Η Ευρώπη χρηματοδότησε το καλώδιο. Τώρα πρέπει να αναλάβει και τον κίνδυνο
Του Σάι Γκαλ, Καθημερινή
Στις 5 Αυγούστου, στο Μέγαρο Μαξίμου, η γαλλική εταιρεία επενδύσεων σε υποδομές Meridiam απέκτησε το 66% της Great Sea Interconnector, της εταιρείας που αναπτύσσει την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου. Μια παράλληλη συμφωνία με τον ΑΔΜΗΕ και τη Nexans επανενεργοποίησε τις έρευνες του βυθού που απαιτούνται για την επανεκκίνηση του έργου.
Η συναλλαγή άλλαξε το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τη χρηματοδότηση και το στρατηγικό βάρος του GSI, χωρίς όμως να εξαλείψει το πρόβλημα που είχε ήδη οδηγήσει στη διακοπή του.
Τον Ιούλιο του 2024, τουρκικά πολεμικά πλοία παρενόχλησαν το υπό ιταλική σημαία ερευνητικό σκάφος Ievoli Relume νοτίως της Κάσου και της Καρπάθου, την ώρα που πραγματοποιούσε χαρτογράφηση του βυθού για τις ανάγκες του GSI. Η Άγκυρα υποστήριξε ότι το πλοίο είχε εισέλθει σε ύδατα τα οποία διεκδικεί ως μέρος της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Η Τουρκία δεν κατέχει μετοχές στον GSI ούτε έχει οποιαδήποτε θεσμική ή νομική αρμοδιότητα επί του έργου. Απέδειξε, ωστόσο, ότι μπορεί να παρεμποδίσει μία βασική προϋπόθεση για την κατασκευή του.
Η Αθήνα ενέταξε τη Γαλλία στο ιδιοκτησιακό σχήμα, αφού προηγουμένως η Τουρκία είχε εισέλθει στην αλυσίδα υλοποίησης.
Η ιδιοκτησία άλλαξε. Το βέτο δεν άλλαξε.
Η Meridiam προσφέρει στη Γαλλία άμεσο συμφέρον στο έργο. Δεν παρέχει, όμως, στην Ελλάδα γαλλική εγγύηση.
Η αδυναμία που αποκαλύφθηκε στην Κάσο ήταν πολιτική και όχι εταιρική. Η Άγκυρα δεν χρειαζόταν μετοχική συμμετοχή, συμβατικό δικαίωμα ή ρυθμιστική αρμοδιότητα. Χρειαζόταν μόνο επαρκή εξαναγκαστική ισχύ, ώστε να οδηγήσει ένα εγκεκριμένο ευρωπαϊκό έργο πίσω στο τραπέζι της πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η συμμετοχή της Meridiam αλλάζει το κόστος αυτού του εξαναγκασμού. Η γαλλική έκθεση αυξάνει το πολιτικό τίμημα μιας παρεμπόδισης, αλλά δεν αποκαθιστά την ελευθερία της Ελλάδας να προχωρήσει στην υλοποίηση του έργου. Η Αθήνα εξακολουθεί να εξαρτάται, σε έναν βαθμό, από το κατά πόσο το Παρίσι θα είναι διατεθειμένο να αναλάβει τον κίνδυνο που δημιουργεί η Άγκυρα.
Το καλώδιο είναι ήδη ευρωπαϊκό. Ο κίνδυνος παραμένει εθνικός.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντάξει τον GSI στις οκτώ «Ενεργειακές Λεωφόρους» της, οι οποίες αποσκοπούν στον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου και στην ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας της Ευρώπης. Παράλληλα, έχει δεσμεύσει χρηματοδότηση ύψους 658 εκατ. ευρώ μέσω του Μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» για την κατασκευή του έργου.
Εάν ο GSI ολοκληρωθεί, η Ευρώπη θα αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, συνδεσιμότητα και στρατηγική υποδομή. Εάν η Τουρκία τον παρεμποδίσει, το άμεσο πολιτικό, εμπορικό και επιχειρησιακό βάρος θα εξακολουθήσει να πέφτει κυρίως στην Αθήνα και τη Λευκωσία, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος το περιστατικό να αντιμετωπιστεί ως ακόμη μία θαλάσσια διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να ακυρώσει τον GSI. Αρκεί να εξαναγκάσει την Αθήνα να επανεξετάσει αποφάσεις που η Ευρώπη έχει ήδη λάβει.
