Του Νικόλαου Φαραντούρ, Liberal.gr
Διεθνή και τουρκικά μέσα ενημέρωσης αλλά και πληροφορίες που καταφθάνουν στις Βρυξέλλες τις τελευταίες ημέρες, αποκαλύπτουν ότι η Άγκυρα προχώρησε στην αναβάθμιση του 5ου Συντάγματος Καταδρομών της Ίμβρου σε Ταξιαρχία Καταδρομών.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο νέος σχηματισμός υπάγεται στο 2ο Σώμα Στρατού με έδρα την Καλλίπολη, το οποίο ανήκει στην 1η Στρατιά με έδρα την Κωνσταντινούπολη και έχει επιχειρησιακή ευθύνη για τα Στενά, την Ανατολική Θράκη και το βόρειο Αιγαίο.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ο έλεγχος των Στενών αποτελεί ήδη μία από τις πλέον ισχυρές στρατιωτικά περιοχές της Τουρκίας. Επομένως, η περαιτέρω στρατιωτική αναβάθμιση της Ίμβρου γεννά εύλογα ερωτήματα για τον πραγματικό επιχειρησιακό σχεδιασμό της Άγκυρας και τις προτεραιότητες που θέτει στο βόρειο Αιγαίο.
Η διαφορά μεταξύ ενός Συντάγματος και μιας Ταξιαρχίας δεν είναι τυπική, αλλά ουσιαστική. Μια Ταξιαρχία διαθέτει μεγαλύτερη αυτονομία διοίκησης, περισσότερες οργανικές μονάδες, ενισχυμένες δυνατότητες υποστήριξης, διοίκησης και ελέγχου, καθώς και τη δυνατότητα αυτόνομης διεξαγωγής επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, η Τουρκία αυξάνει ποιοτικά τις στρατιωτικές της δυνατότητες σε μια περιοχή που βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με ελληνικά νησιά και τη Θράκη.
Η αναβάθμιση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική ενίσχυσης της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας σε κρίσιμες γεωγραφικές ζώνες, την ίδια στιγμή που η Άγκυρα συνεχίζει να προβάλλει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και να αμφισβητεί εμπράκτως κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ωστόσο, δεν αρκεί να καταγράφουμε τις κινήσεις αυτές· οφείλουμε να τις αξιολογούμε ως τμήμα μιας ενιαίας στρατηγικής και να δρούμε ανάλογα, ιδίως υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες στην Ίμβρο.
Η ελληνική κοινότητα της Ίμβρου
Στν περίπτωση της Ίμβρου, υπάρχει και μία διάσταση που σπανίως αναδεικνύεται. Στην Ίμβρο εξακολουθεί να ζει η ιστορική ελληνική κοινότητα του νησιού. Με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η Ίμβρος παραχωρήθηκε στην Τουρκία υπό ειδικό καθεστώς αυτοδιοίκησης και προστασίας της τότε πλειοψηφικής ελληνικής κοινότητας. Οι προβλέψεις αυτές ουδέποτε εφαρμόστηκαν. Αντιθέτως, για δεκαετίες η κοινότητα υπέστη συστηματικές διώξεις, απαλλοτριώσεις και περιορισμούς που οδήγησαν σχεδόν στον αφανισμό της.
Τα τελευταία χρόνια, μετά την επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων, αρκετές ίμβριες οικογένειες επέστρεψαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Ωστόσο, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες ως προς την εκπαίδευση, την οικονομική βιωσιμότητα και τη διατήρηση της ιστορικής τους παρουσίας.
Η ελληνική κοινότητα της Ίμβρου δεν αποτελεί απλώς μια θρησκευτική ή εθνική μειονότητα. Είναι μια αυτόχθονη κοινότητα με παρουσία χιλιετιών, φορέας της «ευρωπαϊκής» πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ανατολική Μεσόγειο. Επομένως, κάθε σημαντική μεταβολή στο περιβάλλον ασφαλείας του νησιού δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αφορά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διακηρύσσει ότι προστατεύει τις ιστορικές μειονότητες, την πολιτιστική κληρονομιά και τα ανθρώπινα δικαιώματα όπου αυτά απειλούνται.
Η Ευρώπη έχει επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στην προστασία των ουκρανικών μνημείων, των χριστιανικών κοινοτήτων της Μέσης Ανατολής και των μειονοτήτων στα Δυτικά Βαλκάνια. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται να αδιαφορεί για την τελευταία εναπομείνασα ιστορική ελληνική (και ασφαλώς «ευρωπαϊκή») κοινότητα της Ίμβρου, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής ιστορίας και πολιτιστικής συνέχειας.
Ο τουρκικός αναθεωρητισμός είναι υπαρκτός και αισθητός σε κάθε ενέργεια της Άγκυρας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιδρά σπασμωδικά. Οφείλει όμως να εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση ότι η σιωπή ισοδυναμεί με σταθερότητα. Η συνεχής, προϊούσα και αταλάντευτη στρατιωτική αναβάθμιση της Τουρκίας στην περιοχή και η αντίστοιχη επιθετικότητά της αποδεικνύουν μια διαχρονική στρατηγική επιλογή. Αναδεικνύουν ταυτόχρονα την ανάγκη για μια πιο ώριμη στρατηγική: να αξιολογούμε κάθε τουρκική κίνηση όχι αποσπασματικά, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού σχεδιασμού, και να αναδεικνύουμε εκείνα τα ζητήματα που η Άγκυρα θα προτιμούσε να παραμένουν εκτός της διεθνούς ατζέντας. Η Ίμβρος είναι ένα από αυτά.
* Ο Νικόλας Φαραντούρης είναι Ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, μέλος των επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων, Προϋπολογισμού και Αμερικανικών Σχέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, κάτοχος της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet.