Η Τουρκία επανεξετάζει το στρατιωτικό της δόγμα, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης πολεμικής σύγκρουσης και επιδιώκοντας παράλληλα την επέκταση της στρατιωτικής της παρουσίας εκτός συνόρων.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας Hürriyet, η νέα αντίληψη που διαμορφώνεται στο τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας στηρίζεται σε δύο βασικούς άξονες.
Ο πρώτος αφορά την προετοιμασία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων για την πιθανότητα πολέμου μεγάλης κλίμακας, υπό το πρίσμα των διεθνών εξελίξεων. Ο δεύτερος σχετίζεται με τη διεύρυνση των περιοχών στις οποίες αναπτύσσονται τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η αναφορά σε προετοιμασία για γενικευμένη σύγκρουση δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη απόφασης για έναρξη πολέμου. Αποτυπώνει, ωστόσο, σύμφωνα με το τουρκικό δημοσίευμα, μια μεταβολή στις προτεραιότητες του στρατιωτικού σχεδιασμού της Άγκυρας.
Από τη Λιβύη και τη Συρία στη Σαουδική Αραβία
Η Τουρκία διαθέτει ήδη στρατιωτική παρουσία σε περιοχές ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας, όπως η Λιβύη, η Συρία, το Κατάρ και το Ιράκ.
Κατά τις πληροφορίες της Hürriyet, επόμενος στόχος είναι η περαιτέρω ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Σαουδική Αραβία, με προοπτική επέκτασης και σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνδέεται με την προσπάθεια της Άγκυρας να διευρύνει το γεωγραφικό αποτύπωμα της στρατιωτικής της ισχύος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στη Σαουδική Αραβία, καθώς το Ριάντ συμμετέχει μαζί με την Τουρκία και το Πακιστάν στο Σύμφωνο της Μέκκας, μια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας που διαμορφώνει νέα δεδομένα στις περιφερειακές σχέσεις.
Η συνάντηση στην Τεχεράνη και ο φόβος για το Ισραήλ
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται και η πρόσφατη επίσκεψη υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν στην Τεχεράνη.
Στις συνομιλίες συμμετείχαν ο υπουργός Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Χάλεντ μπιν Σαλμάν, ο επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν και ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ.
Ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, Μοχσέν Ρεζαΐ, αποκάλυψε ότι η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε έπειτα από πρωτοβουλία των ίδιων των εκπροσώπων των τριών χωρών.
Όπως ανέφερε, βασικό αντικείμενο των συζητήσεων ήταν η μελλοντική περιφερειακή τάξη, ενώ εξετάστηκαν επίσης το Σύμφωνο της Μέκκας και οι εξελίξεις στην Υεμένη.
Ο Ρεζαΐ υποστήριξε ότι οι συνομιλητές του εξέφρασαν ιδιαίτερα έντονες ανησυχίες για τις προθέσεις του Ισραήλ.
Μάλιστα, απέδωσε στον Σαουδάραβα υπουργό Άμυνας τη θέση ότι, μετά το Ιράν, το Ισραήλ θα στραφεί εναντίον της Τουρκίας και στη συνέχεια της Σαουδικής Αραβίας.
Πρόκειται για ισχυρισμό που μεταφέρει ο Ιρανός αξιωματούχος και όχι για επιβεβαιωμένο ισραηλινό στρατιωτικό σχεδιασμό.
Σύμφωνα με την ίδια περιγραφή, ο Ιμπραήμ Καλίν χρησιμοποίησε επίσης έντονη γλώσσα για το Ισραήλ.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στον Ασίμ Μουνίρ, ο οποίος, κατά τον Ρεζαΐ, μίλησε για μια διαμορφούμενη συμμαχία μεταξύ Ινδουιστών και Εβραίων εναντίον των μουσουλμάνων και του Πακιστάν.
Η διατύπωση αντανακλά την αντίληψη που απέδωσε ο Ιρανός αξιωματούχος στον Πακιστανό στρατιωτικό ηγέτη και δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη συμμαχίας με τέτοιο θρησκευτικό χαρακτήρα.
