breaking newsΕλλάδα

Ο κατευνασμός φέρνει πόλεμο! Το μάθημα του 1938 για την Τουρκία

Η πολιτική του κατευνασμού απέναντι στη ναζιστική Γερμανία, η Συμφωνία του Μονάχου το 1938 και οι παραλληλισμοί με τη σημερινή στάση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της νέας ανάλυσης του διδάκτορα Διεθνών Σχέσεων Σταύρου Καλεντερίδη. Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ο αναλυτής παρουσίασε τους παράγοντες που επέτρεψαν στον Χίτλερ να ενισχύσει τη γερμανική πολεμική μηχανή, ασκώντας παράλληλα δριμεία κριτική στη βρετανική και τη γαλλική πολιτική της εποχής, αλλά και στη στρατηγική που ακολουθεί η Αθήνα στα ελληνοτουρκικά.

Κεντρική θέση της παρέμβασής του είναι ότι η υποχωρητικότητα απέναντι σε αναθεωρητικές δυνάμεις δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην την ειρήνη, αλλά μπορεί να ενθαρρύνει νέες διεκδικήσεις. Ο ίδιος αντιπαραβάλλει τον κατευνασμό με την αξιόπιστη αποτροπή, υποστηρίζοντας ότι η στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί χωρίς πολιτική αποφασιστικότητα για τη χρησιμοποίησή της.

Η Συμφωνία του Μονάχου και η εγκατάλειψη της Τσεχοσλοβακίας

Αφετηρία της ανάλυσης αποτέλεσε η Συμφωνία του Μονάχου, στις 30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν και ο Γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Νταλαντιέ συναίνεσαν στην παραχώρηση της Σουδητίας στη ναζιστική Γερμανία, στο πλαίσιο συμφωνίας με τον Αδόλφο Χίτλερ και τον Μπενίτο Μουσολίνι.

Ο Καλεντερίδης χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή ιστορική αποτυχία της δυτικής διπλωματίας, επισημαίνοντας ότι η Τσεχοσλοβακία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει εδάφη χωρίς να έχει ουσιαστικό λόγο στην απόφαση.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη στάση της Γαλλίας, η οποία, παρά τις συμμαχικές της δεσμεύσεις έναντι της Πράγας, δεν προχώρησε σε στρατιωτική υποστήριξη.

Ο αναλυτής συνέδεσε το ιστορικό αυτό προηγούμενο με τη σημερινή ελληνογαλλική αμυντική συνεργασία. Υποστήριξε ότι οι διακρατικές συμφωνίες είναι χρήσιμες, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εθνική αμυντική ικανότητα και την αυτόνομη λήψη αποφάσεων.

Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας επέτρεψε στη Γερμανία να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων τα εργοστάσια Škoda, ενισχύοντας την πολεμική της παραγωγή.

Κατά την ερμηνεία του, αυτό αποδεικνύει πως μια εδαφική παραχώρηση ενδέχεται όχι μόνο να μη σταματήσει έναν επεκτατικό αντίπαλο, αλλά να αυξήσει και τις δυνατότητές του.

Οι παράγοντες που οδήγησαν στον κατευνασμό του Χίτλερ

Αντλώντας στοιχεία από το βιβλίο του «Η ώρα των λύκων: Ο κατευνασμός των Κεμάλ, Χίτλερ και Μουσολίνι», ο Καλεντερίδης ανέλυσε μια σειρά από πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς παράγοντες που, κατά την εκτίμησή του, διαμόρφωσαν τη στάση των δυτικών κυβερνήσεων.

Ξεχώρισε την τραυματική εμπειρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τον φόβο μιας νέας γενικευμένης σύρραξης. Οι τεράστιες ανθρώπινες απώλειες είχαν δημιουργήσει ισχυρή κοινωνική πίεση για την αποφυγή νέου πολέμου.

Στάθηκε επίσης στον ρόλο των οικονομικών συμφερόντων. Υποστήριξε ότι τμήματα των βρετανικών οικονομικών ελίτ αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τον επανεξοπλισμό, όχι μόνο λόγω του κόστους, αλλά και εξαιτίας της ενίσχυσης που θα μπορούσε να επιφέρει στην εργατική τάξη και στα συνδικάτα.

