Η ισραηλινή αεροπορική επίθεση στη βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ της βορειοδυτικής Συρίας, στις 18 Αυγούστου 2026, δεν αποτέλεσε ένα ακόμη πλήγμα εναντίον συριακής στρατιωτικής εγκατάστασης. Ήταν ένα σαφές μήνυμα προς την Τουρκία ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να αποδεχθεί την εγκατάσταση τουρκικών στρατιωτικών μέσων σε σημεία που θεωρεί κρίσιμα για την ασφάλεια και την ελευθερία δράσης της Πολεμικής του Αεροπορίας.
Οκτώ ισραηλινά πλήγματα έπληξαν τον διάδρομο και αποθηκευτικούς χώρους της βάσης, η οποία βρίσκεται περίπου 70 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα. Δεν αναφέρθηκαν ανθρώπινες απώλειες, όμως προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές στις εγκαταστάσεις που βρίσκονταν σε διαδικασία αποκατάστασης.
Το περιστατικό ανέδειξε με τον πλέον εκρηκτικό τρόπο τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και την Άγκυρα για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Συρίας. Οι δύο χώρες αποτελούν σημαντικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, με διαφορετική όμως θεσμική σχέση με την Ουάσινγκτον: η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ το Ισραήλ αποτελεί τον στενότερο στρατηγικό σύμμαχο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Η προειδοποίηση της Μοσάντ πριν από το χτύπημα
Τέσσερις ημέρες πριν από την επίθεση, στις 14 Αυγούστου, ο επικεφαλής της Μοσάντ, Ρόμαν Γκόφμαν, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών Ασάντ αλ-Σαϊμπάνι.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, στη συνομιλία τέθηκε το ζήτημα της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας και της επίσκεψης τουρκικής αντιπροσωπείας στην Αμπού αλ-Ντουχούρ. Η ισραηλινή πλευρά εκτίμησε ότι η επίσκεψη δεν περιοριζόταν στην τεχνική αξιολόγηση της βάσης, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει προοίμιο μόνιμης τουρκικής εγκατάστασης.
Η Ιερουσαλήμ εμφανίστηκε να φοβάται ότι στην Αμπού αλ-Ντουχούρ θα μπορούσαν να αναπτυχθούν τουρκικά ραντάρ, συστήματα αεράμυνας και οπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Μια τέτοια παρουσία θα περιόριζε την ισραηλινή ελευθερία επιχειρήσεων στη Συρία και ενδεχομένως τους διαδρόμους που χρησιμοποιούνται για την επιτήρηση ή την προσβολή στόχων συνδεόμενων με το Ιράν.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου υποστήριξε ότι είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα τη Δαμασκό και ότι η Συρία βρισκόταν στα πρόθυρα παραβίασης μιας άτυπης συμφωνίας για τη διατήρηση του στρατιωτικού καθεστώτος στην περιοχή.
Άγκυρα και Δαμασκός αρνήθηκαν ότι υπήρχε σχέδιο εγκατάστασης τουρκικών δυνάμεων στη βάση. Ο Αλ-Σαϊμπάνι υποστήριξε ότι οι εργασίες είχαν στόχο την επαναλειτουργία της εγκατάστασης από τη συριακή Αεροπορία και όχι τη μετατροπή της σε τουρκικό στρατιωτικό προγεφύρωμα.
Οργή από την Άγκυρα
Η Τουρκία χαρακτήρισε την επίθεση παράνομη και κατηγόρησε το Ισραήλ ότι παραβιάζει την κυριαρχία, την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να υιοθετήσει αυστηρότερη στάση απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απάντησε λίγες ημέρες αργότερα, δηλώνοντας ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τους περιφερειακούς συμμάχους της ούτε να επιτρέψει σε τρίτους να χαράξουν «κόκκινες γραμμές» στην εξωτερική πολιτική της.
