breaking newsΕλλάδα

Αδαλής: Η ακρίβεια βαφτίστηκε ανάπτυξη

Καμπανάκι για τις πραγματικές αντοχές της ελληνικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας έκρουσε ο οικονομολόγος και οικονομέτρης Γιώργος Αδαλής, κατά την παρέμβασή του στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής».

Ο Γιώργος Αδαλής αμφισβήτησε ευθέως το κυβερνητικό αφήγημα περί ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων, υποστηρίζοντας ότι η αύξηση των κρατικών εσόδων δεν προήλθε από διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, αλλά κυρίως από την ακρίβεια και την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των ανελαστικών δαπανών των νοικοκυριών.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι ο μεγάλος ενεργειακός λογαριασμός δεν έχει ακόμη φανεί. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσίασε, η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου μπορεί να επιβαρύνει την Ευρωπαϊκή Ένωση με επιπλέον 50 έως και περισσότερα από 90 δισ. ευρώ.

«Γιατί πανηγυρίζει η κυβέρνηση;»

Ο Γιώργος Αδαλής ξεκίνησε την τοποθέτησή του θέτοντας ένα αιχμηρό ερώτημα: για ποιον λόγο πανηγυρίζει η κυβέρνηση για την πορεία των δημοσιονομικών εσόδων, όταν αυτά δεν αυξήθηκαν εξαιτίας κάποιας παραγωγικής έκρηξης ή της επίτευξης οικονομιών κλίμακας;

«Αυτή τη στιγμή υπάρχει μία έκρηξη στα δημοσιονομικά έσοδα, η οποία δεν προέρχεται από κάποια αύξηση της παραγωγικής διαδικασίας. Προέρχεται ξεκάθαρα από την ακρίβεια», ανέφερε.

Όπως εξήγησε, η άνοδος των τιμών αυξάνει αυτομάτως τις εισπράξεις του κράτους από τον ΦΠΑ και τους φόρους που επιβάλλονται σε αγαθά και υπηρεσίες τα οποία ο πολίτης δεν μπορεί να αποφύγει: ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, πετρέλαιο και βασικά είδη διατροφής.

Επομένως, η βελτίωση των κρατικών ταμείων δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη μιας υγιούς οικονομίας. Αντιθέτως, η συνεχής αφαίμαξη του διαθέσιμου εισοδήματος περιορίζει την κατανάλωση και οδηγεί μεσοπρόθεσμα σε συμπίεση της οικονομικής δραστηριότητας.

Κατά τον ίδιο, όσα επιστρέφονται στους πολίτες υπό τη μορφή επιδομάτων ή έκτακτων ενισχύσεων, το κράτος τα εισπράττει πολλαπλάσια μέσω του πληθωρισμού και της φορολογίας.

Ο σωρευτικός πληθωρισμός που δεν φαίνεται

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα στοιχεία του πληθωρισμού. Η υποχώρηση του ρυθμού αύξησης των τιμών, σημείωσε, δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Σημαίνει απλώς ότι συνεχίζουν να αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα.

Ο Γιώργος Αδαλής κάλεσε την πολιτική ηγεσία να εξετάσει τη σωρευτική επίδραση της ακρίβειας από το 2020, όταν άρχισε η κρίση των lockdowns και των εφοδιαστικών αλυσίδων, για να ακολουθήσουν η ενεργειακή κρίση και οι πολεμικές αναταράξεις.

Όπως εκτίμησε, ο συσσωρευμένος πληθωρισμός αυτής της περιόδου βρίσκεται περίπου στο 22%–25%.

«Το τέρας του πληθωρισμού δεν ήρθε χθες. Είμαστε ήδη στον πέμπτο χρόνο», τόνισε, εκτιμώντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν πρόκειται να κοπάσουν πραγματικά πριν από το 2032.

Για μια οικονομία όπως η ελληνική, η κατάσταση απαιτεί, σύμφωνα με τον ίδιο, δομικές παρεμβάσεις και όχι μια πολιτική επιδομάτων της λογικής «πάρε 100 ευρώ για να βγάλεις τον μήνα». Οι προσωρινές ενισχύσεις δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες του προβλήματος ούτε αποκαθιστούν την αγοραστική δύναμη που έχει ήδη χαθεί.

Η ακραία μεταβλητότητα του πετρελαίου

Ο οικονομολόγος αναφέρθηκε στη μεγάλη αστάθεια των διεθνών ενεργειακών αγορών, φέρνοντας ως παράδειγμα μία συνεδρίαση κατά την οποία η τιμή του αργού κινήθηκε μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο από τα 83 δολάρια στα 73, εκτοξεύθηκε στα 119,5 δολάρια και στη συνέχεια υποχώρησε εκ νέου κοντά στα 85–87 δολάρια.

