Οι ναυτικές δυνάμεις των χωρών του ΝΑΤΟ συγκεντρώνουν μια ασυνήθιστα μεγάλη ισχύ, όχι μόνο ή όχι τόσο σε παρατακτικούς αριθμούς όσο στο ότι μεταξύ τους βρίσκονται οι πλέον τεχνολογικά προηγμένες χώρες στη ναυτική τεχνολογία. Το τελεταίο διάστημα, με τα διδάγματα των συγκρούσεων στη Μαύρη Θάλασσα και στον Περσικό, όλο και περισσότερες χώρες επενδύουν σε ναυτικά συστήματα Μη Επανδρωμένης Επιτήρησης και Ναυτικής Κρούσης, με ρυθμό μάλιστα που πολλοί τείνουν να προεξοφλήσουν την εποχή του Ρομποτικού Ναυτικού.
Με τον τίτλο αυτό, τον “Οργανισμό Ρομποτικού Βορειοατλαντικού Συμφώνου”, ο αναπληρωτής καθηγητής διεθνούς ασφάλειας του πανεπιστημίου του Έσσεξ και επιστημονικός συνεργάτης στο κολλέγιο Αμύνης του ΝΑΤΟ (NDC), David Blagden παραδίδει μια ανάλυση των τάσεων κατακρίνοντας την υπερβολική εξάρτηση στο νέο μέσο που αποκαλείται Μη Επανδρωμένα Θαλάσσια Συστήματα.
USV και UUV: Επανάσταση στη ναυτική ισχύ ή συμπλήρωμα του ανθρώπινου παράγοντα;
Η είσοδος των μη επανδρωμένων συστημάτων στη ναυτική ισχύ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας (USV) και μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα (UUV) προσφέρουν τη δυνατότητα ανάπτυξης αισθητήρων, επιτήρησης και οπλικών δυνατοτήτων χωρίς την άμεση έκθεση ανθρώπινου προσωπικού. Για τα κράτη του ΝΑΤΟ, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί την προοπτική ενίσχυσης της παρουσίας στη θάλασσα και ανάληψης αποστολών που μέχρι σήμερα απαιτούσαν επανδρωμένες πλατφόρμες.
Ωστόσο, η τεχνολογική πρόοδος δεν σημαίνει αυτομάτως και ανατροπή των βασικών αρχών της ναυτικής ισχύος. Τα μη επανδρωμένα συστήματα δεν αποτελούν μια «μαγική λύση» ικανή να αντικαταστήσει τα επανδρωμένα πλοία και υποβρύχια. Αντίθετα, η αποτελεσματική αξιοποίησή τους προϋποθέτει την αναγνώριση συγκεκριμένων επιχειρησιακών και στρατηγικών περιορισμών.
Το ζήτημα της αποτροπής
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα προβλήματα αφορά την ίδια τη λειτουργία της αποτροπής. Η απώλεια ενός μη επανδρωμένου συστήματος δεν συνεπάγεται απώλεια ανθρώπινων ζωών. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα επιχειρησιακό πλεονέκτημα, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να δημιουργήσει ένα διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον.
Η καταστροφή ενός USV ή UUV ενδέχεται να θεωρείται από έναν αντίπαλο ως ενέργεια χαμηλότερου πολιτικού κόστους σε σύγκριση με μια επίθεση εναντίον επανδρωμένου πολεμικού πλοίου. Ειδικά σε συνθήκες ανταγωνισμού κάτω από το κατώφλι της ανοικτής σύγκρουσης, η απουσία ανθρώπινων απωλειών μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται το ρίσκο μιας επιθετικής ενέργειας.
Έτσι, το πλεονέκτημα της μη έκθεσης πληρωμάτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ισχυρότερη αποτροπή. Η τεχνολογία μπορεί να περιορίζει το ανθρώπινο κόστος, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να μεταβάλλει τους υπολογισμούς του αντιπάλου.
Εκεί όπου ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπερέχει
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η προσαρμοστικότητα. Ένα σύγχρονο πολεμικό πλοίο δεν αποτελεί απλώς πλατφόρμα μεταφοράς αισθητήρων και όπλων. Το πλήρωμα μπορεί να αξιολογήσει μία απρόβλεπτη κατάσταση, να τροποποιήσει την αποστολή, να αναλάβει επιχειρήσεις διάσωσης, να πραγματοποιήσει επιθεωρήσεις ή νηοψίες και να διαχειριστεί καταστάσεις στις οποίες απαιτούνται κρίση, εμπειρία και ανθρώπινη αλληλεπίδραση.
Αυτή η διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι ναυτικές επιχειρήσεις δεν περιορίζονται στην κλασική σύγκρουση μεταξύ πολεμικών μονάδων. Οι αποστολές μπορεί να μεταβάλλονται ταχύτατα και να απαιτούν αποφάσεις που δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν ή να προγραμματιστούν εκ των προτέρων.
Η συζήτηση γύρω από τα μη επανδρωμένα συστήματα συχνά επικεντρώνεται στο κόστος απόκτησης και στη δυνατότητα αποφυγής απωλειών προσωπικού. Υπάρχει όμως μία λιγότερο ορατή παράμετρος: η υποστήριξη.