Ένα ερευνητικό σκάφος δέχεται παρενόχληση, οι ασφαλιστικές εταιρείες επανεκτιμούν την έκθεσή τους, οι ανάδοχοι επαναϋπολογίζουν τον κίνδυνο, η χρηματοδότηση επανεξετάζεται, οι κυβερνήσεις αρχίζουν διαβουλεύσεις και τα χρονοδιαγράμματα μετακινούνται. Έτσι, ένα έργο εγκεκριμένο σε ευρωπαϊκό επίπεδο επιστρέφει σταδιακά σε καθεστώς πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Η Άγκυρα δεν μπορεί να επιδιώκει βαθύτερη πρόσβαση στο ευρωπαϊκό σύστημα και ταυτόχρονα να διατηρεί ένα de facto βέτο επί ευρωπαϊκών στρατηγικών υποδομών. Η πρόσβασή της σε αυτό το σύστημα δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη συμπεριφορά της απέναντι σε υποδομές τις οποίες η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χαρακτηρίσει στρατηγικές.
Οποιαδήποτε παρέμβαση στον GSI θα πρέπει, επομένως, να εντάσσεται αυτομάτως στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας.
Δεν είναι απαραίτητη η προκαταβολική θέσπιση συγκεκριμένων κυρώσεων. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική διασύνδεση: η παρεμπόδιση μιας Ενεργειακής Λεωφόρου της ΕΕ πρέπει να επηρεάζει τους όρους οικονομικής πρόσβασης, πολιτικής συνεργασίας, χρηματοδότησης, συνδεσιμότητας και της ευρύτερης συνεργασίας της Τουρκίας με την Ένωση.
Η παρέμβαση σε ευρωπαϊκές στρατηγικές υποδομές πρέπει να συνεπάγεται ευρωπαϊκό πολιτικό κόστος.
Η στρατηγική εταιρική σχέση Ελλάδας και Γαλλίας προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Το περιστατικό της Κάσου αποκάλυψε, όμως, το κενό που υπάρχει κάτω από αυτό το κατώφλι: το επίπεδο στο οποίο ο εξαναγκασμός μπορεί να αναστείλει την υλοποίηση ενός έργου χωρίς να εξελιχθεί σε ένοπλη σύγκρουση.
Η Αθήνα, η Λευκωσία, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες θα πρέπει, πριν από την επόμενη πρόκληση, να θεσπίσουν ένα Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Συνέχειας του GSI.
Το σύμφωνο πρέπει να διασφαλίζει τη συνέχεια της ευρωπαϊκής απόφασης, να διατηρεί την πολιτική και χρηματοδοτική συνοχή σε περίπτωση διακοπής και να εγγυάται ότι οποιαδήποτε παρέμβαση στον GSI θα μεταφέρεται στο ευρύτερο πεδίο των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας, αντί να επιστρέφει στην Αθήνα ως διμερές ελληνοτουρκικό πρόβλημα.
Καμία τουρκική πρόκληση δεν πρέπει να οδηγεί στο εκ νέου άνοιγμα μιας ευρωπαϊκής απόφασης που έχει ήδη ληφθεί.
Το σύμφωνο πρέπει επίσης να εγγυάται ότι η αποχώρηση ενός αναδόχου, μιας ασφαλιστικής εταιρείας ή ενός χρηματοδότη δεν θα μπορεί να επαναφέρει ολόκληρο το έργο σε διαπραγμάτευση.
Οι εναλλακτικές λύσεις πρέπει να έχουν συμφωνηθεί πριν ξεσπάσει η κρίση.
Η Γαλλία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευρωπαϊκή πολιτική. Ο ρόλος της είναι να ενισχύσει την ευρωπαϊκή συνέχεια και όχι να αποτελέσει μία νέα προϋπόθεση για αυτήν.
Εάν ο GSI αποτελεί Ενεργειακή Λεωφόρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε η συνέχειά του πρέπει να κατοχυρωθεί ως ευρωπαϊκή υπόθεση πριν από την επόμενη τουρκική παρέμβαση – όχι να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης αφού αυτή ξεκινήσει.