Μία συγκλονιστική μαρτυρία, η οποία φωτίζει μία από τις πλέον σκοτεινές και επώδυνες πτυχές της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, κατέθεσε ο αντιναύαρχος ε.α. Σπυρίδων –Σπύρος– Περβαινάς.
Πενήντα χρόνια μετά το έγκλημα του 1974, ο τότε ύπαρχος του υποβρυχίου «Νηρεύς» μίλησε για πρώτη φορά δημόσια και αναλυτικά για την αποστολή των δύο ελληνικών υποβρυχίων που κινήθηκαν προς την Κύπρο, με σκοπό να προσβάλουν τον τουρκικό αποβατικό στόλο, αλλά δεν έλαβαν ποτέ την τελική εντολή να πολεμήσουν.
Η ιστορική κατάθεσή του πραγματοποιήθηκε στην εκδήλωση με τίτλο «Πενήντα Χρόνια από την Εισβολή στην Κύπρο», την οποία διοργάνωσαν στις 18 Ιουλίου 2024 η Κίνηση Πολιτών «Συμμετέχω για την Εθνική Κυριαρχία και την Κύπρο» και η Εύξεινος Λέσχη Αθηνών. Η εκδήλωση είχε ως βασικούς άξονες την πορεία προς τον «Αττίλα», τον απολογισμό της κατοχής και τις προοπτικές του Κυπριακού.
«Πηγαινοερχόμασταν χωρίς να πάρουμε εντολή»
Ο Περβαινάς περιέγραψε με οργή και πικρία την επιχειρησιακή οδύσσεια των υποβρυχίων «Νηρεύς» και «Γλαύκος», τα οποία κινήθηκαν προς την Κύπρο χωρίς, τελικά, να τους επιτραπεί να πλήξουν τις τουρκικές δυνάμεις.
«Πηγαινοερχόμασταν στην Κύπρο το 1974 χωρίς να πάρουμε εντολή», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μία κατάσταση συνεχών μεταβολών, ανακλήσεων και στρατιωτικής αδράνειας την ώρα που ο τουρκικός αποβατικός στόλος κατευθυνόταν προς τις ακτές της Κερύνειας.
Την ίδια στιγμή, όπως υποστήριξε, στάλθηκαν για να αντιμετωπίσουν την τουρκική δύναμη δύο απαρχαιωμένες τορπιλάκατοι, τις οποίες χαρακτήρισε «σαπάκια». Τα ελληνικά πληρώματα ρίχτηκαν σε μία αποστολή χωρίς πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας και τα σκάφη χτυπήθηκαν από την τουρκική αεροπορία.
Το πόρισμα της κυπριακής Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου επιβεβαιώνει ότι οι δύο τορπιλάκατοι καταστράφηκαν από τουρκικά αεροσκάφη προτού προλάβουν να αναλάβουν αποτελεσματική δράση. Στο ίδιο πόρισμα επισημαίνεται ότι ο χρόνος προειδοποίησης ήταν αρκετός ώστε να οργανωθεί διαφορετικά η αντιμετώπιση της τουρκικής νηοπομπής. Πόρισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων για τον Φάκελο της Κύπρου.
«Θα μπορούσαμε να τους στείλουμε στον πάτο»
Η εκτίμηση του Περβαινά για τις δυνατότητες των ελληνικών υποβρυχίων ήταν κατηγορηματική:
«Θα μπορούσαμε να τους στείλουμε στον πάτο».
Ο αντιναύαρχος ε.α. υποστήριξε ότι τα δύο ελληνικά υποβρύχια διέθεταν σημαντικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα απέναντι στον τουρκικό στόλο. Ήταν μικρού μεγέθους, εξαιρετικά ευέλικτα και δύσκολα στον εντοπισμό τους από τα ανθυποβρυχιακά μέσα της εποχής.
Στην απομαγνητοφώνηση της ομιλίας γίνεται αναφορά σε υποβρύχια «τύπου 219». Πρόκειται προφανώς για μεταγραφικό λάθος: τα «Γλαύκος» και «Νηρεύς» ήταν υποβρύχια τύπου 209/1100, τα οποία είχαν παραληφθεί από το Πολεμικό Ναυτικό το 1971 και το 1972 αντιστοίχως. Την εποχή εκείνη αποτελούσαν από τα πλέον σύγχρονα συμβατικά υποβρύχια διεθνώς. Επίσημο ιστορικό της Διοίκησης Υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού.
