέντευξη ήταν ότι η χώρα χρειάζεται στρατηγική αυτονομία, αξιόπιστη διπλωματία και ικανότητα αξιολόγησης του πραγματικού συσχετισμού ισχύος, σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται ραγδαία.