Έχουν περάσει μόλις εννέα μήνες από τη σύγκρουση δύο τρένων κοντά στην Κόρδοβα, η οποία είχε στοιχίσει τη ζωή σε 46 ανθρώπους. Τώρα, στην κεντρική Ισπανία, οι διασώστες έχουν ανασύρει 69 πτώματα από τα συντρίμμια των συρμών, τα οποία βρίσκονταν διάσπαρτα πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές και στην πλαγιά ενός αναχώματος. Παράλληλα, υπάρχουν αρκετοί τραυματίες που νοσηλεύονται σε σοβαρή κατάσταση και το ενδεχόμενο ο αριθμός των θυμάτων να αυξηθεί, είναι υπαρκτό.
Εθνική κρίση
Για τις οικογένειες των θυμάτων πρόκειται για μια ανείπωτη προσωπική τραγωδία. Ωστόσο, όπως γράφει το BBC σε ανάλυσή του, το δυστύχημα αυτό εξελίσσεται και σε εθνική κρίση, καθώς έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο ισπανικό σιδηροδρομικό δίκτυο, αλλά και στην κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ.
«Ανθρώπινο λάθος»
Η επίσημη έρευνα για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Τολέδο μόλις ξεκίνησε, ωστόσο η κυβέρνηση έσπευσε από την πρώτη στιγμή να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα.
Ήδη από τις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση, ο υπουργός Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε, άφησε να εννοηθεί ότι βασική αιτία ήταν το «ανθρώπινο λάθος», επιχειρώντας ουσιαστικά να απομακρύνει τις ευθύνες από την κυβέρνηση.
Την Παρασκευή εμφανίστηκε για δεύτερη φορά ενώπιον των δημοσιογράφων, παρουσιάζοντας όσα χαρακτήρισε «αντικειμενικά γεγονότα» σχετικά με το δυστύχημα και επιχειρώντας να απαντήσει στο κύμα επικρίσεων που δεχόταν η κυβέρνηση.
Το αντιπολιτευόμενο Λαϊκό Κόμμα (PP) είναι μεταξύ εκείνων που ζητούν την παραίτησή του, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια κίνηση που επιβάλλεται από ηθική και πολιτική ευθύνη.
Αφού εξέφρασε «βαθιά οδύνη και θλίψη» για τα θύματα, ο Πουέντε όχι μόνο δεν έριξε τους τόνους αλλά αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση.
Απέρριψε τους ισχυρισμούς περί χρόνιας υποχρηματοδότησης των σιδηροδρομικών υποδομών και επέμεινε ότι το σύστημα σηματοδότησης και ασφαλείας των ισπανικών τρένων υψηλής ταχύτητας, γνωστό ως LZB, δεν είναι ούτε παρωχημένο ούτε ανεπαρκές. Όπως σημείωσε, το ίδιο σύστημα χρησιμοποιείται και στη Γερμανία και την Αυστρία.
Ο ίδιος αποκάλυψε ότι το συγκεκριμένο σύστημα έχει παρουσιάσει βλάβη 170 φορές στην Ισπανία από την αρχή του έτους, ωστόσο χαρακτήρισε τον αριθμό αυτό «φυσιολογικό», υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται περίπου στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το «πρόβλημα της χειροκίνητης λειτουργίας»
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον υπουργό, αφορά όσα συμβαίνουν όταν το αυτοματοποιημένο σύστημα ασφαλείας παύει να λειτουργεί και ο έλεγχος της σιδηροδρομικής γραμμής περνά σε χειροκίνητη λειτουργία.
Καθοριστικής σημασίας ήταν το γεγονός ότι κάποια στιγμή ένας ελεγκτής έδωσε εντολή σε ακινητοποιημένο τρένο να ξεκινήσει ξανά. Του επέτρεψε μάλιστα να κινηθεί με ταχύτητα έως και 160 χιλιομέτρων την ώρα, παρότι ένας δεύτερος συρμός βρισκόταν ακινητοποιημένος μπροστά του, πάνω στην ίδια γραμμή.
Σύμφωνα με τον υπουργό, ο κίνδυνος της επικείμενης σύγκρουσης ήταν εμφανής τόσο στις ηχητικές επικοινωνίες όσο και στις μεγάλες οθόνες του κέντρου ελέγχου στη Μαδρίτη.
«Δεν είμαι δικαστής… Αλλά αυτά είναι τα γεγονότα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η δυσπιστία των πολιτών
Όταν ρωτήθηκε εάν προτίθεται να αναλάβει προσωπικά και πολιτικά την ευθύνη, υποβάλλοντας την παραίτησή του, ο υπουργός απάντησε ότι θεωρεί καθήκον του να παραμείνει στη θέση του.
«Θα αντιμετωπίσω την κατάσταση, θα δώσω εξηγήσεις και θα αποσαφηνίσω τι συνέβη. Θα εξετάσω πώς μπορούμε να βελτιώσουμε το σύστημα και να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη όσων θέλουν να ταξιδεύουν με τρένο και να αισθάνονται ήρεμοι και ασφαλείς», ανέφερε.
