Στο στόχαστρο της τουρκικής τηλεοπτικής ρητορικής βρέθηκαν για ακόμη μία φορά τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου, με σχολιαστές και ακαδημαϊκούς να επαναφέρουν τους ισχυρισμούς περί «στρατιωτικοποίησης», να αμφισβητούν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και να φθάνουν έως απειλές για πλήγματα κατά αμυντικών υποδομών.
Σε τηλεοπτική εκπομπή η δημοσιογράφος Μπουσρά Αρσλαντάς υποστήριξε ότι η Ελλάδα επιδιώκει να μετατρέψει τα νησιά σε «φρούρια», συνδέοντας τις ελληνικές αμυντικές επιλογές με συστήματα ισραηλινής προέλευσης.
Η ίδια αναφέρθηκε σε υπόγειες αμυντικές δομές και διερωτήθηκε εάν αυτές αποτελούν προετοιμασία απέναντι στην Τουρκία. Πρόκειται για ακόμη μία προσπάθεια παρουσίασης της ελληνικής αμυντικής θωράκισης ως επιθετικής ενέργειας, παρά το γεγονός ότι τα νησιά βρίσκονται απέναντι από τις τουρκικές ακτές και η Άγκυρα διατηρεί στην περιοχή ισχυρές αποβατικές και στρατιωτικές δυνάμεις.
Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Οσμανίγιε, Φατμά Γεσιλκούς, η οποία υποστήριξε ότι «ο βασικότερος λόγος είναι, αναμφίβολα, η Τουρκία». Η ίδια επανέφερε το πάγιο τουρκικό αίτημα περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών και επικαλέστηκε τις Συνθήκες της Λωζάνης και των Παρισίων.
Η Γεσιλκούς αναφέρθηκε ειδικότερα στο άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων, υποστηρίζοντας ότι δεν επιτρέπει τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού στα νησιά που καλύπτει η συγκεκριμένη συνθήκη. Ωστόσο, οι αναφορές αυτές αποτελούν μέρος της πάγιας τουρκικής επιχειρηματολογίας και δεν συνιστούν νέα νομική πραγματικότητα.
Παράλληλα, η ίδια ισχυρίστηκε ότι η Ελλάδα ακολουθεί «τον ίδιο δρόμο με το Ισραήλ» στην ενίσχυση της άμυνάς της, επιχειρώντας να συνδέσει την ελληνική αμυντική πολιτική με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Η ρητορική κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο σε τηλεοπτική συζήτηση με τίτλο «Η Ελλάδα θάβει όπλα στα νησιά – Η Τουρκία μπορεί να τα καταστρέψει».
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Γκαζιαντέπ, Αλί Φουάτ Γκιόκτσε, υποστήριξε ότι λόγω της μικρής απόστασης των νησιών από τις τουρκικές ακτές, η Άγκυρα δεν χρειάζεται καν να χρησιμοποιήσει πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς. Κατά τον ίδιο, τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οπλισμένα drones και άλλα οπλικά συστήματα θα μπορούσαν να πλήξουν ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
«Λέγεται ότι αυτά τα όπλα τους είναι θαμμένα κάτω από το έδαφος. Εμείς διαθέτουμε βόμβες, όπως η Gazap, καθώς και τις σειρές Hayalet 1 και Hayalet 2», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Παρότι ο Γκιόκτσε υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί πραγματική απειλή για την Τουρκία, κατηγόρησε την Αθήνα ότι επιχειρεί να περιορίσει την τουρκική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, επανέλαβε τους γνωστούς ισχυρισμούς περί νησιών που, κατά την τουρκική αντίληψη, «δεν ανήκουν» στην Ελλάδα.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση συνιστά ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του Αιγαίου και δείχνει ότι η τουρκική ρητορική δεν περιορίζεται στην αποστρατιωτικοποίηση, αλλά επεκτείνεται στην αμφισβήτηση του ίδιου του κυριαρχικού καθεστώτος.
Την ίδια ώρα, τα τουρκικά μέσα έδωσαν ιδιαίτερη προβολή σε πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, με τίτλο «Γενίτσαροι σε Σεράγεβο και Μόσταρ υπενθυμίζουν την οθωμανική κληρονομιά».
Σύμφωνα με το σχετικό τηλεοπτικό ρεπορτάζ, οι εκδηλώσεις περιελάμβαναν συναυλίες και εμφανίσεις ομάδων με ενδυμασίες της οθωμανικής περιόδου, ανάμεσα στις οποίες ξεχώριζαν εκείνες των γενιτσάρων. Η προβολή αυτή εντάσσεται στη διαρκή προσπάθεια της Άγκυρας να διατηρεί και να ενισχύει την ιστορική και πολιτιστική της επιρροή στα Βαλκάνια.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι διπλή: από τη μία πλευρά, υψηλοί τόνοι και απειλές απέναντι στην Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Από την άλλη, συστηματική ανάδειξη της οθωμανικής κληρονομιάς ως εργαλείου επιρροής σε περιοχές των Βαλκανίων.
Η Αθήνα παρακολουθεί στενά την τουρκική ρητορική, η οποία επανέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.