Γράφει ο Παντελής Σαββίδης
Η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, έχοντας όμως χάσει τον προσανατολισμό τους. Μια συνέντευξη, ένα άρθρο και μια ομιλία δίνουν την αφορμή για αυτή τη διαπίστωση: η συνέντευξη του καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη στον Γιώργο Σαχίνη, το κριτικό σχόλιο του π. Νικόλαου Λουδοβίκου και μια ομιλία για τον ψηφιακό ολοκληρωτισμό, την τεχνολογική εξουσία και το μέλλον της ανθρώπινης ελευθερίας του επίτιμου αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γιώργου Αποστολάκη στη Μονή Οσίου Αρσενίου στη Χαλκιδική.
Ο Ιωαννίδης περιγράφει με στοιχεία μια Ελλάδα δημογραφικά συρρικνούμενη, με υποβαθμισμένο ΕΣΥ, ακριβή και στρεβλή υγειονομική περίθαλψη, αδύναμους θεσμούς, περιορισμένη ελευθερία της ενημέρωσης, ανεπαρκή χρηματοδότηση της έρευνας και συνεχιζόμενη διαρροή μορφωμένων νέων. Συμπυκνώνει την παθογένεια στον όρο «αχρηστοκρατία»: ευνοιοκρατία, οικογενειοκρατία, μετριοκρατία και κλεπτοκρατία ως συγκοινωνούντα δοχεία ενός συστήματος που ανταμείβει την προσαρμογή στους μηχανισμούς της εξουσίας αντί της ικανότητας και της δημιουργίας.
Ο Ιωαννίδης δείχνει τα συμπτώματα, δεν αναδεικνύει όμως επαρκώς το ιστορικό και ανθρωπολογικό υπόστρωμά τους. Ακόμη περισσότερο, δεν απαντά πειστικά στο ερώτημα ποιος μπορεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Υπάρχει κοινωνική και πολιτική δύναμη ικανή να μετατρέψει τη διάγνωση σε σχέδιο; Με ποιους ανθρώπους, ποιους θεσμούς και ποια συλλογική ηθική; Αν η καταγγελία καταλήγει μόνο στο συμπέρασμα ότι όλα έχουν αποτύχει, τότε ο νέος άνθρωπος δεν κινητοποιείται: ετοιμάζει τη βαλίτσα του.
Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος. Δεν αμφισβητεί τα δεδομένα του Ιωαννίδη. Του καταλογίζει όμως ότι μιλά σαν να αποτελεί η Δύση—και ειδικότερα το Στάνφορντ στο οποίο ο Ιωαννίδης είναι καθηγητής Ιατρικής—το αυτονόητο μέτρο κάθε προόδου. Υποστηρίζει ότι η δυτική νεωτερικότητα ταύτισε τον εκσυγχρονισμό με τον εκδυτικισμό και την πρόοδο με μια αδιάκοπη τεχνολογική και οικονομική μεγέθυνση.
Έτσι αποσύνδεσε τον άνθρωπο από την κοινότητα, τη φύση, την παράδοση και τις πηγές νοήματος.
Κατά τον π. Νικόλαο, η μεταπολιτευτική ελληνική διανόηση εσωτερίκευσε αυτή την αντίληψη και παρουσίασε την Ελλάδα ως εγγενώς καθυστερημένη.
Η διαρκής αυτοϋποτίμηση παρήγαγε «εθνική κατάθλιψη» και, τελικά, εφαρμοσμένο μηδενισμό:
αφού τίποτε δικό μας δεν αξίζει, όλα επιτρέπονται—η λεηλασία του κράτους, ο ημετερισμός, η ατιμωρησία και η ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Η διαφθορά, επίσης, δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι αμφίδρομη σχέση: οι πολιτικοί διαφθείρουν τους πολίτες και οι πολίτες επιβραβεύουν τους πολιτικούς από τους οποίους προσδοκούν προσωπικό όφελος.
Αυτή είναι η ισχυρότερη πλευρά της κριτικής του. Δεν υπάρχουν αθώοι θεατές και ένοχοι «άλλοι». Η κοινωνία που χειροκροτεί την καταγγελία, αλλά αναζητεί την προσωπική εξαίρεση από τον κανόνα, αναπαράγει εκείνο ακριβώς που καταγγέλλει.
Η Εκκλησία άσκησε συχνά κριτική στη νεωτερικότητα πρωτίστως επειδή εκείνη αμφισβήτησε τον Θεό και απομάκρυνε τη θρησκεία από το κέντρο της δημόσιας ζωής. Πολύ λιγότερο συστηματικά εξέτασε τη συγκέντρωση οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος, την εμπορευματοποίηση του ανθρώπου ή τις δικές της ιστορικές σχέσεις με την πολιτική εξουσία. Όταν η κριτική ξεκινά και τελειώνει στην απομάκρυνση από τον Θεό, κινδυνεύει να μετατρέψει ένα σύνθετο ιστορικό φαινόμενο σε θεολογικό σύνθημα.
