breaking newsΕλλάδα

Τουρκολιβυκό και καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Η Άγκυρα απαιτεί έγκριση και απειλεί με αντίδραση – Τούρκοι διπλωμάτες προειδοποιούν για το κόστος

Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Ανατολικής Λιβύης και η εκκρεμότητα γύρω από το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, Great Sea Interconnector (GSI), διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν περιορίζεται πλέον στις διεκδικήσεις που διατυπώνει η Τουρκία, αλλά επεκτείνεται στο μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει η Άγκυρα για να τις επιβάλει στην πράξη.

Αυτό αναδεικνύεται στο δημοσίευμα της Μαρίας Ζαχαράκη στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», όπου καταγράφονται οι εκτιμήσεις Τούρκων αξιωματούχων, πρώην διπλωματών και αναλυτών για τις συνέπειες του τουρκολιβυκού μνημονίου, τις πιθανές αντιδράσεις στο GSI και τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, προκύπτει μια κοινή θέση: η Τουρκία δεν σκοπεύει να αποδεχθεί τον αποκλεισμό της από διαδικασίες που αφορούν θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της δικαιοδοσία.

Γιαϊτζί: «Σημαντικό πλήγμα» για τις ελληνικές θέσεις

Ο απόστρατος υποναύαρχος Τζιχάτ Γιαϊτζί, ο οποίος θεωρείται ένας από τους βασικούς εμπνευστές του τουρκολιβυκού μνημονίου, αντιμετωπίζει την επικύρωσή του από την ανατολική λιβυκή πλευρά ως εξέλιξη ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε στη Μαρία Ζαχαράκη, η απόφαση αποτελεί «σημαντικό πλήγμα» για την ελληνική αμφισβήτηση της συμφωνίας, καθώς, κατά την τουρκική ερμηνεία, ενισχύει τη θέση περί θαλάσσιας γειτνίασης Τουρκίας και Λιβύης.

Ο Γιαϊτζί επιμένει ότι η Κρήτη, η Κάσος, η Κάρπαθος, η Ρόδος και το Καστελλόριζο δεν μπορούν να ακυρώσουν τις αξιώσεις που προβάλλει η Άγκυρα με βάση τις ηπειρωτικές ακτές της.

Πρόκειται για την τουρκική επιχειρηματολογία που αμφισβητεί την επήρεια των ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και βρίσκεται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης με την Αθήνα.

Πιο συγκρατημένος εμφανίζεται ο Ουγούρ Εκιντζί, ερευνητής του φιλοκυβερνητικού ινστιτούτου SETA.

Ο Τούρκος αναλυτής εκτιμά ότι η απόφαση της λιβυκής Βουλής δεν μεταβάλλει τη στρατηγική της Άγκυρας, προσφέρει όμως πρόσθετη πολιτική υποστήριξη στη θέση ότι τα νησιά δεν αποκτούν αυτομάτως πλήρη επήρεια κατά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η εξέλιξη δεν επιλύει τις διαφορές στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα, ενδέχεται να προκαλέσει νέες αντιπαραθέσεις, με εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνών επιχειρηματικών ομίλων.

Τούρκος πρώην διπλωμάτης: «Το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα για την Τουρκία»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτηση του Αϊντίν Σεζέρ, πρώην στελέχους του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και επικριτή του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Ο Σεζέρ αντιμετωπίζει την εξέλιξη με έντονο προβληματισμό, προειδοποιώντας ότι η επικύρωση του μνημονίου μπορεί να οδηγήσει σε διεθνή δικαστική αντιπαράθεση με την Ελλάδα και ενδεχομένως την Αίγυπτο.

«Από την πλευρά της Τουρκίας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα», δηλώνει.

Η ανησυχία του αφορά το ενδεχόμενο μιας δυσμενούς δικαστικής απόφασης, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρό προηγούμενο εις βάρος των τουρκικών θέσεων για την επήρεια των νησιών.