Η ουσία, όπως είπε, δεν βρίσκεται μόνο στις ημερήσιες διακυμάνσεις, αλλά στο επίπεδο στο οποίο σταθεροποιείται τελικά η τιμή.

Εάν το πετρέλαιο παραμείνει για μεγάλο διάστημα κατά 10 δολάρια ακριβότερο ανά βαρέλι, η ετήσια επιβάρυνση για την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 υπολογίζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου στα 29 δισ. ευρώ.

Το 2025 η μέση τιμή του Brent κινήθηκε, όπως ανέφερε, κοντά στα 66–67 δολάρια το βαρέλι. Τώρα βρίσκεται περίπου 20 δολάρια υψηλότερα. Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία βαδίζει προς έναν πολύ βαρύτερο ενεργειακό λογαριασμό.

«Ο λογαριασμός θα έρθει μετά τις 31 Δεκεμβρίου»

Ο Γιώργος Αδαλής υπενθύμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται περίπου 9 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου κάθε ημέρα, ενώ σχεδόν το 97% των αναγκών της καλύπτεται από εισαγωγές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, το 2025 εισήχθησαν περίπου 435 εκατομμύρια τόνοι αργού πετρελαίου, συνολικής αξίας 212 δισ. ευρώ.

Με τη μέση τιμή του βαρελιού αυξημένη κατά περίπου 20 δολάρια, η πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί, όπως υπολόγισε, να προσεγγίσει τα 49–50 δισ. ευρώ στο ευνοϊκότερο σενάριο και να ξεπεράσει τα 90 δισ. ευρώ στο δυσμενέστερο.

Το κόστος αυτό δεν μένει στους ισολογισμούς των πετρελαϊκών εταιρειών και των διυλιστηρίων. Μεταφέρεται στην αγορά μέσω των τιμών, των φόρων και του ΦΠΑ και καταλήγει στον τελικό καταναλωτή.

«Τώρα είναι όλοι μέσα στην καλή χαρά. Ο λογαριασμός, όμως, θα έρθει μετά τις 31 Δεκεμβρίου», προειδοποίησε.

Επτά φορές ακριβότερο φυσικό αέριο

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία εξέφρασε για το φυσικό αέριο. Όπως ανέφερε, η τιμή του στην Ευρώπη είναι περίπου επτά φορές υψηλότερη από την αντίστοιχη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ στην Ασία είναι περίπου οκτώ φορές ακριβότερη.

Η διαφορά αυτή αποκτά κρίσιμη σημασία επειδή το φυσικό αέριο δεν χρησιμοποιείται μόνο για τη θέρμανση των νοικοκυριών. Αποτελεί βασικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, τη βιομηχανία, τα κέντρα δεδομένων και τις ενεργοβόρες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Αδαλής έθεσε, επομένως, το ζήτημα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας με ωμούς όρους: πώς μπορεί η Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες στην τεχνητή νοημοσύνη, στη βιομηχανία και στην ψηφιακή οικονομία, όταν πληρώνει πολλαπλάσιο ενεργειακό κόστος;

«Υπερεξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ»

Συνδυάζοντας την εικόνα στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, ο Γιώργος Αδαλής προειδοποίησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται προς μια στρατηγικά επικίνδυνη κατεύθυνση.

«Έχουμε πάρει φόρα και ετοιμαζόμαστε να χτυπήσουμε το κεφάλι μας στον τοίχο», είπε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι οι σημερινές επιλογές οδηγούν σε «μονοκρατορία των Ηνωμένων Πολιτειών» και σε υπερεξάρτηση της Ευρώπης από την αμερικανική ενέργεια.

Την ώρα που σχεδιάζονται νέες κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, αναρωτήθηκε από ποιες πηγές θα προμηθεύεται η Ευρώπη πετρέλαιο και φυσικό αέριο τα επόμενα χρόνια και με ποιο κόστος.

Η απάντηση, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται στην ανάπτυξη ευρωπαϊκής παραγωγής και στην αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων.

«Πότε επιτέλους η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποφασίσει να κάνει το αυτονόητο; Να παράγει δικό της φυσικό αέριο και δικό της πετρέλαιο», διερωτήθηκε.

Η παρέμβασή του κατέληξε σε μια διπλή προειδοποίηση: η Ελλάδα δεν πρέπει να συγχέει τα αυξημένα φορολογικά έσοδα της ακρίβειας με πραγματική οικονομική ανάπτυξη, ενώ η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για στρατηγική αυτονομία όσο παραμένει σχεδόν ολοκληρωτικά εξαρτημένη από εισαγόμενη και πανάκριβη ενέργεια.

Back to top button