Σύμφωνο της Μέκκας: Οι νέες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή
Η συνάντηση στην Τεχεράνη πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των τριών κρατών που έχουν προσχωρήσει στο Σύμφωνο της Μέκκας.
Οι δημόσια διατυπωμένοι στόχοι της επίσκεψης αφορούσαν την αποκλιμάκωση της περιφερειακής κρίσης, την ενίσχυση του διαλόγου και την αναζήτηση διπλωματικών λύσεων.
Οι συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή, με το Ιράν να βρίσκεται αντιμέτωπο με τις συνέπειες της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία να αντιμετωπίζει απειλές από τους Χούθι της Υεμένης.
Η προσέγγιση των τριών χωρών με την Τεχεράνη αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδουν στη διαχείριση της κρίσης. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι έχει συγκροτηθεί ενιαίο μέτωπο εναντίον του Ισραήλ.
Τουρκικές αντιδράσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Την ίδια στιγμή, η ανάδειξη των ελληνικών θέσεων για το τουρκολιβυκό μνημόνιο προκαλεί αντιδράσεις στην Τουρκία.
Αφορμή αποτέλεσε η παρουσίαση χάρτη από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στον ΟΗΕ, με τον οποίο ανέδειξε τις ελληνικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες και αμφισβήτησε τη νομιμότητα των τουρκολιβυκών διεκδικήσεων.
Ο βουλευτής του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), Αϊχάν Γκιντέρ, επιτέθηκε στην ελληνική κυβέρνηση, επιχειρώντας να συνδέσει την ελληνική εξωτερική πολιτική με τα συμφέροντα του Ισραήλ.
Κατά τον Γκιντέρ, το πραγματικό δίλημμα για την Αθήνα δεν είναι εάν θα οδηγηθεί σε πόλεμο με την Τουρκία, αλλά εάν επιθυμεί να λειτουργήσει ως υποχείριο του Ισραήλ.
Παράλληλα, χαρακτήρισε παράλογη τη συζήτηση περί ελληνοτουρκικού πολέμου, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία θα διατηρήσει την παρουσία της στη Μεσόγειο και δεν πρόκειται να προσαρμόσει την πολιτική της σε αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «φαντασιώσεις της Ελλάδας ή του Ισραήλ».
Ο Τούρκος βουλευτής επιχείρησε, επίσης, να επικαλεστεί την ελληνική κοινή γνώμη, υποστηρίζοντας ότι οι Έλληνες δεν επιθυμούν πόλεμο.
Οι τοποθετήσεις του εντάσσονται στην πολιτική αντιπαράθεση για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, χωρίς να συνιστούν απόδειξη ότι επίκειται στρατιωτική σύγκρουση Ελλάδας και Τουρκίας.
Το στρατηγικό περιβάλλον για την Ελλάδα
Οι αναφορές στον τουρκικό στρατιωτικό σχεδιασμό, η επέκταση της παρουσίας της Άγκυρας εκτός συνόρων και η συμμετοχή της στο Σύμφωνο της Μέκκας αποτελούν διαφορετικές, αλλά αλληλοσυνδεόμενες πτυχές της τουρκικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχει η διατήρηση των τουρκικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και η προσπάθεια της Άγκυρας να συνδέσει την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία με τη ρητορική περί περιφερειακής αντιπαράθεσης.
Το δημοσίευμα της Hürriyet περιγράφει έναν στρατιωτικό σχεδιασμό που δεν περιορίζεται στα άμεσα σύνορα της Τουρκίας. Οι δηλώσεις Γκιντέρ, από την άλλη, επιβεβαιώνουν ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης με την Αθήνα.
Το εάν οι σχεδιασμοί αυτοί θα οδηγήσουν σε συγκεκριμένες νέες στρατιωτικές αναπτύξεις ή αλλαγές στην τουρκική επιχειρησιακή διάταξη μένει να διαπιστωθεί.