Ο ίδιος αποφεύγει να ολοκληρώσει δημόσια την εκτίμησή του για τις πιθανές συνέπειες, αναφέροντας ότι δεν έχει το θάρρος να περιγράψει τι θα μπορούσε να σημαίνει ένα αρνητικό αποτέλεσμα για την επιχειρηματολογία της Άγκυρας.

Επισημαίνει, πάντως, ότι η επικύρωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως πρακτικές επιπτώσεις για την Ελλάδα, κάνοντας αναφορά και στην παρουσία αμερικανικών εταιρειών στον τομέα των ενεργειακών ερευνών.

Κουνεράλπ: Κίνδυνος νέας κρίσης όπως το 2020

Ανάλογο προβληματισμό εκφράζει ο Σελίμ Κουνεράλπ, πρώην Τούρκος διπλωμάτης, ο οποίος θεωρεί ότι η προσέγγιση της πλευράς Χαφτάρ με την Άγκυρα μπορεί τελικά να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει.

Στο επίκεντρο της ανησυχίας του βρίσκεται η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και η πιθανότητα νέας κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Κουνεράλπ παραπέμπει στα γεγονότα του 2020, όταν η παρουσία του τουρκικού ερευνητικού σκάφους «Ορούτς Ρέις» προκάλεσε σοβαρή ένταση με την Ελλάδα.

Εκτιμά ότι, εάν επιχειρηθεί η πρακτική εφαρμογή των τουρκικών διεκδικήσεων, ενδέχεται να ακολουθήσει νέος κύκλος αντιπαράθεσης, που θα μπορούσε να οδηγήσει και πάλι στην απόσυρση πλοίων από τις επίμαχες περιοχές.

Δεν αποκλείει, επίσης, την επαναφορά του ζητήματος σε διεθνές διπλωματικό και δικαστικό επίπεδο, με ενδεχόμενη συζήτηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και πρόταση παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο.

Κατά την εκτίμησή του, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μακροχρόνια στασιμότητα.

Η ουσία της προειδοποίησής του είναι ότι η πολιτική αξιοποίηση του τουρκολιβυκού μνημονίου μπορεί να μετατραπεί σε διπλωματικό και νομικό κόστος για την ίδια την Τουρκία.

Το GSI στο επίκεντρο: Απαιτήσεις συνεννόησης με την Άγκυρα

Η δεύτερη παράμετρος της αντιπαράθεσης αφορά την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.

Το έργο του Great Sea Interconnector αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική διάσταση, καθώς η Άγκυρα υποστηρίζει ότι τμήματα της σχεδιαζόμενης διαδρομής του βρίσκονται σε περιοχές που η ίδια θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα.

Ο Τζιχάτ Γιαϊτζί συνδέει ευθέως την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου με το μέλλον του έργου.

«Όχι, δεν είναι καθόλου σωστό να λέμε ότι η απόφαση αυτή της Λιβύης δεν θα επηρεάσει το έργο του καλωδίου», υποστηρίζει.

Μάλιστα, επεκτείνει την τουρκική επιχειρηματολογία, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον η όδευση του καλωδίου περνά από περιοχές που το μνημόνιο αποδίδει στη λιβυκή υφαλοκρηπίδα, θα πρέπει να υπάρξει σχετική συνεννόηση με τη Λιβύη.

Η θέση αυτή επιχειρεί να συνδέσει δύο διαφορετικά ζητήματα: τη θαλάσσια οριοθέτηση Τουρκίας–Λιβύης και την υλοποίηση ενός ενεργειακού έργου μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η τουρκική πλευρά δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση των ελληνικών θέσεων, αλλά εγείρει αξιώσεις συμμετοχής στη διαδικασία υλοποίησης του έργου.

Θα υπάρξει στρατιωτική αντίδραση;

Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι τι θα πράξει η Τουρκία εάν η Ελλάδα προχωρήσει στις απαιτούμενες δραστηριότητες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Άγκυρα.

Ο Οζάι Σεντίρ, διευθυντής σύνταξης της τουρκικής εφημερίδας «Μιλιέτ», αποφεύγει να προσδιορίσει τη μορφή μιας ενδεχόμενης αντίδρασης.