Το θαλάσσιο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα απαιτητικό για οποιοδήποτε τεχνολογικό σύστημα. Διάβρωση, μηχανικές καταπονήσεις και ανάγκη συνεχούς λειτουργίας σημαίνουν ότι ακόμη και ένα προηγμένο μη επανδρωμένο μέσο χρειάζεται συντήρηση, επισκευές, ανεφοδιασμό και τεχνική υποστήριξη.
Κατά συνέπεια, το πραγματικό επιχειρησιακό κόστος ενός στόλου USV και UUV δεν περιορίζεται στην αγορά των ίδιων των πλατφορμών. Απαιτείται ένα ευρύτερο οικοσύστημα υποστήριξης, με ανθρώπινο δυναμικό και κατάλληλες υποδομές. Το στοιχείο αυτό μπορεί να περιορίσει μέρος του θεωρητικού πλεονεκτήματος που προσφέρει η απουσία πληρώματος.
Το δίλημμα της επικοινωνίας και του ελέγχου
Ίσως το πιο σύνθετο τεχνολογικό ζήτημα αφορά τη διοίκηση και τον έλεγχο. Τα τηλεχειριζόμενα μη επανδρωμένα συστήματα εξαρτώνται από αξιόπιστες επικοινωνίες με τους χειριστές τους. Σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον υψηλής έντασης, όμως, οι επικοινωνίες μπορεί να αποτελέσουν στόχο παρεμβολών, κυβερνοεπιθέσεων, παραπλάνησης ή υποκλοπής.
Η αυξημένη αυτονομία περιορίζει την εξάρτηση από τις επικοινωνίες και μπορεί να επιτρέψει σε ένα σύστημα να συνεχίσει την αποστολή του ακόμη και όταν η σύνδεση με το κέντρο διοίκησης διακοπεί. Δημιουργεί όμως ένα διαφορετικό πρόβλημα: πόση αυτονομία μπορεί να δοθεί σε ένα μη επανδρωμένο σύστημα όταν οι αποφάσεις του ενδέχεται να έχουν επιχειρησιακές ή στρατηγικές συνέπειες;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά διλήμματα της επόμενης γενιάς ναυτικών συστημάτων. Η τεχνολογία μπορεί να αυξήσει την αυτονομία, αλλά η ανάγκη για ανθρώπινο έλεγχο δεν εξαφανίζεται.
Συμπλήρωμα και όχι αντικατάσταση
Η συνολική εικόνα οδηγεί σε ένα περισσότερο σύνθετο μοντέλο ναυτικής ισχύος. Τα USV και UUV μπορούν να επεκτείνουν την επιτήρηση, να αυξήσουν την παρουσία σε μεγάλες θαλάσσιες περιοχές και να αναλάβουν αποστολές όπου η έκθεση ανθρώπινων πληρωμάτων θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Δεν μπορούν όμως, από μόνα τους, να αναλάβουν όλο το φάσμα των αποστολών που απαιτεί μια σύγχρονη ναυτική δύναμη.
Η βασική πρόκληση για το ΝΑΤΟ δεν είναι επομένως η επιλογή μεταξύ επανδρωμένων και μη επανδρωμένων συστημάτων. Είναι η δημιουργία μιας αποτελεσματικής σχέσης μεταξύ τους. Τα επανδρωμένα πλοία και υποβρύχια παρέχουν την ευελιξία, την ανθρώπινη κρίση και την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα που απαιτούν σύνθετες αποστολές, ενώ τα μη επανδρωμένα συστήματα μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ισχύος.

Το μέλλον της ναυτικής ισχύος δεν φαίνεται να ανήκει αποκλειστικά ούτε στον άνθρωπο ούτε στη μηχανή. Αντίθετα, διαμορφώνεται ένα υβριδικό μοντέλο, στο οποίο τα μη επανδρωμένα μέσα θα προσφέρουν περισσότερα «μάτια», μεγαλύτερη εμβέλεια και νέες επιχειρησιακές επιλογές, ενώ τα επανδρωμένα πλοία και υποβρύχια θα εξακολουθούν να αποτελούν τον πυρήνα της ναυτικής παρουσίας.
Η τεχνολογία, επομένως, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι ναυτικές επιχειρήσεις. Δεν καταργεί όμως την ανάγκη για ανθρώπους, κρίση και επανδρωμένες πλατφόρμες. Σαν κατάληξη της ενδιαφέρουσας ανάλυσης του καθηγητή κ. Blagden θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μια ανάλογη διαπίστωση που έγινε σε ημερίδα ηλεκτρονικού εμπορίου πριν αρκετά χρόνια: ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μηχανές αλλά στην ουσία δεν τίθεται θέμα ανταγωνισμού αλλά αλληλοσυμπλήρωσης. Οι μηχανές προσφέρουν ταχύτητα και ακρίβεια, γίνονται «έξυπνες» αλλά τους λείπει η σοφία που διαθέτει η ανθρώπινη φύση. Η σοφία αυτή, να αναλύει και να προβλέπει τις εξελίξεις θα συνεχίσει να διαπρέπει και να ανοίγει νέες προοπτικές για την πρόοδο στο παρόν και στο μέλλον.
navaldefence.gr