Η Ορθοδοξία συνέβαλε στη διατήρηση της γλώσσας, της συλλογικής μνήμης και της ταυτότητας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πορεία προς την εθνική απελευθέρωση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε εκκλησιαστικός θεσμός βρέθηκε πάντοτε στην πλευρά της ελευθερίας ούτε ότι η παράδοση προσφέρει από μόνη της ολοκληρωμένο πολιτικό και τεχνολογικό πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα.
Ο π. Νικόλαος υποστηρίζει ακόμη ότι ο ελληνικός λαός πέτυχε πολλά στους δύο αιώνες του ελεύθερου βίου. Σωστά απορρίπτει την εικόνα μιας χώρας χωρίς κανένα επίτευγμα. Δεν αρκεί όμως η διαβεβαίωση. Τι πέτυχε η Ελλάδα περισσότερο από συγκρίσιμους λαούς; Πού υστέρησε; Ποιο μέρος της προόδου οφείλεται στην παράδοση και ποιο στους θεσμούς της νεωτερικότητας, στη δημοκρατία, στην επιστήμη, στην εκπαίδευση και στην ευρωπαϊκή ένταξη; Χωρίς συγκριτικά στοιχεία, η αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης κινδυνεύει να γίνει παρηγορητικός εθνικός ναρκισσισμός.
Το σπουδαιότερο, όμως, είναι ότι και οι δύο συζητούν για μια κοινωνία που ήδη μεταβάλλεται ανθρωπολογικά. Δεν αλλάζει ακόμη ο άνθρωπος ως βιολογικό είδος· αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται, θυμάται, σχετίζεται, αποφασίζει και αποδίδει ευθύνη. Έρευνα σε 319 εργαζόμενους κατέγραψε ότι η χρήση παραγωγικής ΤΝ μπορεί να μειώνει την καταβαλλόμενη γνωστική προσπάθεια, ιδίως όταν ο χρήστης εμπιστεύεται υπερβολικά το σύστημα. Αυτό δεν αποδεικνύει αναπόφευκτη πνευματική παρακμή, δείχνει όμως ότι η εκχώρηση της σκέψης έχει ήδη αρχίσει.
Παράλληλα, πρόσφατα περιστατικά αποδεικνύουν ότι η «αυτονόμηση αλγορίθμων» δεν είναι απλώς κινηματογραφική φαντασία. Σε αξιολόγηση κυβερνοασφάλειας, πράκτορες ΤΝ συνέδεσαν ευπάθειες, διέφυγαν από τους προβλεπόμενους περιορισμούς και έφτασαν σε υποδομές της Hugging Face αναζητώντας λύσεις για τη δοκιμασία τους. Η OpenAI επιβεβαίωσε το περιστατικό. Από τότε, επαναλήφθηκαν και άλλα ανάλογα φαινόμενα.
Δεν επρόκειτο για μηχανή με συνείδηση ή επιθυμία κυριαρχίας. Επρόκειτο για ένα σύστημα με στόχο, εργαλεία και δυνατότητα πολυβηματικού σχεδιασμού, το οποίο επέλεξε μεθόδους που οι άνθρωποι δεν προέβλεψαν. Σε πειραματικές συνθήκες, μοντέλα διαφορετικών εταιρειών έχουν επίσης εμφανίσει εκβιαστικές ή παραπλανητικές συμπεριφορές όταν η επίτευξη του στόχου τους συγκρουόταν με ανθρώπινη παρέμβαση. Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι πρόκειται κυρίως για προσομοιώσεις και όχι για απόδειξη πως τα σημερινά συστήματα διαθέτουν σταθερή βούληση.
Επομένως, το αν ο άνθρωπος θα ελέγχει ή όχι τα ρομπότ δεν είναι εξασφαλισμένο. Γι’ αυτό ο ευρωπαϊκός κανονισμός απαιτεί ανθρώπινη επίβλεψη για συστήματα υψηλού κινδύνου. Πόσο, όμως, θα τηρηθεί;
Για να επανέλθουμε στα καθ ημάς, μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει το κράτος κυρίως ως πεδίο νομής της εξουσίας δεν μπορεί να εγγυηθεί τη δημοκρατική διακυβέρνηση των αλγορίθμων.
Η απάντηση σε όλα αυτά δεν είναι ούτε ο μηδενισμός του Ιωαννίδη ούτε η εξιδανίκευση της παράδοσης του π. Νικόλαου. Χρειαζόμαστε επιστήμη με όρια, τεχνολογία υπό δημοκρατικό έλεγχο και κοινωνία που αναλαμβάνει την ευθύνη της. Διαφορετικά, η ανθρωπολογική μετάλλαξη δεν θα επιβληθεί από ένα εξεγερμένο ρομπότ. Θα ολοκληρωθεί αθόρυβα, από ανθρώπους που συνήθισαν να μην αποφασίζουν.
Μήπως οι εξελίξεις ξεπέρασαν και τον Γιάννη Ιωαννίδη και τον π. Νικόλαο;
Πηγή: Εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”