Σκληρή προειδοποίηση για τη μεθοδική προώθηση της «Γαλάζιας Πατρίδας», την απουσία ελληνικής αποτροπής και τον κίνδυνο εμπλοκής της Ελλάδας και της Κύπρου σε μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση απηύθυνε ο Σάββας Καλεντερίδης, στη συνέντευξή του στην Άντζυ Σταθάτου για το Banking News.
Ο γεωστρατηγικός αναλυτής υποστήριξε ότι η Άγκυρα δεν ενεργεί αποσπασματικά, αλλά ακολουθεί ένα μακροχρόνιο εθνικό σχέδιο, το οποίο στηρίζει με συστηματική στρατιωτική ενίσχυση. Απέναντί της, όπως είπε, βρίσκεται μια Ελλάδα που εξακολουθεί να επενδύει στην πολιτική του κατευνασμού και των «ήρεμων νερών».
Η τουρκική στρατηγική και το παράδειγμα της Κύπρου
Με αφετηρία τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο, ο Σάββας Καλεντερίδης τοποθέτησε το ζήτημα στο ευρύτερο πλαίσιο της τουρκικής στρατηγικής.
Αναφέρθηκε σε παλαιότερη μαρτυρία του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ για την κρίση της Κύπρου το 1964, όταν η Τουρκία, παρά την πολιτική απόφαση για στρατιωτική επέμβαση, διαπίστωσε ότι δεν διέθετε τα αναγκαία αποβατικά μέσα. Η Άγκυρα εργάστηκε επί μία δεκαετία, κατασκεύασε όσα χρειαζόταν και το 1974 πραγματοποίησε την εισβολή και την κατοχή τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατά τον ίδιο, το ιστορικό αυτό παράδειγμα αποκαλύπτει τον διαχρονικό τρόπο λειτουργίας του τουρκικού κράτους: θέτει έναν στρατηγικό στόχο, καταγράφει τις ελλείψεις του, δημιουργεί τις αναγκαίες στρατιωτικές δυνατότητες και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να κινηθεί.
Σήμερα, όπως υποστήριξε, η Τουρκία γνωρίζει ότι η εφαρμογή της «Γαλάζιας Πατρίδας» απαιτεί ισχυρή ναυτική και αεροπορική δύναμη και γι’ αυτό προχωρά στην κατασκευή δεκάδων πολεμικών πλοίων.
Ο Σάββας Καλεντερίδης τόνισε ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» συγκεντρώνει και μετατρέπει σε επίσημο εθνικό δόγμα τις τουρκικές διεκδικήσεις προηγούμενων δεκαετιών. Κατά την εκτίμησή του, κόβει αυθαίρετα το Αιγαίο στη μέση και επιχειρεί να ιδιοποιηθεί μεγάλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου, σε βάρος των δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Άγκυρα, πρόσθεσε, δεν στηρίζεται στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά στην πεποίθηση ότι μπορεί να επιβάλει τις αξιώσεις της στο πεδίο διά της στρατιωτικής ισχύος.
«Το κόστος για την Τουρκία είναι μηδέν»
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η κριτική του στην ελληνική πολιτική έναντι της Τουρκίας. Υποστήριξε ότι η Αθήνα εξετάζει κάθε τουρκική κίνηση αποσπασματικά και τρέχει πίσω από τις εξελίξεις, αντί να οικοδομεί αποτροπή.
Για να εξηγήσει τη σημασία του κόστους, αναφέρθηκε στην απόπειρα της Τουρκίας να εγκαταστήσει μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ραντάρ, αντιαεροπορικά συστήματα και ειδικές δυνάμεις στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ της Συρίας. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το Ισραήλ προειδοποίησε τις εμπλεκόμενες πλευρές και, όταν η Άγκυρα δεν υποχώρησε, βομβάρδισε τη βάση.
«Η Τουρκία είναι ένα κράτος που κάθεται και μετρά κάθε βήμα που κάνει και ποιο θα είναι το κόστος», ήταν η ουσία της παρέμβασής του. Στη Συρία, είπε, η Άγκυρα διαπίστωσε ότι το κόστος μπορούσε να είναι ένα ισραηλινό πλήγμα. Στην περίπτωση όμως των θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο, εκτίμησε ότι το κόστος για την Τουρκία είναι μηδενικό, επειδή η έννοια της αποτροπής έχει δαιμονοποιηθεί στην Ελλάδα.
Με μια χαρακτηριστική φράση υποστήριξε ότι «η ασθένεια είναι ο κατευνασμός και τα θαλάσσια πάρκα είναι το σύμπτωμα».
