breaking newsΕλλάδα

΄΄Η αποτροπή απαιτεί προετοιμασία! Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ προσαρμόζουν την στρατηγική τους απέναντι στον κίνδυνο της Τουρκίας΄΄

Γράφει ο Σάι Γκαλ, reporter.gr

Η παρουσία ελληνικών F-16 και μιας ελληνικής φρεγάτας στην Κύπρο, οι επιχειρήσεις ελληνικών αεροσκαφών από την Κύπρο στο πλαίσιο διμερών αμυντικών συμφωνιών και η μετάβαση του Αρχηγού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Κύπρο, μετά τις επαφές του στο Ισραήλ, δεν αποτελούν από μόνες τους ένδειξη ότι επίκειται πόλεμος.

Αποτελούν, όμως, ένδειξη ότι η Αθήνα λαμβάνει σοβαρά υπόψη ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρόσφατα μπορούσε ευκολότερα να αντιμετωπίζεται ως θεωρητικό.

Η κατάσταση στην περιοχή είναι σήμερα πιο τεταμένη από ό,τι ήταν πριν από έναν χρόνο. Και σε μια τέτοια συγκυρία, ένα σοβαρό επεισόδιο δεν είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει περιορισμένο. Ο κίνδυνος να εξελιχθεί σε ευρύτερη στρατιωτική κρίση είναι μεγαλύτερος.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η τουρκική στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα της βόρειας Κύπρου.

Η Τουρκία διατηρεί εδώ και 52 χρόνια σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις και υποδομές στο βόρειο τμήμα του νησιού. Η παρουσία αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά δεδομένα της κυπριακής ασφάλειας και ταυτόχρονα έναν παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί σε οποιονδήποτε μελλοντικό σχεδιασμό.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συνέβαινε εάν, σε μια δραματική αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών, η Άγκυρα αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει αυτή τη στρατιωτική παρουσία εναντίον του Ισραήλ, της Κυπριακής Δημοκρατίας ή της Ελλάδας.

Μια ενδεχόμενη ισραηλινοτουρκική αντιπαράθεση δεν θα εξελισσόταν σε γεωπολιτικό κενό. Η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά δίπλα στο θέατρο των επιχειρήσεων, έχει στενούς αμυντικούς δεσμούς με το Ισραήλ και, ταυτόχρονα, αποτελεί τον άλλο βασικό πόλο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Επομένως, από ελληνικής πλευράς, η κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπόθεση που αφορά αποκλειστικά την Άγκυρα και την Ιερουσαλήμ. Μια σοβαρή τουρκική στρατιωτική κίνηση στην περιοχή θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την ελληνική ασφάλεια.

Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να αποσαφηνιστεί ένας μύθος που επανέρχεται κάθε φορά που Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονται σε ένταση. Η ιδιότητα και των δύο χωρών ως μελών του ΝΑΤΟ δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε τουρκική στρατιωτική ενέργεια θα απολαμβάνει αυτόματα την προστασία της Συμμαχίας.

Το Άρθρο 4 προβλέπει διαβουλεύσεις μεταξύ των συμμάχων όταν ένα κράτος θεωρεί ότι απειλείται. Δεν συνεπάγεται αυτόματη στρατιωτική επέμβαση.

Το Άρθρο 5 είναι διαφορετικό. Αφορά την αρχή της συλλογικής άμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους. Ακόμη και τότε, όμως, δεν σημαίνει ότι όλα τα κράτη του ΝΑΤΟ εισέρχονται αυτομάτως σε πόλεμο. Η Συμμαχία λαμβάνει πολιτική απόφαση και κάθε χώρα καθορίζει τη μορφή της συνεισφοράς της.

Υπάρχει επίσης ένα κρίσιμο γεωγραφικό ζήτημα. Το Άρθρο 6 προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου συλλογικής άμυνας. Με απλά λόγια, η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία, στα κατεχόμενα της Κύπρου ή στη Σομαλία δεν μετατρέπει τις συγκεκριμένες περιοχές σε εδάφη του ΝΑΤΟ.

Το ίδιο ισχύει και για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Δεν δημιουργεί από μόνο του κάποιο δικαίωμα της Τουρκίας να επικαλεστεί τη συλλογική άμυνα της Συμμαχίας.

Για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν υπάρχει ένας αυτόματος μηχανισμός που θα υποχρέωνε την Αθήνα να συμμετάσχει σε έναν περιφερειακό πόλεμο που θα είχε προκαλέσει η Τουρκία.

Για την Κύπρο υπάρχει επίσης ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο, το Άρθρο 42(7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ολόκληρη η Κύπρος θεωρείται, από πλευράς ευρωπαϊκού δικαίου, έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις περιοχές όπου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου έχει ανασταλεί.

Η ευρωπαϊκή ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής προβλέπει ότι, εάν ένα κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη οφείλουν να του προσφέρουν βοήθεια και συνδρομή, χρησιμοποιώντας τα μέσα που διαθέτουν.

Η υποχρέωση αυτή πηγάζει από τις ευρωπαϊκές συνθήκες και όχι από τη συμμετοχή μιας χώρας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

Εάν, επομένως, η Κυπριακή Δημοκρατία ή η Ελλάδα δεχόταν ένοπλη επίθεση στο έδαφός τους και ενεργοποιούσε τη συγκεκριμένη διάταξη, το ζήτημα θα αποκτούσε αυτομάτως ευρωπαϊκή διάσταση. Και αυτό αλλάζει σημαντικά το στρατηγικό περιβάλλον.