Αρκείται στη διαπίστωση ότι η τουρκική στάση είναι ήδη ξεκάθαρη, χωρίς να αποκλείει ή να προαναγγέλλει στρατιωτική κινητοποίηση.

Πιο σαφής είναι ο Ναμίκ Ταν, πρώην πρεσβευτής της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον και στο Τελ Αβίβ και στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Παρότι διαφωνεί με την κυβέρνηση Ερντογάν σε σειρά ζητημάτων, υιοθετεί την τουρκική απαίτηση προηγούμενης συνεννόησης για δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί η Άγκυρα.

Ο Ταν θεωρεί αναπόφευκτη μια τουρκική αντίδραση εάν η Αθήνα προχωρήσει χωρίς την έγκριση που αξιώνει η Τουρκία.

Δεν διευκρινίζει, ωστόσο, εάν αυτή θα έχει διπλωματικό ή στρατιωτικό χαρακτήρα.

Η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η τουρκική αμφισβήτηση των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων δεν περιορίζεται στο κυβερνών κόμμα του Ερντογάν.

Τι περιμένουν οι Τούρκοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες

Στο δημοσίευμα καταγράφεται επίσης η εκτίμηση ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να παρέμβει αποφασιστικά υπέρ της Αθήνας σε περίπτωση νέας κρίσης.

Ο Ουγούρ Εκιντζί θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιδιώξουν διπλωματική διαχείριση μιας ενδεχόμενης έντασης.

Ο Ναμίκ Ταν εκτιμά ότι η αμερικανική πλευρά θα διατηρήσει την παραδοσιακή της στάση, αποφεύγοντας την άμεση εμπλοκή σε διμερείς διαφορές Ελλάδας και Τουρκίας, ακόμη και όταν αυτές συνδέονται με το GSI.

Πρόκειται για εκτιμήσεις των Τούρκων συνομιλητών και όχι για επιβεβαιωμένη δέσμευση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο μέρος του τουρκικού διπλωματικού και αναλυτικού περιβάλλοντος αντιλαμβάνεται τον πιθανό ρόλο των ΗΠΑ.

Η Άγκυρα εγκλωβίζεται στις δικές της απαιτήσεις

Μια ακόμη παράμετρος προκύπτει από τις δημόσιες τοποθετήσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν.

Όπως υπενθυμίζεται στο δημοσίευμα, ο Φιντάν έχει θέσει ζήτημα προηγούμενης γραπτής γνωστοποίησης των ελληνικών δραστηριοτήτων.

Με αυτόν τον τρόπο, η Άγκυρα έχει διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο απαιτήσεων, το οποίο δυσκολεύεται πλέον να εγκαταλείψει χωρίς πολιτικό κόστος.

Η τουρκική πλευρά βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα δίλημμα που απορρέει από τη δική της στρατηγική.

Εάν επιμείνει στην πρακτική εφαρμογή των αξιώσεών της, κινδυνεύει να προκαλέσει νέα κρίση με την Ελλάδα και να επιβαρύνει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εάν, αντιθέτως, υποχωρήσει από τις δημόσια διατυπωμένες απαιτήσεις της, θα πρέπει να διαχειριστεί τις εσωτερικές πολιτικές συνέπειες.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι αυτός ο προβληματισμός δεν περιορίζεται στους επικριτές της κυβέρνησης Ερντογάν, αλλά αναγνωρίζεται, με διαφορετικές διατυπώσεις, από συνομιλητές που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία του τουρκικού πολιτικού και διπλωματικού φάσματος.

Η επόμενη φάση της αντιπαράθεσης θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τις κινήσεις που θα επιχειρηθούν στη θάλασσα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Τουρκία θα επιχειρήσει να μετατρέψει τις διεκδικήσεις της σε τετελεσμένα και ποιο κόστος είναι διατεθειμένη να αναλάβει για να το πετύχει.

Back to top button