Κατά την άποψή του, η πολιτική των «ήρεμων νερών» και η Διακήρυξη των Αθηνών έστειλαν λάθος μήνυμα τόσο στην Τουρκία όσο και στη διεθνή κοινότητα: ότι Αθήνα και Άγκυρα βρίσκονται σε περίοδο εξομάλυνσης και ότι οι τρίτες χώρες δεν χρειάζεται να ασχοληθούν με τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη πολιτική αποδυνάμωσε τη δυνατότητα της Ελλάδας να ζητήσει διεθνή στήριξη απέναντι στις παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου. Όταν η Αθήνα επί χρόνια εξυμνεί τον διάλογο και δεν καταγγέλλει εμπράκτως τις τουρκικές αξιώσεις, είπε, οι εταίροι της μπορούν να αναρωτηθούν γιατί καλούνται εκ των υστέρων να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα το οποίο η ίδια η Ελλάδα υποβάθμιζε.
Θαλάσσια πάρκα, ΑΟΖ και εθνική στρατηγική
Για το ελληνικό θαλάσσιο πάρκο ξεκαθάρισε ότι βρίσκεται εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, δηλαδή σε περιοχή εθνικής κυριαρχίας.
Χαιρέτισε την ένταξη νησίδων τις οποίες αμφισβητεί παρανόμως η Τουρκία, σημειώνοντας ότι θα μπορούσαν να έχουν συμπεριληφθεί ακόμη περισσότερες. Έθεσε, ωστόσο, το ερώτημα εάν η Αθήνα είχε προβλέψει την τουρκική αντίδραση και εάν είχε έτοιμο σχέδιο αντιμετώπισής της.
Προειδοποίησε έτσι ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση που περιγράφει η λαϊκή ρήση «πήγαμε για μαλλί και βγήκαμε κουρεμένοι».
Ο Σάββας Καλεντερίδης ζήτησε την εγκατάλειψη της λογικής «πάμε και όπου βγει» και τη διαμόρφωση συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής. Έθεσε ως αναγκαία βήματα την ανακήρυξη ελληνικής ΑΟΖ και την οριοθέτησή της με την Κυπριακή Δημοκρατία, υπενθυμίζοντας ότι η Λευκωσία πρώτα ανακήρυξε ΑΟΖ και στη συνέχεια προχώρησε σε συμφωνίες οριοθέτησης με γειτονικά κράτη.
Παράλληλα, επέκρινε την Ελλάδα επειδή, όπως είπε, δεν έχει καταγγείλει επαρκώς τη «Γαλάζια Πατρίδα» στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ. Τη χαρακτήρισε καταφανώς παράνομο και ιμπεριαλιστικό σχέδιο, επισημαίνοντας ότι ακόμη και η χρήση του όρου «πατρίδα» παραπέμπει σε αξίωση εθνικής κυριαρχίας και όχι απλώς σε διεκδίκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Κατά την εκτίμησή του, η απουσία ενιαίας εθνικής στρατηγικής δεν είναι τυχαία. Μια στρατηγική συμφωνημένη από τα περισσότερα πολιτικά κόμματα θα δέσμευε κάθε κυβέρνηση και θα περιόριζε τα περιθώρια υποχωρήσεων. Γι’ αυτό, υποστήριξε, το πολιτικό σύστημα αποφεύγει να χαράξει σταθερή γραμμή έναντι της Τουρκίας.
Ο κίνδυνος σύγκρουσης Ισραήλ–Τουρκίας
Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, ο Σάββας Καλεντερίδης ανέλυσε τον αυξανόμενο ανταγωνισμό Τουρκίας και Ισραήλ στη Συρία.
Κατά την ανάλυσή του, βασικός στρατηγικός στόχος του πολέμου στη Συρία ήταν η απομάκρυνση της ιρανικής επιρροής και ο περιορισμός της δυνατότητας της Τεχεράνης να ενισχύει τη Χεζμπολάχ μέσω του συριακού εδάφους. Η Τουρκία αποτέλεσε τη χώρα-βάση η οποία υποστήριξε τις δυνάμεις που πολέμησαν το καθεστώς Άσαντ.
Το Ισραήλ, όμως, βλέπει πλέον τον κίνδυνο η ιρανική απειλή να αντικατασταθεί στα βόρεια σύνορά του από μια ακόμη ισχυρότερη τουρκική παρουσία. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και διαθέτει μεγαλύτερη κρατική και στρατιωτική ισχύ. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, το Ισραήλ επιδιώκει να αντιμετωπίσει την τουρκική πίεση μέσα από τον άξονα Αθήνας–Λευκωσίας–Ιερουσαλήμ.