Μια κρίση στην Κύπρο δεν θα έμενε στην Κύπρο

Μια σοβαρή στρατιωτική σύγκρουση στην Κύπρο δεν θα ήταν απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στην ιστορία του Κυπριακού. Θα μπορούσε να μετατραπεί σε κρίση πολύ μεγαλύτερων διαστάσεων, στην οποία θα εμπλέκονταν άμεσα ή έμμεσα το Ισραήλ, η Ελλάδα, η Κυπριακή Δημοκρατία και, ανάλογα με τις εξελίξεις, ευρωπαϊκοί και νατοϊκοί θεσμοί.

Σε ένα υποθετικό σενάριο όπως αυτό που περιγράφεται ως «Poseidon’s Wrath», Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ θα μπορούσαν να βρεθούν σε διαφορετικούς βαθμούς στρατιωτικού συντονισμού.

Εάν, παράλληλα, η Τουρκία επέκτεινε τη στρατιωτική της δράση σε ελληνικό ή κυπριακό έδαφος, το ζήτημα θα αποκτούσε και ευρωπαϊκή διάσταση.

Τότε η Άγκυρα δεν θα αντιμετώπιζε απλώς μια διμερή αντιπαράθεση με την Αθήνα ή τη Λευκωσία. Θα αντιμετώπιζε ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό και νομικό περιβάλλον.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μετατρεπόταν αυτομάτως σε πολεμική συμμαχία. Σημαίνει ότι το κόστος μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης θα γινόταν πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο σύνθετο.

Σε ένα ακραίο σενάριο, το ζητούμενο δεν θα μπορούσε να είναι απλώς μία ακόμη κατάπαυση του πυρός, με την υπάρχουσα κατάσταση στην Κύπρο να παραμένει ουσιαστικά ανέγγιχτη.

Εάν η σύγκρουση έφτανε σε σημείο στρατιωτικής αναμέτρησης γύρω από την Κύπρο, θα ετίθετο αναπόφευκτα το ζήτημα της επόμενης ημέρας και ο τελικός στόχος θα έπρεπε να είναι η αποκατάσταση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ολόκληρο το νησί.

Αυτό, όμως, είναι πολύ διαφορετικό από τη διαχείριση μιας κρίσης. Η διαχείριση μιας κρίσης επιδιώκει να σταματήσει τις εχθροπραξίες.

Η αλλαγή του status quo επιδιώκει να αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα που δημιούργησε την κρίση. Το δεύτερο είναι απείρως πιο δύσκολο και επικίνδυνο.

Το Ισραήλ μπορεί να χτυπήσει την Τουρκία. Το ερώτημα είναι αν θα το κάνει.

Μια άμεση σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρή και για τις δύο πλευρές. Θα ήταν, όμως, λάθος να θεωρηθεί ότι το Ισραήλ στερείται της επιχειρησιακής δυνατότητας να αντιμετωπίσει στόχους σε μεγάλη απόσταση από την επικράτειά του.

Η πρόσφατη εμπειρία από τις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν έδειξε ότι το Ισραήλ μπορεί να διεξάγει παρατεταμένες επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας και να διατηρεί επιχειρησιακή συνέχεια ακόμη και υπό συνθήκες έντονης εχθρικής πίεσης.

Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν το Ισραήλ μπορεί να πλήξει τουρκικούς στόχους, αλλά αν θα αποφάσιζε να το κάνει. Και αυτό είναι πρωτίστως πολιτικό και νομικό ζήτημα.

Ποιος θα είχε ξεκινήσει τη σύγκρουση; Ποιο έδαφος θα είχε δεχθεί την επίθεση; Ποια θα ήταν η θέση της Ελλάδας και της Κύπρου; Πώς θα αντιδρούσε η Ουάσιγκτον; Πώς θα τοποθετούνταν το ΝΑΤΟ; Και μέχρι πού θα έφτανε η ευρωπαϊκή υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα καθόριζαν την πορεία μιας κρίσης πολύ περισσότερο από μια απλή σύγκριση αριθμών και οπλικών συστημάτων.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Ανατολική Μεσόγειος έχει εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία ένα σοβαρό επεισόδιο μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από ό,τι στο παρελθόν.

Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα αεροσκάφη διαθέτει η Τουρκία ή πόσες δυνατότητες έχει το Ισραήλ.

Είναι ποιος θα θεωρηθεί ότι δέχθηκε την επίθεση, σε ποιο έδαφος θα πραγματοποιηθεί, ποια νομική βάση θα ενεργοποιηθεί και ποιοι σύμμαχοι θα υποχρεωθούν ή θα επιλέξουν να εμπλακούν.

Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό παιχνίδι και η Κύπρος βρίσκεται στο κέντρο του και ως εκ τούτου η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί ότι μια ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ θα παραμείνει υποχρεωτικά μεταξύ των δύο χωρών.

Η ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου έχει δείξει ότι οι κρίσεις σπάνια εξελίσσονται ακριβώς όπως σχεδιάστηκαν. Γι’ αυτό η αποτροπή δεν αρχίζει όταν πέσει η πρώτη βόμβα.

Αρχίζει πολύ νωρίτερα — με την προετοιμασία, τις συμμαχίες, τη σαφήνεια των κόκκινων γραμμών και κυρίως με την πεποίθηση του αντιπάλου ότι το κόστος μιας επίθεσης θα είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε πιθανό όφελος.

Back to top button