«Ήταν τα καλύτερα εκείνη την εποχή μετά τα πυρηνικά», σημείωσε ο Περβαινάς, εξηγώντας ότι δεν υπήρχαν ακόμη τα εξειδικευμένα ελικόπτερα και τα σύγχρονα συστήματα που θα μπορούσαν να τα εντοπίσουν εύκολα.
Τα ελληνικά πληρώματα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, γνώριζαν τους κινδύνους. Δεν είχαν όμως ούτε φόβο ούτε αμφιβολία για την αποστολή τους.
«Είχαμε ακμαιότατο ηθικό και συναίσθηση του κινδύνου, αλλά ήμασταν βέβαιοι για την επιτυχία της αποστολής μας», τόνισε.
Θα μπορούσαν να πλήξουν καίρια τον τουρκικό στόλο
Η θέση του Περβαινά δεν αποτελεί απλώς μία προσωπική εκτίμηση που διατυπώθηκε μισό αιώνα αργότερα. Το πόρισμα για τον Φάκελο της Κύπρου αναφέρει ρητά ότι, εάν τα «Νηρεύς» και «Γλαύκος» συνέχιζαν την πορεία τους, θα μπορούσαν να πλησιάσουν τον τουρκικό στόλο στις 22 Ιουλίου και, λόγω των δυνατοτήτων τους, να του επιφέρουν καίριο πλήγμα.
Ο αντιναύαρχος προχώρησε ακόμη περισσότερο, εκτιμώντας ότι η χρησιμοποίηση των υποβρυχίων θα μπορούσε να αλλάξει ολοκληρωτικά την κατάσταση στο θαλάσσιο μέτωπο και να αποτρέψει την επιτυχία της τουρκικής απόβασης.
Μία βαριά απώλεια ή η βύθιση αποβατικών και συνοδευτικών πολεμικών πλοίων θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση, αποδιοργάνωση και διακοπή της τουρκικής επιχείρησης. Εάν το προγεφύρωμα της Κερύνειας δεν σταθεροποιούνταν, η εξέλιξη της εισβολής ενδέχεται να ήταν εντελώς διαφορετική.
«Η αποτυχία αυτή για τους Τούρκους θα άλλαζε τον ρου της ιστορίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό», υπογράμμισε ο Περβαινάς.
Πρόκειται αναμφίβολα για μία εκτίμηση γύρω από το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί. Το ιστορικό δεδομένο, όμως, παραμένει αμείλικτο: δύο από τα πλέον σύγχρονα όπλα που διέθετε τότε η Ελλάδα κινήθηκαν προς την περιοχή των επιχειρήσεων, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν.
«Η μη χρησιμοποίησή τους δεν δικαιολογείται στρατιωτικά», δήλωσε με έμφαση.
Η σύνδεση με τα Ίμια
Ο Σπύρος Περβαινάς συνέδεσε όσα βίωσε το 1974 με την κρίση των Ιμίων το 1996. Κατά την άποψή του, και στις δύο περιπτώσεις οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις διέθεταν το ηθικό και τις επιχειρησιακές δυνατότητες να αντιμετωπίσουν την Τουρκία, αλλά συγκρατήθηκαν από την πολιτική διαχείριση της κρίσης.
«Δεν μας άφησαν στην Κύπρο, όπως δεν μας άφησαν και στα Ίμια, όπου θα κατατροπώναμε τους Τούρκους», ανέφερε.
Το μήνυμα που θεωρεί ότι όφειλε να έχει στείλει η Ελλάδα προς την Άγκυρα ήταν ξεκάθαρο, αποτρεπτικό και χωρίς διπλωματικές περιστροφές:
«Έχουμε τα δύο καλύτερα υποβρύχια παγκοσμίως. Αν επιχειρήσετε, θα σας λιανίσουμε».
Αυτό το μήνυμα, όπως επισήμανε, δεν δόθηκε ποτέ.
Η μαρτυρία του Περβαινά δεν αλλάζει όσα συνέβησαν. Υπενθυμίζει, όμως, ότι πίσω από την τραγωδία της Κύπρου δεν υπήρξαν μόνο αριθμητικές ανισορροπίες ή επιχειρησιακές αδυναμίες. Υπήρξαν δυνάμεις που ήταν έτοιμες να πολεμήσουν, πληρώματα με ακμαίο ηθικό και όπλα ικανά να προκαλέσουν βαρύ πλήγμα στον εισβολέα.
Εκείνο που δεν υπήρξε ήταν η τελική διαταγή. Και αυτό το αναπάντητο «γιατί» εξακολουθεί, πενήντα δύο χρόνια μετά, να βαραίνει την Ιστορία.