Ωστόσο, δεν θα είναι εύκολο να πειστούν οι Ισπανοί πολίτες, μετά από δύο πολύνεκρα δυστυχήματα μέσα σε εννέα μήνες
«Δεν πρόκειται μόνο για ένα εξαιρετικά σοβαρό δυστύχημα, αλλά για το δεύτερο μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα», επισημαίνει ο Πάκο Καμάς από την εταιρεία δημοσκοπήσεων Ipsos.
Η έρευνα για το δυστύχημα του Ιανουαρίου στην περιοχή Ανταμούζ, κοντά στην Κόρδοβα, παραμένει ανοιχτή. Οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο για ρωγμή στις σιδηροδρομικές ράγες, μια αιτία που διαφέρει σημαντικά από όσα εξετάζονται για το τελευταίο δυστύχημα.
Οι επιπτώσεις, ωστόσο, στην κοινή γνώμη είναι παρόμοιες.
«Καταστρέφεται η εμπιστοσύνη των πολιτών όχι μόνο στους σιδηροδρόμους, αλλά και στους θεσμούς γενικότερα. Και στην Ισπανία, όταν συμβαίνουν τέτοια πράγματα, γνωρίζουμε ότι οι πολίτες στρέφουν τις ευθύνες προς την κυβέρνηση», προειδοποιεί ο Καμάς.
Αλλεπάλληλες κρίσεις
Για την κυβέρνηση Sanchez, το νέο δυστύχημα αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο σε μια παρατεταμένη περίοδο κρίσεων.
Οι καταγγελίες για υποθέσεις διαφθοράς που αφορούν στενούς συγγενείς του πρωθυπουργού εξακολουθούν να απασχολούν την πολιτική ζωή της χώρας, αν και όλες έχουν διαψευστεί.
Το καλοκαίρι, μια ξαφνική αύξηση των μεταναστευτικών ροών από το Μαρόκο προς τη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη βόρεια Αφρική, έδωσε επίσης την ευκαιρία στους δεξιούς πολιτικούς αντιπάλους του Σάντσεθ να τον κατηγορήσουν για ανικανότητα και ανεπαρκή χρηματοδότηση των υπηρεσιών.
Λίγο καιρό αργότερα, το βίντεο με την ηλικιωμένη Μαρικάρμεν Αμπασκάλ να απομακρύνεται βίαια από το σπίτι της, οδήγησε χιλιάδες Ισπανούς στους δρόμους για μέρες, να διαμαρτύρονται για το στεγαστικό ζήτημα, που αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για ολόκληρη τη χώρα και κυρίως για τους νέους. Όπως άλλωστε συμβαίνει και σε πολλές ακόμα ευρωπαϊκές χώρας.
Καταρρέουν οι πιθανότητες επανεκλογής
Με αυτό το πολιτικό κλίμα, ο Πέδρο Σάντσεθ αναγκάστηκε να υποκύψει στις πιέσεις και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Ακόμη και πριν από το τελευταίο σιδηροδρομικό δυστύχημα, οι πιθανότητες του να επικρατήσει θεωρούνταν περιορισμένες. Μετά τη νέα τραγωδία, το σενάριο αυτό φαίνεται να καταρρέει.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα (PP) θα μπορούσε να αναδειχθεί πρώτο και να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας με το ακροδεξιό Vox.
«Σε σχεδόν 95% των προσομοιώσεων που έχουμε πραγματοποιήσει, τα δύο κόμματα εξασφαλίζουν αυτή την πλειοψηφία», εξηγεί ο καθηγητής Πάμπλο Σιμόν του Πανεπιστημίου Carlos III της Μαδρίτης.
Μέχρι πρόσφατα, ο Σάντσεθ επιχειρούσε να δώσει θετικό τόνο στην προεκλογική του εκστρατεία, προσπαθώντας να κινητοποιήσει τους αποστασιοποιημένους ψηφοφόρους και να τους πείσει να προσέλθουν στις κάλπες και να στηρίξουν τους Σοσιαλιστές.
Μετά το δυστύχημα, όμως, τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά.
«Έχουν χάσει εντελώς τον έλεγχο της ατζέντας και του συναισθηματικού κλίματος αυτής της προεκλογικής εκστρατείας. Από εδώ και πέρα τα πράγματα θα είναι εξαιρετικά δύσκολα. Υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση παρακμής, η αίσθηση μιας χώρας που δεν λειτουργεί σωστά. Μια κατάσταση απογοήτευσης», σημειώνει ο Σιμόν.
Η οργή και ο φόβος των πολιτών δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ καλός οιωνός για μια κυβέρνηση, πόσω μάλλον όταν αυτή βρισκόταν στα σχοινιά πολύ πριν ένα πολύνεκρο δυστύχημα.
ethnos.gr