Ένα παιδί που δεν είχε συμπληρώσει τα δύο του χρόνια πέθανε στην Ολλανδία έπειτα από ιατρική παρέμβαση με σκοπό τον τερματισμό της ζωής του. Η υπόθεση φέρνει στο προσκήνιο ένα οδυνηρό ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η εξουσία των ενηλίκων να αποφασίζουν για τη ζωή ενός παιδιού που δεν μπορεί να εκφράσει τη βούλησή του;
Η ολλανδική επιτροπή ελέγχου ανακοίνωσε στις 9 Σεπτεμβρίου ότι εξέτασε την πρώτη αναφορά τερματισμού ζωής παιδιού στην ηλικιακή κατηγορία από ένα έως κάτω των 12 ετών, την οποία είχε παραλάβει στα τέλη του 2025. Έκρινε ότι ο γιατρός ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια. Η διευκρίνιση έχει σημασία: πρόκειται για την πρώτη αναφορά στη συγκεκριμένη κατηγορία και όχι για την πρώτη περίπτωση σε όλες τις ηλικίες κάτω των 12 ετών, αφού υπάρχει χωριστό πλαίσιο για τα νεογνά.
Η θετική κρίση μιας επιτροπής, όμως, δεν εξαλείφει το ηθικό βάρος της απόφασης. Η προστασία της παιδικής ζωής απαιτεί τον αυστηρότερο έλεγχο, ιδιαίτερα όταν η απόφαση είναι αμετάκλητη και ο άνθρωπος τον οποίο αφορά δεν μπορεί να συμμετάσχει σε αυτήν.
Η βαριά κατάσταση του παιδιού
Το παιδί είχε γεννηθεί εξαιρετικά πρόωρα, στην 26η εβδομάδα κύησης, και αντιμετώπιζε σοβαρές παθήσεις: εγκεφαλική παράλυση, μεγάλη διαταραχή όρασης, δύσκολα αντιμετωπίσιμες επιληπτικές κρίσεις και αναπνευστικά προβλήματα.
Η περιγραφή αποτυπώνει μια τραγική κατάσταση για το ίδιο και την οικογένειά του. Ο πόνος των γονέων δεν προσφέρεται για εύκολες καταδίκες. Η κριτική αφορά πρωτίστως το πλαίσιο που επιτρέπει να επιλεγεί ο ενεργός τερματισμός της ζωής ως απάντηση σε αυτήν την κατάσταση.
Οι γιατροί που έβλεπαν ακόμη εναλλακτικές
Το πλέον κρίσιμο σημείο είναι η διαφορετική αρχική εκτίμηση ανεξάρτητων γιατρών. Όπως καταγράφει η επίσημη απόφαση της επιτροπής, εκείνοι θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε συνεχής αφόρητη οδύνη και πρότειναν παρηγορητικές επιλογές και διαφορετική φαρμακευτική αγωγή.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιώδης λεπτομέρεια που δεν πρέπει να παραλειφθεί: ο θεράπων δήλωσε ότι δοκίμασε τη φαρμακευτική σύσταση, αλλά την εγκατέλειψε λόγω επιδείνωσης από παρενέργειες. Άλλος ανεξάρτητος γιατρός συμφώνησε στη συνέχεια ότι δεν υπήρχε εύλογη εναλλακτική. Η επιτροπή αποδέχθηκε την τελική εκτίμηση. Η ίδια απόφαση αναφέρει επίσης ότι ο γιατρός αναζήτησε, χωρίς αποτέλεσμα, ειδικό πρωτόκολλο εκτέλεσης της διαδικασίας.
Επομένως, δεν τεκμηριώνεται ο απλουστευτικός ισχυρισμός ότι όλες οι αντίθετες εισηγήσεις αγνοήθηκαν. Παραμένει, όμως, το σοβαρό ερώτημα εάν οι εγγυήσεις είναι επαρκείς όταν υπάρχουν διαφορετικές ιατρικές εκτιμήσεις και το αποτέλεσμα μιας απόφασης δεν μπορεί ποτέ να ανατραπεί.
Η συναίνεση που δεν μπορούσε να υπάρξει
Στην υπόθεση αυτή δεν υπήρχε προσωπικό αίτημα ενός ασθενούς ικανού να κατανοήσει και να επιλέξει. Το παιδί δεν μπορούσε να συμμετάσχει στην απόφαση, όπως αναγνωρίζει η επιτροπή.
Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της αντίρρησης απέναντι στην ευθανασία μικρών παιδιών. Η συναίνεση των γονέων, όσο ειλικρινής και οδυνηρή κι αν είναι, δεν αποτελεί βούληση του ίδιου του παιδιού. Η ευθύνη προστασίας του μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στους ενηλίκους και στους θεσμούς.
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από την κινητικότητα, την όραση, τη δυνατότητα επικοινωνίας ή τη μελλοντική αυτονομία. Η σοβαρή αναπηρία δεν μειώνει την αξία μιας ζωής. Γι’ αυτό η αξιολόγηση του πόνου πρέπει να διακρίνεται απολύτως από οποιαδήποτε αξιολογική κρίση για το αν μια ζωή με βαριές αναπηρίες αξίζει να συνεχιστεί.
Τι προβλέπει το ολλανδικό πλαίσιο
Η ολλανδική κυβέρνηση περιγράφει τη διαδικασία ως εξαιρετική δυνατότητα για παιδιά με νόσο τελικού σταδίου, αφόρητη οδύνη χωρίς προοπτική βελτίωσης και χωρίς εύλογη εναλλακτική ανακούφισης, ακόμη και μέσω παρηγορητικής φροντίδας.
Η επιτροπή ελέγχει εκ των υστέρων την ιατρική επιμέλεια και διαβιβάζει τα ευρήματά της στην εισαγγελική αρχή, η οποία αξιολογεί τη συμμόρφωση με τον νόμο. Συνεπώς, η γνωμοδότηση της επιτροπής δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως δικαστική απόφαση.
Οι προϋποθέσεις αυτές εξηγούν το σκεπτικό της ρύθμισης. Δεν απαντούν οριστικά στην ηθική ένσταση απέναντι στον εκούσιο τερματισμό της ζωής ενός παιδιού χωρίς δική του συναίνεση.
Η απαίτηση για εξάντληση της ανακούφισης, ουσιαστική στήριξη της οικογένειας και ανεξάρτητο έλεγχο κάθε εναλλακτικής πρέπει να παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Ο στόχος της φροντίδας είναι να αντιμετωπίζει την οδύνη διαφυλάσσοντας την αξία του ανθρώπου που υποφέρει. Όταν πρόκειται για ένα παιδί που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, η ευθύνη αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.