Την ανάγκη αποκλιμάκωσης ανάμεσα σε Τουρκία και Ισραήλ προβάλλει ο Economist, σε άρθρο που υποστηρίζει ότι οι δύο χώρες έχουν περισσότερα να κερδίσουν από την ενεργειακή συνεργασία παρά από τη συνεχή ανταλλαγή απειλών και προσβολών.
Το βρετανικό περιοδικό επιχειρεί ουσιαστικά να σπρώξει το Ισραήλ σε μια πιο πραγματιστική προσέγγιση απέναντι στην Άγκυρα, παρά το βαθύ ρήγμα που έχει ανοίξει μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 και τη στάση της κυβέρνησης Ερντογάν υπέρ της Χαμάς.
Στο δημοσίευμα καταγράφεται η σκληρή ρητορική και από τις δύο πλευρές. Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν φτάσει στο σημείο να μιλούν ακόμη και για μελλοντική «κυριαρχία» στην Ιερουσαλήμ, ενώ Ισραηλινοί αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν την Τουρκία «νέο Ιράν». Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει αποκαλέσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «αντισημίτη δικτάτορα», ενώ ο Τούρκος πρόεδρος έχει παρομοιάσει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό με τον Χίτλερ.
Ο Economist αναγνωρίζει ότι η ένταση δεν είναι φανταστική. Η Τουρκία κατηγορεί το Ισραήλ για τη μεταχείριση των Παλαιστινίων, ενώ το Ισραήλ κατηγορεί την Τουρκία ότι φιλοξενεί ηγετικά στελέχη της Χαμάς, της οργάνωσης που πραγματοποίησε την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. Παράλληλα, η Άγκυρα ενοχλείται από τις ισραηλινές επαφές με Κούρδους, ενώ το Ισραήλ ανησυχεί για τις σχέσεις της Τουρκίας με τους πρώην τζιχαντιστές που κυβερνούν πλέον τη Συρία.
Παρόλα αυτά, το περιοδικό υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της ρητορικής εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές ανάγκες. Ο Νετανιάχου έχει μπροστά του δύσκολη εκλογική μάχη, ενώ ο Ερντογάν ενδέχεται να οδηγήσει την Τουρκία σε εκλογές το επόμενο έτος. Και οι δύο, σύμφωνα με τον Economist, κερδίζουν πολιτικά όταν εμφανίζονται ως υπερασπιστές των χωρών τους απέναντι σε εξωτερικές απειλές.
Το βασικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι οι δύο χώρες, ως σύμμαχοι των ΗΠΑ, δεν είναι υποχρεωμένες να οδηγηθούν σε μετωπική σύγκρουση. Αντίθετα, θα μπορούσαν να ξαναχτίσουν πρακτικούς δεσμούς, κυρίως στον τομέα της ενέργειας.
Ο Economist υπενθυμίζει ότι μεγάλο μέρος του πετρελαίου που εισάγει το Ισραήλ προέρχεται από το Αζερμπαϊτζάν ή την κουρδική περιοχή του Ιράκ και περνά είτε μέσω αγωγών από την Τουρκία είτε μέσω του λιμανιού Τσεϊχάν. Παρά το εμπορικό εμπάργκο που επέβαλε η Άγκυρα στο Ισραήλ το 2024, η ενεργειακή πραγματικότητα δείχνει ότι οι δύο χώρες παραμένουν γεωγραφικά και οικονομικά συνδεδεμένες.
Στο ίδιο πλαίσιο, το δημοσίευμα προβάλλει το φυσικό αέριο της Ανατολικής Μεσογείου ως πιθανό πεδίο συνεννόησης. Το Ισραήλ έχει ήδη προχωρημένη δραστηριότητα στην περιοχή και, σύμφωνα με τον Economist, θα έπρεπε να εξετάσει κοινά έργα με την Τουρκία και άλλα παράκτια κράτη για την αξιοποίηση και εξαγωγή υποθαλάσσιων κοιτασμάτων.
Το άρθρο επαναφέρει μάλιστα την παλιά ιδέα ενός αγωγού που θα συνέδεε τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου με τα νότια λιμάνια της Τουρκίας, καθώς και ενός ευρύτερου περιφερειακού δικτύου που θα μετέφερε πετρέλαιο και φυσικό αέριο προς Ευρώπη και Ασία.
Η επιχειρηματολογία του Economist στηρίζεται και στον φόβο για το Στενό του Ορμούζ. Με δεδομένη την ικανότητα του Ιράν να απειλεί ή να διακόπτει τη ροή υδρογονανθράκων από την περιοχή, το περιοδικό θεωρεί ότι Ισραήλ και Τουρκία θα είχαν συμφέρον να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές και πηγές ενέργειας.
Ωστόσο, το δημοσίευμα αφήνει εκτός κάδρου ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί το Ισραήλ να εμπιστευθεί την Τουρκία ως ενεργειακό εταίρο, όταν η Άγκυρα φιλοξενεί στελέχη της Χαμάς, έχει επιβάλει εμπάργκο στο ισραηλινό εμπόριο και υιοθετεί ολοένα πιο επιθετική ρητορική εναντίον του εβραϊκού κράτους;
Η πρόταση του Economist κινείται στη λογική του ρεαλισμού: λιγότερες προσβολές, περισσότερα βαρέλια. Όμως για το Ισραήλ το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πρωτίστως ζήτημα ασφάλειας, στρατηγικής αξιοπιστίας και πολιτικής εμπιστοσύνης.
Με άλλα λόγια, ο Economist βλέπει στην ενέργεια μια γέφυρα επαναπροσέγγισης. Το ερώτημα είναι αν αυτή η γέφυρα μπορεί να στηθεί πάνω σε ένα έδαφος όπου η Άγκυρα εξακολουθεί να παίζει διπλό παιχνίδι: σύμμαχος της Δύσης από τη μία, προστάτης της Χαμάς και των ισλαμιστικών δικτύων από την άλλη.