breaking newsΕλλάδα

Γαλλία–Τουρκία: Νέα αμυντική σύγκλιση που αφορά άμεσα την Ελλάδα

Η υπογραφή Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας ανάμεσα στην Τουρκία και τη Γαλλία δεν είναι μία τυπική διπλωματική κίνηση και ασφαλώς δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη από την Αθήνα.

Άγκυρα και Παρίσι συμφώνησαν να εμβαθύνουν τον στρατηγικό τους διάλογο, να αυξήσουν τις στρατιωτικές επαφές και να εξετάσουν νέα πεδία συνεργασίας. Η τουρκική πλευρά μιλά ήδη για μετάβαση από τα «θετικά μηνύματα» σε συγκεκριμένη αμυντική συνεργασία.

Για την Ελλάδα, όμως, το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι η Γαλλία συνομιλεί με την Τουρκία. Το κρίσιμο είναι τι ακριβώς είναι διατεθειμένη να δώσει στο τουρκικό οπλοστάσιο και κατά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από τον στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στον εξοπλιστικό διάλογο με την Άγκυρα

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η Γαλλία δεν είναι για την Ελλάδα ένας απλός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ.

Αθήνα και Παρίσι έχουν υπογράψει από το 2021 Στρατηγική Εταιρική Σχέση για την Άμυνα και την Ασφάλεια, η οποία περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας της μίας πλευράς. Η συμφωνία ανανεώθηκε τον Απρίλιο του 2026 για ακόμη πέντε χρόνια.

Πάνω σε αυτή τη σχέση οικοδομήθηκε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής αμυντικής στρατηγικής των τελευταίων ετών: Rafale, φρεγάτες FDI, κοινές ασκήσεις και στενός στρατηγικός διάλογος.

Τώρα, όμως, το Παρίσι ανοίγει ταυτόχρονα έναν θεσμοθετημένο δρόμο αμυντικής συνεργασίας και με την Άγκυρα.

Αυτό δεν ακυρώνει την ελληνογαλλική συμφωνία. Δημιουργεί, όμως, μια προφανή αντίφαση συμφερόντων, ιδίως εάν η νέα συνεργασία οδηγήσει στην ενίσχυση κρίσιμων τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Το πρώτο καμπανάκι: SAMP/T

Το πιο σοβαρό ζήτημα αφορά το SAMP/T.

Η Τουρκία επιδιώκει εδώ και χρόνια την απόκτηση του γαλλοϊταλικού συστήματος αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς και, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η γαλλική αντίσταση σε μία τέτοια συμφωνία έχει υποχωρήσει σημαντικά. Οι συζητήσεις συνδέονται και με τον σχεδιαζόμενο τουρκικό ολοκληρωμένο θόλο αεράμυνας «Steel Dome».

Για την Ελλάδα, μία πιθανή τουρκική απόκτηση SAMP/T δεν είναι αδιάφορη.

Θα ενίσχυε σημαντικά την τουρκική αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα και θα δυσκόλευε τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας σε περίπτωση κρίσης.

Ακόμη σημαντικότερο θα ήταν ένα ενδεχόμενο πλαίσιο συμπαραγωγής ή μεταφοράς τεχνολογίας, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει σταθερά όχι μόνο την αγορά συστημάτων αλλά και την ενσωμάτωση ξένης τεχνογνωσίας στη δική της αμυντική βιομηχανία.

Σε αυτή την περίπτωση, το Παρίσι δεν θα πουλούσε απλώς ένα όπλο στην Τουρκία. Θα βοηθούσε στην ενίσχυση της μακροπρόθεσμης τουρκικής αμυντικής αυτονομίας.

Το δεύτερο καμπανάκι: Meteor

Ακόμη πιο άμεσα αφορά την Ελλάδα η πιθανότητα πρόσβασης της Τουρκίας στον πύραυλο Meteor.

Ο Meteor αποτελεί βασικό όπλο των ελληνικών Rafale και ένα από τα σημαντικότερα ποιοτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας στον αέρα.

Εάν η Τουρκία αποκτήσει το ίδιο βλήμα και καταφέρει να το ενσωματώσει σε νέα μαχητικά αεροσκάφη, ένα μέρος αυτού του ελληνικού πλεονεκτήματος περιορίζεται.