«Κανένας παράγοντας, εκτός από το ίδιο το έθνος, δεν μπορεί να υπαγορεύσει την πορεία της Τουρκίας», ανέφερε ο Τούρκος πρόεδρος, χωρίς να κατονομάσει ευθέως το Ισραήλ ή τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η Ιερουσαλήμ απορρίπτει, πάντως, τις τουρκικές επικλήσεις περί συριακής κυριαρχίας, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα έχει πραγματοποιήσει επανειλημμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και διατηρεί δυνάμεις σε συριακό έδαφος, κυρίως στις κουρδικές περιοχές του βορρά.
Η μάχη για το κενό ισχύος μετά τον Άσαντ
Η πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ το 2024, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ και της ιρανικής παρουσίας, δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος. Τουρκία και Ισραήλ επιχειρούν πλέον να το καλύψουν, ακολουθώντας εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές.
Η Άγκυρα παρουσιάζει την παρουσία της ως προσπάθεια στήριξης της κυβέρνησης του Αχμέντ αλ-Σάρα, ανοικοδόμησης της χώρας και ανασυγκρότησης των συριακών Ενόπλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy, περισσότεροι από 20.000 Τούρκοι στρατιώτες βρίσκονται ήδη στη Συρία.
Για το Ισραήλ, όμως, η σταδιακή αντικατάσταση του ιρανικού αποτυπώματος από ένα τουρκικό δεν αποτελεί σταθεροποίηση. Συνιστά την εμφάνιση μιας νέας απειλής, δυνητικά ισχυρότερης, λόγω του μεγέθους των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, της γεωγραφικής εγγύτητας και της πολιτικής επιρροής της Άγκυρας στη νέα συριακή κυβέρνηση.
Ισραηλινοί αναλυτές προειδοποιούν για τη δημιουργία ενός «σουνιτικού δακτυλίου πυρός» γύρω από το Ισραήλ, ο οποίος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον παλαιότερο σιιτικό άξονα που είχε οικοδομήσει το Ιράν μέσω της Συρίας και της Χεζμπολάχ.
Η ισραηλινή δυσπιστία ενισχύεται από τη στήριξη του Ερντογάν στη Χαμάς και στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, αλλά και από την πεποίθηση ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συγκροτήσει μία σύγχρονη σφαίρα επιρροής στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στην Τουρκία να αναπτύξει στρατεύματα στα σύνορά μας», προειδοποίησε ο Γιαάκοβ Αμιντρόρ, πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Νετανιάχου.
Το δίλημμα του Τραμπ
Η ανοιχτή αντιπαράθεση δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν το άμεσο στρατιωτικό αποτύπωμά τους στη Μέση Ανατολή, χρειάζονται περιφερειακές δυνάμεις που θα μπορούν να διαχειριστούν την ασφάλεια χωρίς να οδηγηθούν μεταξύ τους σε πόλεμο.
Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, χαρακτήρισε το ισραηλινό πλήγμα «αχρείαστη κλιμάκωση» που δεν υπηρετεί την περιφερειακή σταθερότητα. Υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν είχε ενημερωθεί για την επιχείρηση και θα μπορούσε, βλέποντας ισραηλινά αεροσκάφη να κινούνται προς τον βορρά, να προετοιμάσει στρατιωτική απάντηση.
Σε μεταγενέστερες δηλώσεις του, άφησε ακόμη και το ενδεχόμενο το χτύπημα να αποσκοπούσε στο να «προκαλέσει τους Τούρκους». Το Ισραήλ απέρριψε την εκδοχή του, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η συριακή πλευρά είχαν ενημερωθεί.
Η στάση του Μπάρακ προκάλεσε έντονη δυσφορία στην Ιερουσαλήμ, καθώς εμφανίστηκε να υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό την τουρκική ανάγνωση των γεγονότων. Την ίδια ώρα, ο Τραμπ εξακολουθεί να επαινεί δημόσια τον Ερντογάν και να αναγνωρίζει το στρατιωτικό και πολιτικό βάρος της Τουρκίας.
Η υπογραφή της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν ενίσχυσε περαιτέρω το τουρκικό προφίλ. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.