Στην ίδια λογική ενέταξε τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας, παρουσιάζοντάς τες ως μία ακόμη διάσταση της προσπάθειας συνεννόησης με το ναζιστικό καθεστώς.

Επιπλέον, αναφέρθηκε στην αδυναμία των Βρετανών και των Γάλλων ηγετών να εκτιμήσουν σωστά τους στόχους του Χίτλερ. Όπως εξήγησε, η πεποίθηση ότι οι γερμανικές διεκδικήσεις ήταν περιορισμένες αποδείχθηκε λανθασμένη.

Κατά τον ίδιο, οι δυτικές ηγεσίες υποτίμησαν τον ιδεολογικό χαρακτήρα του ναζιστικού επεκτατισμού και αντιμετώπισαν ορισμένες διακηρύξεις του καθεστώτος ως διαπραγματευτικές υπερβολές.

Η Βρετανία, οι Βερσαλλίες και ο γερμανικός επανεξοπλισμός

Μεγάλο μέρος της ανάλυσης αφιερώθηκε στη βρετανική στάση απέναντι στους περιορισμούς που είχε επιβάλει στη Γερμανία η Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Ο Καλεντερίδης αναφέρθηκε στην Αγγλογερμανική Ναυτική Συμφωνία της 18ης Ιουνίου 1935, υπογραμμίζοντας ότι επέτρεψε στη Γερμανία να αναπτύξει τις ναυτικές της δυνάμεις παρά το προηγούμενο καθεστώς περιορισμών.

Υποστήριξε ότι η βρετανική πολιτική συνέβαλε στην ενίσχυση ενός μελλοντικού αντιπάλου, ο οποίος στη συνέχεια χρησιμοποίησε τα υποβρύχιά του για να πλήξει τις συμμαχικές θαλάσσιες μεταφορές στον Ατλαντικό.

Εξίσου σημαντική, σύμφωνα με την ανάλυση, ήταν η υπερέκταση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το Λονδίνο είχε να διαχειριστεί ταυτόχρονα τα συμφέροντά του στην Ευρώπη και σε άλλες περιοχές του κόσμου, αντιμετωπίζοντας την προοπτική σύγκρουσης με τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία.

Στον αντίποδα, η Γαλλία χαρακτηρίστηκε από τον Καλεντερίδη ως κράτος με αμυντικό στρατηγικό προσανατολισμό, εσωτερική πολιτική αστάθεια και υπερβολική εξάρτηση από τις βρετανικές πρωτοβουλίες.

Ο φόβος της Luftwaffe και οι αποτυχίες των πληροφοριών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στον ρόλο των υπηρεσιών πληροφοριών και στην υπερεκτίμηση της γερμανικής αεροπορικής ισχύος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι συμμαχικές υπηρεσίες εκτιμούσαν ότι η Γερμανία διέθετε 1.963 ετοιμοπόλεμα μαχητικά αεροσκάφη, ενώ ο πραγματικός αριθμός, όπως υποστήριξε, ήταν 1.194.

Ο αναλυτής απέδωσε αυτή τη διαφορά στη γερμανική παραπλάνηση και στις αδυναμίες συλλογής και αξιολόγησης πληροφοριών.

Συνέδεσε το παράδειγμα με τη σημασία που έχουν σήμερα οι αξιόπιστες υπηρεσίες πληροφοριών, τονίζοντας ότι μια λανθασμένη εκτίμηση των δυνατοτήτων του αντιπάλου μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες στρατηγικές αποφάσεις.

Στους επιπλέον παράγοντες ενέταξε τον αμερικανικό απομονωτισμό, τη δυσπιστία απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και τον αντικομμουνισμό σημαντικού τμήματος των δυτικών πολιτικών και οικονομικών ελίτ.

Από το Μόναχο του 1938 στο Αιγαίο και την Κύπρο

Το ιστορικό σκέλος αποτέλεσε τη βάση για την κριτική του Καλεντερίδη απέναντι στη μεταπολιτευτική ελληνική εξωτερική πολιτική.