Δεν σημαίνει ότι εξισώνονται αυτομάτως οι δυνατότητες των δύο αεροποριών. Σημαίνει όμως ότι η Άγκυρα αποκτά πρόσβαση σε όπλο της ίδιας τεχνολογικής κατηγορίας, με μεγάλη ακτίνα εμπλοκής και ισχυρή δυνατότητα μάχης πέραν οπτικής επαφής.

Αυτό είναι στοιχείο που η Αθήνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως μια ακόμη εμπορική απόφαση της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας.

Η Γαλλία παίζει σε δύο ταμπλό

Η εικόνα είναι πλέον σαφής.

Η Γαλλία διατηρεί στρατηγική αμυντική σχέση με την Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να αποκαταστήσει και να διευρύνει τη σχέση της με την Τουρκία.

Από τη γαλλική σκοπιά αυτό μπορεί να είναι απολύτως συμβατό: το Παρίσι επιδιώκει γεωπολιτική επιρροή, αμυντικές εξαγωγές και ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Για την Αθήνα όμως υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:

Μπορεί μία χώρα να αποτελεί στρατηγικό αμυντικό εταίρο της Ελλάδας και ταυτόχρονα να εξοπλίζει την Τουρκία με συστήματα που μεταβάλλουν την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο;

Η απάντηση δεν είναι νομική. Είναι στρατηγική.

Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής παραμένει – αλλά δεν αρκεί από μόνη της

Η ελληνογαλλική συμφωνία είναι σαφής: σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας μίας από τις δύο χώρες προβλέπεται αμοιβαία βοήθεια και συνδρομή, ακόμη και με χρήση ένοπλης ισχύος.

Αυτό αποτελεί σημαντική στρατηγική δέσμευση.

Όμως η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζει ολόκληρη την αποτρεπτική της στρατηγική στην υπόθεση ότι ένας σύμμαχος θα παρέμβει σε μία μελλοντική κρίση.

Το ουσιαστικότερο είναι να μην επιτρέπεται στο μεταξύ η σταδιακή συρρίκνωση του ελληνικού ποιοτικού πλεονεκτήματος.

Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να εξεταστεί η γαλλοτουρκική συνεργασία.

Η Άγκυρα προσπαθεί να σπάσει την απομόνωση από τη Δύση

Η συμφωνία με το Παρίσι εντάσσεται και σε μια ευρύτερη τουρκική στρατηγική.

Η Τουρκία επιδιώκει να επανενταχθεί βαθύτερα στα δυτικά αμυντικά δίκτυα, χωρίς να εγκαταλείψει την αυτόνομη στρατηγική της.

Συνομιλεί με τις ΗΠΑ για F-35 και κυρώσεις CAATSA, με την Ευρώπη για Eurofighter, SAMP/T και Meteor και ταυτόχρονα αναπτύσσει τα δικά της drones, πυραύλους και συστήματα αεράμυνας.

Ο στόχος είναι προφανής: να αποκτήσει πρόσβαση στη δυτική τεχνολογία χωρίς να χάσει τη δυνατότητα να ασκεί ανεξάρτητη περιφερειακή πολιτική.

Η προσέγγιση με τη Γαλλία εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.

Τι πρέπει να κρατήσει η Αθήνα

Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να δραματοποιήσει μία συμφωνία της οποίας το ακριβές εξοπλιστικό περιεχόμενο δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.

Έχει όμως κάθε λόγο να ζητήσει καθαρές απαντήσεις.

Άλλο πράγμα ο στρατηγικός διάλογος Γαλλίας–Τουρκίας και άλλο η μεταφορά στην Άγκυρα συστημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν απέναντι στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Το όριο βρίσκεται εκεί.

Για την Αθήνα το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η Γαλλία θέλει καλές σχέσεις με την Τουρκία.

Είναι εάν αυτές οι σχέσεις θα χρηματοδοτηθούν και θα οικοδομηθούν πάνω στην ενίσχυση του τουρκικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος απέναντι στην Ελλάδα.

Και ειδικά σε SAMP/T, Meteor και μεταφορά τεχνολογίας, η ελληνική κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να ζητήσει σαφείς εξηγήσεις από έναν εταίρο με τον οποίο έχει υπογράψει όχι μια απλή εμπορική συμφωνία, αλλά μια στρατηγική αμυντική εταιρική σχέση.

Γιατί οι στρατηγικές συμμαχίες δεν κρίνονται μόνο από τις υπογραφές.

Κρίνονται και από το ποιον εξοπλίζεις όταν τα συμφέροντα των συμμάχων σου συγκρούονται.

Back to top button