Ο γεωστρατηγικός αναλυτής αναφέρθηκε επίσης σε δημοσιεύματα και σενάρια περί ισραηλινού πλήγματος κατά τουρκικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στα κατεχόμενα, διευκρινίζοντας ότι δεν γνωρίζει εάν υφίσταται πράγματι σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο.
Επισήμανε, ωστόσο, ότι εάν το Ισραήλ χτυπούσε τουρκικούς στόχους στην κατεχόμενη Κύπρο χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με Αθήνα και Λευκωσία, θα προέκυπτε άμεσο ερώτημα για τη στάση της Εθνικής Φρουράς και, κατ’ επέκταση, της Ελλάδας.
«Κανένας δεν θέλει πόλεμο», τόνισε, προσθέτοντας όμως ότι η σοβαρή κρατική προετοιμασία επιβάλλει την κατάρτιση επιχειρησιακών σχεδίων ακόμη και για τα χειρότερα ενδεχόμενα.
Ιράν, Σούδα και Patriot στην Κάρπαθο
Αναφερόμενος στην αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών–Ιράν, προειδοποίησε ότι η συνέχιση του ναυτικού αποκλεισμού και η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων ενδέχεται να ωθήσουν την Τεχεράνη σε αλλαγή δόγματος και σε επιθετικές ενέργειες κατά αμερικανικών δυνάμεων ή βάσεων που χρησιμοποιούνται για επιχειρήσεις εναντίον της.
Μεταξύ των πιθανών στόχων κατονόμασε τη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου και τη Σούδα.
Υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να προετοιμάζεται για το χειρότερο σενάριο και να διαθέτει ικανότητα απόκρουσης μιας πιθανής πυραυλικής επίθεσης. Τάχθηκε παράλληλα υπέρ της παραμονής των Patriot στην Κάρπαθο, όχι μόνο για επιχειρησιακούς αλλά και για πολιτικούς και γεωπολιτικούς λόγους.
Όπως εξήγησε, η συμμετοχή του συστήματος σε νατοϊκή αποστολή από την Κάρπαθο αποδυναμώνει στην πράξη τον τουρκικό ισχυρισμό περί δήθεν αποστρατιωτικοποιημένου νησιού. Άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι μια μετακίνησή τους θα μπορούσε να συνδέεται με πιέσεις για την ικανοποίηση της Άγκυρας.
Για τους ελληνικούς S-300, ανέφερε ότι το σύστημα παραμένει ουσιαστικά ανενεργό λόγω πολιτικών πιέσεων, του εμπάργκο στη Ρωσία και των προβλημάτων υποστήριξης και εκσυγχρονισμού. Τόνισε, πάντως, ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να το παραχωρήσει στην Ουκρανία χωρίς έγγραφη συναίνεση της Ρωσίας, την οποία χαρακτήρισε πρακτικά αδύνατη.
Η υπόθεση Οτσαλάν και η «γεωπολιτική μυωπία»
Κλείνοντας, ο Σάββας Καλεντερίδης επέστρεψε στην υπόθεση της παράδοσης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν το 1999.
Απέρριψε τη λογική της προσωπικής θυματοποίησης και τόνισε ότι η ένστασή του ήταν εξαρχής πολιτική και γεωπολιτική. Όπως είπε, είχε προειδοποιήσει ότι η παράδοση του Κούρδου ηγέτη θα ενίσχυε την Τουρκία, με τις συνέπειες να είναι πλέον ορατές σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα.
Καταλόγισε στο πολιτικό σύστημα «γεωπολιτική μυωπία», δηλαδή αδυναμία να προβλέψει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των αποφάσεών του. Παράλληλα, κάλεσε τον πρώην υπουργό Αλέκο Παπαδόπουλο να μιλήσει δημόσια για όσα συνέβησαν τότε, υποστηρίζοντας ότι μια πλήρης αποκάλυψη θα υπηρετούσε το συμφέρον της χώρας.
Το κεντρικό μήνυμα της συνέντευξης ήταν σαφές: η Τουρκία διαθέτει σχέδιο, δημιουργεί τα μέσα για να το εφαρμόσει και μετρά κάθε φορά το κόστος των κινήσεών της.
Η Ελλάδα, κατά τον Σάββα Καλεντερίδη, δεν μπορεί να συνεχίσει να απαντά με διαβήματα, ευχολόγια και αποσπασματικές αντιδράσεις. Χρειάζεται εθνική στρατηγική, πραγματική αποτροπή και προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα, προτού οι εξελίξεις την αναγκάσουν να αντιδράσει υπό δυσμενέστερους όρους.