Ο αναλυτής υποστήριξε ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν υιοθετήσει μια λογική αποφυγής της αντιπαράθεσης με την Τουρκία, θεωρώντας ότι η αποκλιμάκωση και η διατήρηση χαμηλών τόνων μπορούν να περιορίσουν την ένταση.

Ωστόσο, κατά την εκτίμησή του, η συγκεκριμένη στρατηγική δεν έχει εμποδίσει την Άγκυρα να προβάλλει πρόσθετες διεκδικήσεις.

Αναφέρθηκε ειδικότερα στις τουρκικές τοποθετήσεις για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης και σε ισχυρισμούς περί τουρκικής παρουσίας στα Δωδεκάνησα. Συνέδεσε αυτές τις πρακτικές, ως προς τη χρήση εθνοτικών επιχειρημάτων, με τη ρητορική που αξιοποίησε η ναζιστική Γερμανία για τη Σουδητία.

Πρόκειται για έναν ιστορικό παραλληλισμό του ίδιου του αναλυτή, όχι για ταύτιση των δύο ιστορικών περιόδων ή των καθεστώτων.

«Δεν αρκεί να αγοράζεις όπλα – Πρέπει να υπάρχει αποφασιστικότητα»

Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής του, ο Καλεντερίδης επικεντρώθηκε στη διάκριση ανάμεσα στον κατευνασμό, την αποτροπή και τον καταναγκασμό.

Εξήγησε ότι η αποτροπή (deterrence) αποσκοπεί στο να εμποδίσει μια εχθρική ενέργεια, καθιστώντας το αναμενόμενο κόστος της μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος.

Αντίθετα, ο καταναγκασμός (compellence) επιδιώκει να υποχρεώσει έναν αντίπαλο να αναλάβει συγκεκριμένη δράση, υπό την απειλή συνεπειών.

Με αφορμή αυτή τη διάκριση, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν αρκεί να διαθέτει σύγχρονα εξοπλιστικά συστήματα. Χρειάζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, να έχει διαμορφώσει την πεποίθηση στους αντιπάλους της ότι είναι αποφασισμένη να προστατεύσει τα κυριαρχικά δικαιώματα και την εδαφική της ακεραιότητα.

Στο σημείο αυτό άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, επικαλούμενος τις εξελίξεις στην Κάσο και καταγγέλλοντας ότι ο τρόπος διαχείρισης των ελληνοτουρκικών εντάσεων υπονομεύει την αξιοπιστία της ελληνικής αποτροπής.

Διατύπωσε επίσης καταγγελίες για τον τρόπο πραγματοποίησης των εξοπλιστικών προμηθειών και την περιορισμένη ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Οι καταγγελίες αυτές αποτελούν προσωπικές θέσεις του αναλυτή και δεν συνοδεύτηκαν στο συγκεκριμένο βίντεο από ανεξάρτητη τεκμηρίωση.

Κριτική στη Μεταπολίτευση και αίτημα θεσμικής αλλαγής

Στην καταληκτική ενότητα, ο Καλεντερίδης διεύρυνε την κριτική του στο συνολικό πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης.

Υποστήριξε ότι η πολιτική του κατευνασμού δεν αποτελεί αποκλειστική επιλογή μιας κυβέρνησης, αλλά χαρακτηρίζει διαχρονικά τις ελληνικές ηγεσίες, με συνέπειες, όπως εκτιμά, στην Κύπρο και στο Αιγαίο.

Απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στην επιρροή ξένων δυνάμεων στη διαμόρφωση της ελληνικής πολιτικής και υποστήριξε την ανάγκη μετάβασης σε νέο συνταγματικό και πολιτειακό πλαίσιο με ενισχυμένη συμμετοχή των πολιτών.

Η παρέμβασή του ολοκληρώθηκε με την επισήμανση ότι το πραγματικό δίλημμα της εθνικής στρατηγικής δεν είναι, κατά την άποψή του, η επιλογή ανάμεσα στον πόλεμο και στην ειρήνη, αλλά η δημιουργία μιας αξιόπιστης αποτροπής ικανής να αποτρέψει τον πόλεμο.

Back to top button